Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

271. COLUMBIA D.G.6675 ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗ ΛΑΥΡΕΝΤΙΑ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1947

Φουσταλιεράκης Στέλιος (Φουσταλιέρης- Το Στελάκι από την Κρήτη)- Μπερνιδάκη Λαυρεντία- Μπερνιδάκης Ιωάννης (Μπαξεβάνης- Μπαξές- Αηδόνι της Κρήτης) COLUMBIA D.G.6675 Συρτός Νιοχωριανός - Συρτός Καλυβιανός (Λεονταριού Καρδιά Βαστάς) 1947- 78rpm- 10''

«Εγώ λεφτά δεν έκαμα από το μπουλγαρί μου,

έκαμα φίλους μπιστικούς και το 'χω σε τιμή μου.»

Ο Στέλιος Φουσταλιέρης (βλέπε και αναρτήσεις 66 και 154) γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου του 1911 στο Ρέθυμνο. Πήρε το όνομα του πατέρα του, που σκοτώθηκε σε ατύχημα προτού αυτός γεννηθεί. Πηγαίνει μέχρι την τρίτη Δημοτικού σε νυχτερινό σχολείο, μαθαίνει όμως και την τέχνη του ρολογά. 13 χρονών με την πρώτη του πληρωμή και τη μεσολάβηση του πατριού του αγοράζει το πρώτο μπουλγαρί του.

«Την εποχή αυτή το Ρέθυμνο ήταν γεμάτο από μπουλγαριά. Κάθε ταβέρνα είχε κι από ένα. Εκεί πήρα τα πρώτα μου ακούσματα. Έβλεπα τους άλλους που παίζανε και στο λόγο της αντρικής μου τιμής έκλαιγα!…».

Δυο χρόνια αργότερα, μόλις 15 χρονών, συμμετείχε στο πρώτο του γλέντι ως οργανοπαίχτης με το συγκρότημα του θείου του Αντώνη Καρεκλά, ονομαστού λυράρη της εποχής του. Έτσι με τα πρώτα ακούσματα από τις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Καρεκλά, ο Φουσταλιέρης αρχίζει σιγά-σιγά να παίζει με το μπουλγαρί του απ’ όλα: συρτό, πεντοζάλια, πηδηχτά καστρινά, ταξίμια καθιστικά «αχόρευτα, της ταβέρνας, της παρέας», ακόμη και ρεμπέτικα.

«Ο Καρεκλάς ... συχνά «αλάφρωνε» το δοξάρι και άνοιγε δρόμο για να περνάω εγώ μπροστά. Σιγά - σιγά πήρα δρόμο, πετάχτηκα, έφυγα, απομακρύνθηκα από τη λύρα κι έκανα δικιά μου κυβέρνηση, δικό μου συγκρότημα!...».

Συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες όπως το Σοφοκλή Παπατζανή, το Γιώργο Πατεράκη, το Γιουλούντα και πολλούς άλλους ακόμα. Το 1930, αγόρασε το δεύτερο μπουλγαρί του που δεν το αποχωρίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του:

«…εγώ το ’χω από τρίτο χέρι και τό ’χω 52 χρόνια...»

 (Ρέθυμνο 1910 - Ρέθυμνο 1972) , αποκαλούμενος και Το 1934 ο Στέλιος Φουσταλιέρης φεύγει από την Κρήτη. Στον Πειραιά έπιασε αρχικά δουλειά σα βοηθός σε ρολογάδικο. Στο καφενείο του Μπάτη στην πλατεία Καραϊσκάκη, γνωρίζεται με όλα τα μεγάλα ονόματα του ρεμπέτικου όπως το Μάρκο Βαμβακάρη, τον Παναγιώτη Τούντα, το Γιάννη Παπαϊωάννου, το Στράτο Παγιουμτζή, τον Μπαγιαντέρα, τον Τσιτσάνη κ.ά.

Την ίδια εποχή μπαίνει και στη δισκογραφία και συνεργάζεται με τον Αντώνη Καρεκλά, τον επίσης Ρεθυμνιώτη Γιάννη Μπερνιδάκη (ή Μπαξεβάνη όπως έμεινε γνωστός), τον Κώστα Καρίπη, το Στέλιο Χρυσίνη το Βαγγέλη Φραγκιαδάκη, το Στελλάκη Περπινιάδη κ.ά.

Μεταπολεμικά αν και συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Μπερνιδάκη, και για πολλά χρόνια παραμένουν αχώριστοι και στο πάλκο και στα πανηγύρια, ηχογράφησε μόνο τρεις δίσκους, με το Θεοχάρη Ζωγράφο και το Γιώργο Τζιμάκη στο τραγούδι. Από το 1937 που επέστρεψε στο Ρέθυμνο και μέχρι το 1992 που πέθανε ο Στέλιος Φουσταλιεράκης ζούσε συνδυάζοντας πάντοτε τις δύο μεγάλες του αγάπες: την τέχνη του ρολογά και το μπουλγαρί.

