Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022

240. ODEON GA 1336 ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΣΠΑΝΟΣ 1928

Λαζαρίδης Γεώργιος ή Σπανός ODEON GA 1336 Μια ταχινή επέρνουσε (Πεντοζάλη Κρητικό κωμικό) - Ντούρου ντούρου (Ηρακλειώτικο) 1928-78rpm -10''

Άγνωστα παραμένουν τα βιογραφικά στοιχεία για τον τραγουδιστή Γιώργο Λαζαρίδη, με την υπέροχη φωνή και τη μικρή παρουσία στη δισκογραφία γραμμοφώνου. Πρόκειται για Μικρασιάτη στην καταγωγή τραγουδιστή, ο οποίος πρέπει να έζησε για κάποιο διάστημα στην Κρήτη, πιθανόν στο Ηράκλειο. Υποδειγματικός αμανετζής, με ιδιαίτερη φωνή υψηλής τεχνικής, εντοπίζεται μεταξύ 1928-1930 σε δεκατέσσερις συνολικά ηχογραφήσεις κρητικών τραγουδιών και αμανέδων στις εταιρίες Pathe, Odeon και Parlophone. Στις ηχογραφήσεις του τον συνοδεύει μικρασιάτικου τύπου ορχήστρα με μουσικούς όπως ο Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός και Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης στο βιολί, ο Χρήστος Μαρίνος στο σαντούρι και ο Κώστας Καρίπης στην κιθάρα.

Μετά το '22 (μικρασιατική καταστροφή- ανταλλαγή πληθυσμών- νωρίτερα ένωση Κρήτης 1913) ήρθαν στην κυρίως Ελλάδα ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες. Ανάμεσά τους τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής: δημιουργοί, τραγουδιστές, οργανοπαίχτες. Οι πρόσφυγες αναζητούσαν τόσο διασκέδαση όσο και έκφραση, ώστε να ξεφύγουν για λίγο από τα βάσανα. Έτσι, στην Αθήνα έσμιξαν οι κομπανίες που έπαιζαν στη Σμύρνη και στην Πόλη. Δημιουργήθηκε πάλι η "σμυρναίικη σχολή" που την απετέλεσαν μεταξύ άλλων οι συνθέτες Βαγγέλης Παπάζογλου, Παναγιώτης Τούντας, Σταύρος Παντελίδης, Γιάννης Δραγάτσης (Ογδοντάκης), Δημήτρης Σέμσης (Σαλονικιός), Σπύρος Περιστέρης. Και οι τραγουδιστές Κώστας Νούρος, Γιώργος Βιδάλης, Στελλάκης Περπινιάδης, Λευτέρης Μενεμενλής.

Έχουμε όμως και την "Πολίτικη σχολή" με τους συνθέτες Κ. Σκαρβέλη, Αντώνη Διαμαντίδη, Γρηγόρη Ασίκη, Κώστα Καρίπη και Μαρίκα Πολίτισσα. Τα σμυρναίικα τραγούδια είναι οι προπομποί των κατοπινών ρεμπέτικων της Πειραιώτικης σχολής, αλλά και ένα γερό θεμέλιο για ολόκληρη τη νεότερη ελληνική μουσική.

Το ίδιο συνέβη και στην Κρήτη. Υπήρξε πάντρεμα μουσικών ¨στοιχείων¨ και τεχνικών εκατέρωθεν. Αυτό βέβαια συνέβη κυρίως στις μεγάλες πόλεις Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο και όχι στα χωριά. Το ίδιο υποστήριζε και ο Φουσταλιέρης.

Η Σύμβαση της Λωζάνης (30 Ιανουαρίου 1923), που υπογράφηκε τον Ιανουάριο του 1923, ρύθμισε όλα τα ζητήματα τα σχε­τικά με την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Με βάση το άρθρο 11 της Σύμβασης περί ανταλλαγής των πληθυσμών ιδρύθηκε και άρχισε τη λειτουργία της, τον Οκτώβριο του 1923, η Μικτή Επιτροπή Ανταλλαγής με έδρα την Κωνσταντινούπολη.