Η Λαυρεντία Μπερνιδάκη (βλέπε ανάρτηση 203),  γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1915 και ήταν αδελφή τού επίσης τραγουδιστή Γιάννη Μπερνιδάκη. Ήταν η πρώτη τραγουδίστρια που ανέβηκε σε κρητικό πάλκο και έπαιξε λύρα και η πρώτη γυναίκα που ηχογραφήθηκε σε δίσκο κρητικής παραδοσιακής μουσικής Εκτός από τη φωνή της, έγινε γνωστή και για το ήθος της Τον δρόμο της άνοιξε ο αδελφός της, γνωστός ως «Μπαξεβάνης» τον οποίο η Λαυρεντία θαύμαζε Ζούσε στο Ρέθυμνο Παντρεύτηκε τον Μανώλη Βασιλονικολιδάκη και έκανε μία κόρη, την Σταυρούλα

Ο Γιάννης Μπερνιδάκης Μπαξεβάνης (βλέπε και αναρτήσεις 66, 178 και 203), υπήρξε διακεκριμένος τραγουδιστής και δημιουργός της Κρητικής μουσικής. Το προσωνύμιο «Μπαξεβάνης» φέρεται ό,τι προήλθε από το επάγγελμα του πατέρα του, ο οποίος δουλευε στα κτήματα ενός Τούρκου φεουδάρχη. Ο Μπερνιδάκης διακρίθηκε κυρίως ως τραγουδιστής αλλά έπαιζε επίσης μαντολίνο, μπουλγαρί και λαούτο.

Δισκογράφησε μεταξύ των ετών 1928 και 1949. Συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με τον Μικρασιάτη συνθέτη Παναγιώτη Τούντα και με τους Κρητικούς μουσικούς Στέλιο Φουσταλιέρη, Θανάση Σκορδαλό και Ανδρέα Ροδινό. Με τον τελευταίο τον συνέδεε και στενή φιλία. Μάλιστα, εις ένδειξη πένθους, ο Μπαξεβάνης απείχε από την μουσική για ένα διάστημα μετά τον θάνατο, σε πολύ νεαρή ηλικία, του Ροδινού, το 1934.

Παντρεύτηκε το 1947, και αυτό συνέβαλε στο να τερματίσει οριστικά, μετά από λίγα χρόνια, την επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική και να ανοίξει φαρμακείο. Με την γυναίκα του, απέκτησαν μία κόρη. Ο Μπαξεβάνης πέθανε στο Ρέθυμνο το 1972.

«Πληγή π' ανοίγει μυστικά με δυσκολία κλείνει

και πόνος που δε λέγεται αγιάτρευτος θα μείνει.

Επτά πληγές μού άνοιξες οι έξ' εγιατρευτήκαν,

 στην τελευταία την πληγή, τα γιατρικά σωθήκαν.»

Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο ο ¨Νιοχωριανός Συρτός¨ δεν υπάρχει στην κασετίνα με τους πρωτομάστορες γιατί ο δίσκος που είχε η Λαυρεντία ήταν πολυπαιγμένος και είχε πολύ θόρυβο. Η ίδια η Λαυρεντία αναφέρει σε συνέντευξή της στην Κατερίνα Λιουδάκη πως ο σύζυγός της Μανώλης Βασιλονικολιδάκης όταν ήταν να αρραβωνιαστούν, πρώτα πήγε το συγκεκριμένο δίσκο να τον ακούσουν οι γονείς του στο χωριό κι ύστερα πήγε τη νύφη να την γνωρίσουν.

Στη δεύτερη πλευρά  ο ¨Καλυβιανός Συρτός¨ ή όπως είναι γνωστός ¨Λεονταριού καρδιά βαστάς¨. Με κόκκινες (μπορντό) ετικέτες παρόλο που είναι Columbia. Έχει κυκλοφορήσει και με μπλε (με χρυσά γράμματα) ετικέτες σύμφωνα πάντα με το greekdiscography. Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Φουσταλιέρη, τον Μπαξέ και την Λαυρεντία θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

270.PANIVAR PA-430 ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1972

Κουμιώτης (Κουμιωτάκης-Καμαράτος) Γεώργιος PANIVAR PA-430 Η βράκα (Σάτυρα) - Μίλα μου και μη μ' αγαπάς (Συρτό) 1972- 45rpm- 7''

 

«Ο Γιώργος Κουμιώτης (παλαιότερες αναρτήσεις 47, 73, 163 και 219) γεννήθηκε στο Τεφέλι Ηρακλείου στις 10-8-1931. Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Κουμιωτάκης και μητέρα του η Μαρία το γένος Νουράκη. Η Καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε από πολύ μικρό να μάθει λαγούτο σε ηλικία 16 χρονών και να παίζει σε γλέντια στην περιοχή του Ηρακλείου με τον παλιό λυράρη Γαβρίλη Σταυρουλάκη από τα Πιτσίδια όπως και με άλλους συντοπίτες λυράρηδες.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ένας λαουτιέρης μπαίνει στα Ανώγεια ,που μέχρι τότε την λύρα την συνόδευε το μαντολίνο. Τον είχε φέρει ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης. Ο Γιώργος Κουμιώτης ήταν το πρώτο λαγούτο που μπήκε στα Ανώγεια και σε αυτή την αλήθεια συναινεί ο μετέπειτα μεγάλος λαουτιέρης Γιάννης Ξυλούρης αδερφός του Νίκου.