Την εποχή αυτή  σημειώνεται  το μεγαλύτερο προσφυγικό ρεύμα προς το ελληνικό κράτος. Στην Ελλάδα ήρθαν συνολικά 1.300.000 περίπου πρόσφυγες από την Τουρκία (Μ. Ασία, Πόντο, Ανατολική Θράκη, Κωνσταντινούπολη), αλλά και από τη Ρωσία και τη Βουλγαρία. Στην πλειονότητα τους έφθασαν το φθινόπωρο του 1922: 152.000 εί­χαν έλθει πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή και 190.000 περίπου, που δεν πρόλαβαν να φύγουν το 1922, έφτασαν στην Ελλάδα αργότερα, κυρίως το 1924.

Έγινε προσπάθεια να διοχετευθούν οι πρό­σφυγες αυτοί σε περιοχές με μουσουλμανικό πληθυσμό, ο οποίος θα αναχω­ρούσε από την Ελλάδα με βάση τη Σύμβαση Ανταλλαγής των πληθυσμών της Λωζάνης. Μία τέτοια περιοχή ήταν και η Κρήτη. Ένας ση­μαντικός αριθμός προσφύγων έφθασε το 1922 και το 1923 στο Ηράκλειο. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη ή σε χωριά του νομού. Υπήρξε μέριμνα από το κράτος, αλλά και από ιδιώτες, για την προσωρινή στέγαση των προσφύγων σε σχολεία, τζαμιά, εκκλησίες, αποθήκες, μεγάλα σπίτια και στο Μεγάλο Στρατώνα, καθώς και για τη σίτισή τους (διανομή συσσιτίου ή μόνο ψω­μιού από δέκα αρτοποιεία που έφτιαχναν ψωμί μόνο για τους πρόσφυγες). Σε πολλές περιπτώσεις η μετακίνηση προς τα χωριά έγινε βίαια και απαγορεύτηκε ρητά η επιστροφή των προσφύγων στην πόλη.

Η ίδια σύμβαση με την οποία εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα και πήραν την ελληνική ιθαγένεια προέβλεπε και την αναχώ­ρηση των μουσουλμάνων της Ελλάδας. Η μετανάστευσή τους με τη φροντίδα της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής, σε αντίθεση με εκείνη των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ήταν οργανωμένη και μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους  με­γαλύτερο μέρος της κινητής περιουσίας τους. Συνολικά αναχώρησαν από την Ελλά­δα 390.000 περίπου Μουσουλμάνοι.

Όταν κατάλαβαν ότι η ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν αναπότρεπτη, άρχισαν να εκποιούν, εκτός από τα κινητά αγαθά τους και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να αφαιρεθεί από τα σπίτια τους (πόρτες, παράθυρα), να κόβουν τα καρποφόρα δέντρα και τα ελαιόδεντρα για να τα εκποιήσουν ως ξυλεία και ετοιμάστηκαν για την αναχώρηση προς την «πατρίδα».

«… «Φεύγω και αποχαιρετώ κι είναι η ψυχή μου μαύρη ο νους, η σκέψη κι η καρδιά αναπαημό δε θα’βρει», τραγουδούσε ο Ντελή Φουσεκάκης στην προκυμαία όταν έφυγαν οι πρώτοι. Ο Τούρκος που τον έπαιρναν οι Χριστιανοί στα γλέντια και τους τραγουδούσε και τους έπαιζε λύρα  χωρίς να ξεχωρίζει δίχως να σκέφτεται στιγμή κανείς πως ήταν Τούρκος. Έφυγε ο Ντελή Φουσεκάκης, όμως δεν μπόρεσε να στεριώσει εκεί που πήγε. Τον σκότωσαν την πρώτη βδομάδα στα Βουρλά όταν έπαιζε τη λύρα και τραγουδούσε μαντινάδες. Τον άκουσαν δυο Τούρκοι καβαλάρηδες περαστικοί στρατιώτες, Τσέτες, τους είπαν, και ρώτησαν από πού σέρνει, από πού κατάγεται και τι ήταν ο σκοπός που τραγουδεί. «Από την Κρήτη», είπαν αυτοί που άκουαν, «από κει ήρθαμε όλοι και παίζει ένα τραγούδι της Κρήτης». Έβγαλαν τα μπιστόλια τους και τον πυροβόλησαν και οι δυο…».

Την τύχη του Φουσεκάκη δεν την είχε ο Σπανός (Λαζαρίδης Γιώργος) που ήρθε στην Κρήτη. Πήρε τα Κρητικά μουσικά στοιχεία (λύρα, βιολί, ρίμες, μαντινάδες) και τα πάντρεψε με την ¨αμανιεδάρικη¨ φωνή του, τραγουδώντας τα κρητικά της πόλης (πέστα και ταμπαχανιώτικα).