Η συνεργασία του με τον Νίκο Ξυλούρη είχε αρχίσει. Αχώριστοι συνεργάτες και φίλοι πια εμφανίζονται σε γλέντια ,γάμους και άλλες εκδηλώσεις σε όλη την Κρήτη με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Στα επόμενα χρόνια συνεργάζεται με όλη την τότε ανερχόμενη Ανωγειανή μουσική οικογένεια με Μανουρά, Καλομοίρη,Ψαραντώνη και Βασίλη Σκουλά .

Αρχές της δεκαετίας του 1960 γνωρίζει την σύντροφο της ζωής του Μαρία Αλεξανδράκη με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά την Βάνα και τον Μιχάλη .

Η προσωπική καλλιτεχνική πορεία του έχει πια αρχίσει , με αγνότητα ,αυθορμητισμό και πλούσια φαντασία εμπνευσμένος από πραγματικά γεγονότα της καθημερινότητας , του έρωτα , της αγάπης ,του πόνου και της ίδιας της Κρήτης ,γράφει στίχους και τους επενδύει με το μοναδικό προσωπικό του ύφος με μουσική.

Όπως το συρτό του με τον πολύ εύστοχο και διαχρονικό του στίχο ακόμα και σήμερα, 50 χρόνια μετά που οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται ακόμα πιο δύσκολες

« Σα τη μεγάλη αποκριά η εποχή μας μοιάζει

Γιατί με μάσκα ο γης τ αλλού στέκει και κουβεντιάζει »

Και να έρθουμε τώρα στην πολυσυζητημένη σάτιρα του Γιώργου Κουμιώτη.

Όταν τον ρώτησαν «Καμαράτο πώς προέκυψε η σάτιρα» αυτός απάντησε..

Πηγαίναμε για εμφανίσεις στο Βέλγιο και στην διάρκεια του ταξιδιού με το τραίνο συνέθεσα το τραγούδι «Ξενιτεμένοι Κρητικοί» το οποίο όπου εμφανίστηκα και το τραγούδησα οι μετανάστες έκλαιγαν. Βρήκαν λοιπόν οι ίδιοι εταιρεία για να τα ηχογραφήσουμε και σκέφτηκα να βάλω στη άλλη πλευρά του δίσκου την «Παγώνα» την οποία και είχα συνθέσει παλαιότερα σε αντιστάθμιση του λυπητερού ύφους του πρώτου τραγουδιού όμως η αποδοχή ήταν τέτοια που όταν επιστρέψαμε η εταιρεία που συνεργαζόμουν με παρότρυνε στην επανεκτέλεση του δίσκου και στην Ελλάδα.

Η επιτυχία ήταν τεράστια, ο δίσκος αγοράστηκε και από μη Κρητικούς με αποτέλεσμα να φτάσει σε εμπορικότητα μεγάλων λαϊκών τραγουδιών.

Από εκεί και μετά με αφορμή την επικαιρότητα έγραψα και άλλα αφού ο κόσμος με παρότρυνε και μου ζητούσε όλο και κάτι καινούργιο. Πρόσεχα όμως και μελετούσα πολύ τους στίχους ώστε να έχουν συγκεκαλυμμένα υπονοούμενα χωρίς ακρότητες και χυδαιότητα.

Και πράγματι η σάτιρα του Γιώργου Κουμιώτη λόγω και του έμφυτου χιουμοριστικού του χαρακτήρα μόνο άδολη μπορεί να χαρακτηριστεί. Μόνο όσοι έζησαν μια βραδιά μαζί του είτε στο πάλκο είτε στην παρέα μπορούν να βεβαιώσουν το βάλσαμο που πρόσφερε το χιούμορ του σε κάθε πικραμένο χείλι.

Με τα χρήματα που του έφερε η επιτυχία της Παγώνας προσπαθεί να σταθεί επιχειρηματικά ανοίγοντας πρώτα κέντρο διασκεδάσεως στην Αθήνα στην Σπύρου Πάτση και αργότερα το μεταφέρει στην συμβολή της Λεωφόρου Αθηνών και Στρατοπέδου Χαϊδαρίου στο οποίο έπαιζε ο ίδιος λύρα. Όπως όμως λέει ο ίδιος σε μια μαντινάδα του:

«Ο άνθρωπος ο άτυχος όσο κι ανε σπουδάξει

τόνε γυρίζει η μοίρα του από την πρώτη τάξη»

Ο Γιώργος Κουμιώτης φύση και θέση, ανυπότακτη ψυχή αν και έφτασε πολύ ψηλά δεν υποδουλώθηκε ποτέ από τα καθώς πρέπει και το σταριλίκι και κυρίως από το χρήμα..