Στα δύο πρώτα του τραγούδια (σημερινή γερμανική γραμμοφωνική πλάκα) διακρίνουμε τα παραπάνω στοιχεία. Στον πεντοζάλη αναφέρει στην ετικέτα ¨Κρητικό κωμικό¨. Γνώμη μου είναι ότι περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις που αντιμετώπισε στην Κρήτη τόσο από τους ντόπιους όσο και από τους μικρασιάτες που είχαν μετακινηθεί μαζί του. Έτσι βρίσκει τις Χαλεπιανές να παίζουν την πρέφα, μετά στις Καλύβες έφαγε χοχλιούς με πεταλίδες και μετά στις Μοίρες για προξενιό ….κ.α.

Στο Ηρακλειώτικο ¨Ντούρου ντούρου¨ (ντούρου ντούρου στα Χανιά στα Νεροκούρου έλεγε πάντα ένας μπάρμπας μου) θωρεί τις πέρδικες και καίγεται η καρδιά του.

Το σημερινό δίσκο θα τον βρείτε και στο ¨Μίλιε μου Κρήτη απ’τα παλιά¨ σε καλύτερη ανάλυση (χωρίς το φύσημα) αλλά χωρίς τις ετικέτες.

«ΜΙΑ ΤΑΧΕΙΝΗ ΕΠΕΡΝΟΥΣΕ (ταχινή=πρωί, υπάρχει η έκφραση: ταχιά ταητέρου=αύριο πρωί, ταητερου= του ετέρου [ήματος?=ημερας-το ήμαρ του ήματος])
Εδώ ακούγονται Κοντυλιές (όπως τις λέμε τώρα) ή Σιγανός, ή Πεντοζάλια όπως τα λέγαν τότε, κυρίως στην κεντρική και ανατολική Κρήτη ενώ εδώ το λέει Πεντοζάλη (η). Γενικά ανά την Κρήτη υπάρχει διχογνωμία αν ο Σιγανός ακολουθείται από το Πεντοζάλι ή παίζονται σκέτα, ομοίως και αν χορεύονται σε σειρά, ο γρήγορος μετά το σιγανό όπως έχει καθιερωθεί ιδιαίτερα μετά τις σχολές χορών από τη δεκ.1970-80 και μετά. Παλαιότερα πριν επικρατήσει ο συρτός σε όλη την Κρήτη παίζανε στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο, Πεντοζάλη αργό ως χορό της νύφης. Εδώ παίζεται αρκετά γρήγορα όμως αν χορευτεί, χορεύεται όπως ο Σιγανός.
ΝΤΟΥΡΟΥ ΝΤΟΥΡΟΥ: Εδω ο Λαζαρίδης παίζει τις "Ομολογίες" που γίνανε επιτυχία μεταξύ 1927-29 με πολλές εκτελέσεις. Άρα δεν είναι το "Ντουρου ντουρου" της Παπαγκίκα, του Λεωνίδα Σμυρνιού και του Χαρίλαου που ηχογραφήθηκε το 1927 και '28. Οι "Ομολογίες" (χασάπικο) δεν πέρασαν καθόλου στο κρητικό ρεπερτόριο (όπως και το χασάπικο ως εθιμικός χορός) ενώ το Ντούρου ντουρου με την εκτέλεση του Χαρίλαου μπορεί να λογιστεί ότι εντάχθηκε στο κρητικό ρεπερτόριο ως τραγούδι, μη χορευτικό. Κάποιοι ίσως το τοποθετήσουν στα Σταφιδιανά ή Ταμπαχανιώτικα της Κρήτης. Στην ουσία ξεχάστηκε και επανήλθε με δύο επανεκτελέσεις του Ναύτη σε ακαδημαϊκές ηχογραφήσεις, στις δεκαετίες 1970-80 και '80-'90.
Τον ίδιο τίτλο συνάντησα σε ένα ιστότοπο που είχε αναρτηθεί από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το θεωρούσε ως αποκριάτικο της Λέσβου. Ηχητικό αρχείο ή δείγμα δεν υπήρχε. Το είχαμε συζητήσει με το Ν.Διονυσόπουλο που είχε επιμεληθεί την έρευνα αυτή και μου είπε πως δεν το θυμόταν. Ούτως ή άλλως το σαιτ αυτό έχει κατέβει πλέον από το διαδίκτυο.
Όμως υπάρχει και μια άλλη εκδοχή ότι το "Ντούρου ντουρου" είναι Ηρακλειώτικο και είναι σύνθεση του Κων.Σφακιανάκη, λόγιου μουσικού που έκανε και διευθυντής του Ωδείου Χανίων στο μεσοπόλεμο, μετά τη δωρεά της Έλενας Βενιζέλου το 1925 και μεταξύ άλλων κατέγραψε μελωδίες του Κουφιανού, που κάποιες διασκεύασε δεκαετίες αργότερα η κόρη του, Μαριέλη Σφακιανάκη, που σπούδασε επίσης μουσική στη Γαλλία, εν ζωή σήμερα. Με μια αναζήτηση μπορείτε να βρείτε κάποια πρόσφατη παρουσίαση της μουσικής της, στο Ηράκλειο. Στο διαδίκτυο βρήκα μια παρτιτούρα του Σφακιανάκη με το "Ντούρου ντουρου" και φαίνεται ότι είναι Κοντυλιές ενώ η μαντινάδα που τις συνοδεύει είναι "Πείσματα και πεισματικά εμένα μη μου κάνεις". Αυτές τις Κοντυλιές τις έχει ηχογραφήσει και ο Ν.Ξυλούρης. Στο youtube υπάρχει η εκτέλεση του Αβησυνού (πατέρα) και πιθανότατα είναι αυτό.
Εν κατακλείδι κρητικά "Ντούρου ντουρου" είναι τρία, του Χαρίλαου, του Σφακιανάκη και του Λαζαρίδη. Το τελευταίο, αν θέλουμε το βάζουμε μιας και έχει ηχογραφήσει και άλλα κρητικά ο συγκεκριμένος. Το ότι βάζει τον τίτλο "Ηρακλειώτικο" ο Λαζαρίδης είναι κι αυτό σημαντικό.
Υ.Γ.
Για το Λαζαρίδη βρήκα πρόσφατα κάποια λίγα στοιχεία. Όμως παραμένει άγνωστο το βιογραφικό του.
Δεδομένου της καλής γνώσης του αμανέ πρέπει να ήταν Σμυρνιός ή Πολίτης.»