Ακούστε ο Γιώργος Κουμιώτης πώς αγωνιούσε για την ζωή και την εξέλιξη της υγείας του με μια από τις τελευταίες μαντινάδες που έβγαλε:

«Εγώ που ήμουνα θεριό είμαι ρημάδι τώρα

πώς θα περάσω σκέφτομαι ετουτηνέ την μπόρα»

Γιώργο Κουμιώτη Καμαράτο μπορεί να έφυγες αλλά θα ταξιδεύεις τους Κρητικούς όλου του κόσμου με τα αγαπημένα τραγούδια σου.»

Στο σημερινό δισκάκι, δύο τραγούδια από τον Γιώργο Κουμιώτη, που δεν μπήκαν σε LP ή CD. Στην πρώτη πλευρά ¨Η βράκα¨, σάτιρα εποχής και στην δεύτερη ένα συρτό. Για το λυράρη άγνωστα τα στοιχεία.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


 


Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

269. H DODEKANHSOS MG 4376-77 ΜΙΝΑΚΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΣΠΑΝΟΣ ΧΡΟΝΗΣ 196X

Μινακάκης (Μηνακάκης) Μιχάλης- Σπανός Χρόνης H DODEKANHSOS MG 4376-77 Καρπάθικη μουσική - Καρπάθικη σούστα 196X- 45rpm- 7''

 

Ο Μηνακάκης Μιχάλης γεννήθηκε στο Λακκί Μενετών Καρπάθου το 1929 από πατέρα (Μανόλη Μηνακάκη) λυράρη και μάνα (Σοφία) από τη μουσική οικογένεια των Παζαρζήδων. Ο Μιχάλης Μηνακάκης θυμάται τον εαυτό του σε ηλικία τεσσάρων ετών να «κλέβει» τη λύρα του πατέρα του για να παίξει και αυτός. Το αποτέλεσμα ήταν αρκετές σπασμένες «κόρδες» με την ανοχή πάντα του πατέρα του, ο οποίος βλέποντας το ζήλο του γιου του αποφασίζει να του μάθει να κορδίζει τη λύρα, σε ηλικία μόλις πέντε ετών. Στα επτά του πλέον καταφέρνει να παίξει ικανοποιητικά. Η λύρα θα τον συντροφεύει ως τα έντεκα του χρόνια.

 «Πως να μην γίνω μουσικόςq; Ήταν Χριστούγεννα και γλεντίζανε στο σπίτι του Σπανίδη. Εκεί έπαιζε βιολί ο Παπουτσάκης και ‘γω μόνο που τον άκουγα ανατρίχιαζα! Ο Μιχαήλος – γερός τραγουδιστής τότε –  τραγουδούσε τα ‘Χοχλακούλια’, αλλά κανένας δεν ακολοθούσε γιατί ήταν Βυζαντινός δύσκολος σκοπός. Στα μισά της μαντινάδας τον άρπαξα εγώ (το σκοπό) και μούγριζα. Με ακούει τότε ο Μιχαήλος και ρωτάει: « Ποιός είναι αυτός που κλουθά;» Του λέει τότε ο πατέρας μου: ‘Ο μικρός είναι’. Με πιάνει θυμάμαι τότε με σηκώνει στον ώμο του και λέει στον πατέρα μου: « Μηνακάκη πρόσεξε το μικρό, αυτός θα γίνει σπουδαίος».

Στην οικογένεια του όμως, εκτός από τον πατέρα του και ο παππούς Μιχάλης Παζαρζής ήταν εξέχουσα μουσική προσωπικότητα. Ένας από τους καλύτερους τσαμπουνιέρηδες και άριστος τραγουδιστής φάνταζε στα μάτια του μικρού τότε Μιχάλη ως πρότυπο. Ένας ακόμη συγγενής, ο άντρας της αδελφής του (Στάσης Κουτσός) τον μυεί στο κόσμο του λαούτου. «Μου άρεσε στο λαούτο ο τόνος και ο ήχος». Με το λαούτο θα ασχοληθεί για τριάμισι χρόνια και θα το μάθει καλά. Ένα δώρο όμως από το θείο του από την Αμερική ( Γιώργο Φελλουζή) θα σταθεί καθοριστικό για τη ζωή του. Το πρώτο του εκείνο βιολί θα τον κάνει να ξεχάσει ό,τι άλλο έχει παίξει και να αφοσιωθεί σ’αυτό, με αποτέλεσμα στα δεκαεφτά του χρόνια να τον καλούν σε παρέες νεολαίας, ως οργανοπαίχτη. « Τη πρώτη βραδιά που μου το’φερε ο θείος μου ο Φελλουζής έπαιζα από τις επτά το απόγευμα ως τις έξι το πρωί, στο τραπέζι μπροστά. Μου άρεσε πολύ και έπαιζα κάθε μέρα».

Τα χρόνια της κατοχής δεν αφήνουν περιθώρια για αναζητήσεις και πολύ περισσότερο για μουσικές σπουδές. Όμως η αγάπη για τη μουσική και η αναζήτηση για κάτι καινούριο, φέρνει στις περιβόητες Καρπάθικες χοροεσπερίδες και τους γάμους ( όχι όμως και στα πανηγύρια) τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά». Ταγκό, βαλς, Φοξ Αγκλέ. « Τα άκουσα και κάθισα και τα ΄μαθα μόνος μου, όπως έκανα και με τα στρατιωτικά τραγούδια της Κατοχής. Ο κόσμος ήθελε πια ποικιλία για να γλεντήσει». Σε μια εποχή που η αναγνώριση είχε φτάσει στο ζενίθ, κοντά στα σαράντα πια, η πρόταση για μουσικές σπουδές στην Ιταλία μένει αναξιοποίητη. « Ήταν ο μαέστρος Καββαλάρο που θέλησε να με βοηθήσει γιατί του άρεσε ο τρόπος που έπαιζα. Μετάνιωσα που δεν πήγα γιατί μπορούσα να γίνω καλύτερος». 

Οι προσκλήσεις είχαν πυκνώσει την περίοδο εκείνη σε όλα τα χωριά στην Κάτω Κάρπαθο. Πολλά όμως και τα ταξίδια στο εξωτερικό για να εκπληρωθεί η ανάγκη των ξενιτεμένων καρπάθιων να νιώσουν πιο κοντά το νησί τους μέσα από το γνωστό και αγαπητό άκουσμα του βιολιού του Μηνακάκη, που έμοιαζε να μικραίνει την απόσταση από τη μακρινή πατρίδα. Στην Αθήνα η πρόσβαση ήταν ευκολότερη και τα ταξίδια πιο πολλά με κάθε ευκαιρία. Εκεί σαν επιβράβευση, σαν αναγνώριση από επίσημα χείλη, έρχονται να ακουστούν τα κολακευτικά λόγια του Γ.Κατσαρού στην Αίγλη του Ζαππείου σε μια χοροεσπερίδα της Ομόνοιας Απερίου. 

Το βιολί δεν υπήρξε όμως η μόνιμη επαγγελματική του ενασχόληση. Παράλληλα άνοιξε μανάβικο και κουρείο στον ίδιο χώρο στις Μενετές. Οι συγκυρίες τον οδήγησαν το 1961, μετανάστη στο Καναδά για κάποια χρόνια. Θυμάται μάλιστα έντονα, τη μέρα που έφευγαν, το γλέντι του Ευαγγελισμού στα Πηγάδια. Εκεί του τραγούδησαν:

« Που παέις φίλε Μιχαλιέ και μοναχό μ’αφήνεις

που θα΄βρεις τη παρέα μου στο Καναδά να πίνεις.

Σα πάεις εις το Καναδά, γρήγορα να γυρίσεις

τους φίλους και τους συγγενείς να μην αλησμονήσεις».

Στον Καναδά δεν σταμάτησε να παίζει σε γάμους, βαφτίσεις και άλλες εκδηλώσεις. Εκεί μαζί με το μουσικό του ταίρι στο λαούτο, τον Πολυχρόνη Σπανό αποφασίζουν να ηχογραφήσουν το πρώτο δισκάκι με σκοπούς και λίγο χορό. Χίλιοι διακόσιοι δίσκοι θα γίνουν ανάρπαστοι, για να ακολουθήσει το 1981 με φόντο το Καρπάθικο του σπίτι πίσω στις Μενετές, η ηχογράφηση μιας κασέτας με πρωτοβουλία του Συλλόγου Νέων Μενεδιατών. Άλλη μια πρωτοβουλία του Συλλόγου Απανταχού Μενεδιατών το 1996 θα συμπληρώσει τη μουσική του καταγραφή. 

Το 1972 στην Αρκάσα βρέθηκε στο στόχαστρο ενός στοιχήματος για το πόσες ώρες θα μπορούσε να αντέξει παίζοντας βιολί, σε ένα γλέντι στο οποίο οι γλεντιστάδες θα εναλλάσσονταν για να ξεκουραστούν. Η κατάληξη ήταν γλέντι 75 ωρών με αδιάκοπες μαντινάδες και πολύ κούραση, που έφτασε όμως σε αντοχές ρεκόρ. 