Τα παραπάνω ερευνητικά στοιχεία προστέθηκαν, με αφορμή αυτή την ανάρτηση, στο rebetiko.sealabs.net από τον ntouzenis.  

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2022

239. PANIVAR PA-523 ΣΤΑΓΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΜΕΤΖΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1972

Σταγάκης Εμμανουήλ- Μετζάκης Γεώργιος PANIVAR PA-523 Μιας κρυφής αγάπης πόνο - Πάντα με τέχνη κυνηγώ 1972- 45rpm- 7'' 
Ο περίφημος οργανοποιός και λυράρης Μανώλης Σταγάκης γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1913 στην Αρκούδαινα (Αρχοντική) Ρεθύμνου και έζησε εκεί μέχρι το 1940. Γιος του Διονύση και της Μαρίας , είχε άλλα δέκα αδέλφια. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο και μετά ασχολήθηκε με τη γεωργία. Παράλληλα ασχολήθηκε και με τη μουσική μαθαίνοντας λύρα.
Ως πρότυπα είχε το συγχωριανό του λυράρη  Τζιρογιώργη (Γιώργη Τζιράκη) και τον Φύσα (Μανώλη Φυσάκη) από την γειτονική Επισκοπή. 
«Εμεγάλωσα εκεί. Έμαθα, ό,τι ήξερα τα γράμματα που μαθαίνουνε στο ∆ηµοτικό, δεν προχώρησα όχι. Γιατί είχα πολυμελή οικογένεια, αδέρφια δηλαδή και αυτά και δεν είχα περιθώριο παρόλο όπου ήμουνα πολύ καλός μαθητής. Και δεν πήγα παραπέρα. Επιδόθηκα εις τη λύρα χάρη του φυσικού, του φυσικού πάθους τση μουσικής που δεν το έχουνε όλοι οι ανθρώποι. Άλλοι έχουν λίγο, άλλοι πολύ, άλλοι περισσότερο και ξέρω ‘γω. Μέχρι και εξ’ υµών, των ανθρώπων δηλαδή δεν έχουν καθόλου, δεν θέλουν καθόλου να ακούσουν µουσική. Το ξέρετε βέβαια, ε; Και επιδόθηκα εκεί όπως όλοι απού την αρχή που… δεν υπήρχανε τότε κατασκευασταί. Μονό κάναµε εκειά, πουλούσαµε τα 2 προβατάκια µας, την πραµάτεια µας οπού λέγαµε και µια λύρα ο καθένας όπως µπορούσαµε ή πηγαίναµε σε ένα µαραγκό που λέγαµε τότε, επιπλοποιό και µε κάποιο τρόπο και τέλος πάντων όπως µπορούσε ο καθένας να κατασκευάσει ή να βρει τέλος πάντων µια λύρα.