Μαζί του πάντα ακούραστοι συνοδοιπόροι σ’αυτό το γεμάτο νότες ταξίδι οι λαουτιέρηδες: Π.Σπανός, Μ.Πιττάς, Γ. Ερωτόκριτος, Γ.Οικονόμου (Λαοτρίχης), Η.Πορτοκάλης, Γ.Χουβαρδάς, Μ.Ερωτόκριτος, Μ.Οικονόμου ( Γιατρός), Μ.Κρεμονέζος, Μ.Χριστοδουλάκης (Σαμιώτης), Ν.Πορτοκάλης. Το τελευταίο διάστημα μόνιμος συνεργάτης του είναι ο ανιψιός του Μιχάλης Κουτσός που φαίνεται να παίρνει τη σκυτάλη στη μουσική παράδοση της οικογένειας. 

« Γυρνάγαμε από τα γλέντια και κάναμε καντάδες στο χωριό με το σκοπό της νύχτας. Πολλές φορές έπαιζα μόνος μου έξω από το σπίτι, τραγουδούσα μαντινάδες για μισή ώρα. Σιγά-σιγά, ωραία, γλυκά».

Από τα γλέντια που έχουν χαραχθεί ανεξίτηλα στη μνήμη του ήταν αυτά στον Αη Γιώργη του Λακκιού, πλαισιωμένα από τους καλύτερους γλεντιστάδες του χωριού ( Σακέλλης, Ψαράς, Σπανίδης, Χατζησπάνης, Ζαβολάκης…) για τριάντα και περισσότερες ώρες. Με αφορμή αυτά τα γλέντια συνοψίζει τα συστατικά του πετυχημένου γλεντιού, στις καλές μαντινάδες, στους συντελεστές, το ποτό,την αφορμή και το χώρο που αυτό γίνεται. Συμβουλεύει αυτούς που σήμερα θέλουν να μάθουν να τραγουδούν, να μάθουν πρώτα να ακούνε. 

Για 60 χρόνια παίζει βιολί, ως προσωπική υποχρέωση στο χωριό του και στους γλεντιστάδες, κάθε δεκαπενταύγουστο και τις δυο μέρες του εορτασμού. Μόνο σε περιόδους πένθους για πολύ αγαπημένα πρόσωπα δεν συμμετείχε, ακόμα κι αν ισχυρίζεται πως ως επαγγελματίας  έπρεπε να είναι εκεί, αλλά δεν μπορούσε. 

Η εκτίμηση του κόσμου, η αναγνώριση της προσφοράς του στη ψυχαγωγία και η χαρά που του δίνει και του έδινε πάντα το όργανο αυτό, συνοψίζουν έναν απολογισμό ζωής με θετικό οπωσδήποτε ισοζύγιο. « Και τώρα ακόμη που είμαι 77 ετών συνεχίζω και παίζω πολλές ώρες. Είμαι ευχαριστημένος από αυτό το επάγγελμα, γιατί με εκτιμάει και με αναγνωρίζει ο κόσμος. Έκανα αυτό που μου άρεσε πιο πολύ στη ζωή μου».

Το σημερινό δισκάκι κομμένο πιθανότατα στην Αμερική ίσως και Καναδά σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία. Στο βιολί και το τραγούδι ο Μιχάλης Μηνακάκης. Στην πρώτη πλευρά ένα νησιώτικο ¨μοιρολόι¨ για τους μετανάστες. Έχω ακούσει κλέφτικα, ηπειρώτικα μοιρολόγια, ριζίτικα αλλά νησιώτικο σε αυτή την ηχητική ¨μορφή¨ πρώτη φορά. Η Καρπάθικη σούστα παιγμένη με βιολί, εξαιρετική. Δυστυχώς το δισκάκι δεν είναι στην καλύτερη κατάσταση αλλά λίγη σημασία έχει.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 





Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

268. COLUMBIA D.G.7300 ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ ΦΩΤΙΟΣ- ΜΠΑΤΖΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ- ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ 1957

Χαλκιόπουλος (Χαλκιάς) Φώτιος- Μπατζής Βασίλειος- Χαλκιόπουλος (Χαλκιάς) Αναστάσιος COLUMBIA D.G.7300 Ο Γιάννος περνοδιάβαινε (Τσάμικο) - Μη με κυττάς που γέρασα (Τσάμικο) 1957- 78rpm- 10''

 

Ο Φώτης Χαλκιόπουλος ή Χαλκιάς  γεννήθηκε το 1910 στο Φωτεινό Ιωαννίνων και ήταν αδελφός του μεγάλου κλαρινίστα Τάσου Χαλκιά.. Έχει τραγουδήσει περίπου 30 δημοτικά τραγούδια στις 78 στροφές με πρώτο το « Αρχοντοπούλα μου» το 1947 και εξίσου πολλά στις 45 στροφές. Στα περισσότερα τραγούδια του τον συνοδεύει ο αδερφός του, Τάσος Χαλκιάς. Πέθανε το 1978.

Ο Βασίλης Μπατζής γεννήθηκε στο Εκκλησοχώρι Ιωαννίνων το 1923 και πέθανε 14 Μαρτίου του 1993. Ήταν γιος του Περικλή (Κλη) Μπατζή.

Συνεργάστηκε πολλά χρόνια στο κέντρο "Έλατος" με τον Νίκο Καρακώστα και πήρε πολλά απ αυτόν, ώστε το παίξιμό του να μοιάζει πολύ με του Καρακώστα. Ακέραιος και παραδοσιακός μουσικός, ήταν ίσως ο τελειότερος μετά την "παλιά φρουρά".

Έπαιζε εξίσου καλά το Ηπειρώτικο, το Μωραΐτικο, ακόμα και τα καμπίσια με ξεχωριστό δικό του τρόπο, δημιουργώντας τη δική του "σχολή" το Μπατζίδικο παίξιμο.

Χαρακτηριστικό είναι το παίξιμό του στο τραγούδι "Περιστεράκια όμορφα".

Ο Τάσος Χαλκιάς γεννήθηκε στη Γρανιτσοπούλα Ιωαννίνων το 1914. Μέλος της οικογένειας των Χαλκιάδων με ιστορία 150 χρόνων, ο Τάσος Χαλκιάς μεγάλωσε στο Δεσποτικό, της Ηπείρου, σε ένα σπίτι όπου η μουσική δεν σταματούσε ποτέ. 

Ήταν μικρός ακόμη, μόλις τελείωνε το Δημοτικό, όταν πέρασε από το σπίτι του ένας τσιγγάνος. «Είχε ένα κλαρίνο βαμμένο, με κάτι πίσσες επάνω, σχισμένο και με τα κλειδιά γυαλισμένα με γυαλόχαρτο». Η μητέρα του έδωσε μετά από μεγάλη πίεση του γιού της «έξι γίδια για το πάρει». Και ο τσιγγάνος «μας έδωσε ένα παλιοκλάρινο που δεν έλεγε τίποτε». Αυτή ήταν η αρχή για τον νεαρό μουσικό Ηπειρώτη.  

« -Ήταν το παιχνίδι μου- » λέει ο Τάσος Χαλκιάς, -« Και κάτι περισσότερο, Ήτανε ο ερωτάς μου. Το είχα αγκαλιά. Παραμάσχαλα. Έπαιζα χωρίς να παίζω-». Αυτό το πρώτο κλαρίνο του Τάσου Χαλκιά εκτίθεται στο Μουσείο Τεχνών και Επιστημών Ηπείρου στα Φλάμπουρα Πρέβεζας και έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Ώσπου άρχισε να παίρνει μαθήματα από τον ξάδερφό του τον Μάνθο και τον αδερφό του Μήτσο Χαλκιά.

Στα 17 του, κατάλαβε ότι μπορεί να «δουλεύει» καλά το κλαρίνο και έτσι άρχισε να εμφανίζεται με τα αδέρφια του. Εποχή που σχημάτισαν με τα αδέρφια του, τον Μήτσο, τον Φώτη, και τον Κυριάκο το συγκρότημα «Τα μαύρα πουλιά». Πανηγύρια, γάμοι, μαγαζιά. Με τα αδέρφια μου είμαστε ένας νους. Κανείς δεν μπορούσε να μπει ανάμεσά μας για να μας κάνει να διχογνωμήσουμε. Ακούγαμε ο ένας τον άλλο και ιδιαίτερα τον μεγάλο μας τον αδερφό Μήτσο που μας μίλαγε για το νόημα που είχε να μπορείς να κρατήσεις τον ήχο της παράδοσης και να μην τον προδώσεις ποτέ. «Εγώ το σέβομαι το κλαρίνο όταν το πιάσω στα χέρια μου.

Κι όταν πρωτοξεκίνησα, είπα μέσα μου: «Τάσο, θα παίξεις πραγματικά την παράδοση». Δεκαετία του ’50 πια και ο Τάσος Χαλκάς ηχογραφεί, πρώτη φορά, στην «Κολούμπια».

Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο ο Φώτης Χαλκιάς, στο τραγούδι, με δυο από τους καλύτερους κλαρινίστες να τον συνοδεύουν. Στο ¨Ο Γιάννος περνοδιάβαινε¨ στο κλαρίνο, ο Βασίλης Μπατζής σε ένα κλέφτικο και όχι τσάμικο όπως αναφέρουν οι ετικέτες. Στην άλλη πλευρά στο ¨Μη με κοιτάς που γέρασα¨, στο κλαρίνο ο αδερφός του Φώτη, Τάσος Χαλκιάς. Για τον Βασίλη Μπατζή και τον Τάσο Χαλκιά περισσότερα βιογραφικά θα βρείτε σε παλιότερες αναρτήσεις.

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

267. CRONOS CR 111 ΖΑΜΠΕΤΟΥΛΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ- ΗΛΙΑΚΗΣ ΜΑΜΑΣ- ΓΛΥΜΙΔΑΚΗΣ ΕΥΤΥΧΗΣ- ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΓΙΟΛΑΝΤΑ 1968

Ζαμπετουλάκης Ευάγγελος- Ηλιάκης Μάμας- Γλυμιδάκης Ευτύχης- Στεφανάκης Μανώλης- Ζωγράφου Γιολάντα CRONOS CR 111 Στροβλιανός συρτός - Ο Μυλωνάς 1968- 45rpm- 7''

«Ο Βαγγέλης Ζαμπετουλάκης, γιός του Γεωργίου & της Αθηνάς μοναδικό παιδί της οικογένειας τους, έτυχε εξαιρετικής παιδείας. Γεννημένος στα Λυριδιανά Κισσάμου το 1937. Τελείωσε την στοιχειώδη εκπαίδευση στο δημοτικό σχολείο Πλακαλώνων και την Εμπορική Σχολή στα Χανιά. Φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημόνων ΑΣΟΕΕ. Κατά την διάρκεια της παραμονή του στην Αθήνα, το Θέατρο υπήρξε δεύτερο Σχολείο του. Παρακολούθησε μαθήματα ευρωπαϊκής μουσικής από τον μεγάλο καθηγητή Μιχαήλ Βλαζάκη Δ/ντή ωδείου Χανίων. Παντρεύτηκε ως ορμηνεύει η φύση τη Δήμητρα Ε. Ξενικάκη και αποκτήσανε δύο κόρες, την Ιωάννα και την Γεωργία.

Στην δισκογραφική δουλειά εμφανίστηκε το 1968 με τέσσερις συνθέσεις, δύο Συρτά & δύο τραγούδια σε ρυθμό Καλαματιανό. Ακολούθησαν πάνω από εκατό συνθέσεις σε όλα τα είδη και τις μορφές παραδοσιακής ελληνική μουσικής. Έχει γράψει μουσική και στίχους για 30 δίσκους και CD που κυκλοφόρησαν διάφορες εταιρείες. Ανάμεσα σε αυτά ηχογράφησε ένα CD αφιερωμένο στους πεσόντες της τότε Γ' Μ.Α.Κ. για το οποίο και έλαβε τον τίτλο του επίτιμου μέλους του συλλόγου "Κομμάντος '74". Έγραψε τη μουσική για 2 θεατρικά έργα, «Λοκαντιέρα» (Γκολτονι), «Τα Δέντρα παθαίνουν όρθια» (Αλέξανδρος Κασονέ), και για δύο ορατόρια, «Επιτάφιος θρήνος» και «Ερωτόκριτος».

Συνεργάστηκε με την Ελβετίδα χορογράφο και καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας Άννα Φόστερ. Μετέφρασε και μελοποίησε την Οδύσσεια του Ομήρου και έχει ηχογραφήσει την μουσική με κορυφαίους μουσικούς.

Υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη της Μαντολινάτας Χανίων η οποία ιδρύθηκε το 1973 ως Καλλιτεχνικός Σύλλογος Χανίων «Κρητικές Μαδάρες» καθώς επίσης και της Ένωσης Πνευματικών Δημιουργών νομού Χανίων.

Το 1989 κάνει την πρώτη εμφάνιση στην ελληνική τηλεόραση ΕΤ.2. Στην συνέχεια εργάστηκε στα τοπικά κανάλια από όπου παρουσίασε σε σειρές ντοκιμαντέρ, πάνω από εκατό ώρες προβολής, όλους σχεδόν τους ιστορικούς θησαυρούς της Κρήτης με έρευνα, κείμενα, μουσική και σκηνοθεσία από τον ίδιο. Πιο συγκεκριμένα για την τηλεόραση ασχολήθηκε με τα κείμενα, τη μουσική και τη σκηνοθεσία για 116 ημίωρες εκπομπές σε 5 θεματικές ενότητες : Μοναστήρια της Κρήτης (34 επεισόδια), Όρος Σινά (21 επεισόδια), Ιερουσαλήμ (22 επεισόδια), Φορτέτσες και Κάστρα της Κρήτης (17 επεισόδια), Βυζαντινές Εκκλησίες της Κρήτης (22 επεισόδια) για τα Χανιώτικα κανάλια Κύδων και Νέα Τηλεόραση.

Έχει γράψει ένα ηθογραφικό έργο με τίτλο «Επικήδειοι και άλλα»».

Στο σημερινό δισκάκι, τα τραγούδια σε σύνθεση Βαγγέλη Ζαμπετουλάκη, με το μπουζούκι του σε ήχο Κρητικό. Εξαιρετικός και ο Μάμας Ηλιάκης με το βιολί του σε Χανιώτικα ακούσματα στο Στροβλιανό συρτό και στο ¨κρητικολαϊκό¨ Μυλωνά.

Δυστυχώς, βιογραφικά στοιχεία για τους υπόλοιπους που συμμετέχουν στο δισκάκι δεν κατάφερα να βρω. Τις ¨καθαρές¨ ετικέτες ζευγάρι τις χρωστάμε και τον ευχαριστώ, στον Ιδομενέα από Ρέθυμνο.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).