Την έπαιζε λοιπόν αυτή τη λύρα όπως του επέτρεπαν οι δυνάµεις του, οι µουσικές του δυνάµεις, ο χρόνος και τόσες άλλες αιτίες. Σιγά σιγά, πριν ακόµη εγώ έρθω δηλαδή σε ηλικία να αρχίσω τα γλέντια, ήτονε στην Επισκοπή εκεί στο χωριό, επειδή στην Αρχοντική και στην Επισκοπή στην πάνω µεριά το σπίτι µας, αλλά εκεί η περιοχή λέγεται Αρχοντική, και λέω ότι είµαι από την Αρχοντική. Εκεί λοιπόν υπήρχε τότε ο διάσηµος Ψύλλος, του Ψυλλάκη, ο οποίος ήτονε το πρώτο λαγούτο που, για µένα δηλαδή, που εγέννησε η Κρήτη. Αυτός καταγότανε από τα Σφακιά, από το Σφακιανό Μουρί που λέγανε και είχενε έρθει ο πατέρας του σώγαµπρος που λέµε εµείς εις την Επισκοπή και γεννήθηκε στην Επισκοπή εκείνος. Σιγά σιγά λοιπόν, όπως εξελίσσοντο η κατάσταση γενικά, άρχισαν τα γλέντια οι ανθρώποι, µια φορά ποιος ξέρει βέβαια παλιότερα πως εγίνονταν. Και έπαιζε ένας λυράρης µε ένα λαουτιέρη ή µε ένα µαντολινάκι, ή δεν ξέρω ‘γω όπως µπορούσανε να βγάλουνε το γλέντι.»
Επαγγελματικά ξεκίνησε στα δεκαεπτά του σε γαμήλιο γλέντι, συντροφιά με τον θρυλικό λαγουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλλο, με τον οποίον αποφασίζει να φτιάξει την πρώτη λύρα λόγω του ότι δεν τον ‘’συγκινούσαν’’ και τόσο οι λύρες τις εποχής. Το ρεπερτόριο τους περιελάμβανε κυρίως συρτά (τα οποία ήταν αρκετά διαδεδομένα στο δυτικό Ρέθεμνος), αλλά και σούστες, πεντοζάλια, κ.λ.π. Πέρα από το νομό Ρεθύμνου, έπαιξαν στα Σφακιά, στην Κίσσαμο αλλά και στην επαρχία Σελίνου Χανίων. Ήταν πολύ δεμένοι  μάλιστα κατά δήλωση του ίδιου του Σταγάκη, ο θάνατος του Ψύλλου το 1941 τον συγκλόνισε τόσο, που όταν τέλειωσε η τραγωδία της Κατοχής και της εθνικής αντίστασης, έπαψε ν’ ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική και επιδόθηκε αποκλειστικά στην οργανοποιία, στην οποία και έγραψε τελικά την ιστορία του. Έτσι ερχόμενος στην πόλη (Ρέθυμνο) γύρω στο 1945, ανοίγει το πρώτο οργανοποιείο στην οδό Δημακοπούλου δίπλα στην “Μεγάλη Πόρτα” που λειτούργησε μέχρι το 1995.
Στην μετέπειτα πορεία του Οργανοποιείου γύρω στο 1970-72 παίρνουν την σκυτάλη Μιχάλης και ο Δημήτρης Σταγάκης, γιοί του Μανόλη Σταγάκη όπου και δουλεύουν παράλληλα. Ο Μιχάλης Σταγάκης έθεσε με την σειρά του την δικιά του ανεξίτηλη σφραγίδα στην Ιστορία της κατασκευής της Λύρας αλλά και σε συνεργασία του με τον οίκο κατασκευής μουσικών χορδών DOGAL κατασκεύασε τις χορδές που χρησιμοποιούνται σήμερα ευρέως και είναι γνωστές διεθνώς ως Lira di Creta. Ο Δημήτρης Σταγάκης και αυτός με την σειρά του έχει συμβάλλει αισθητά στην κατασκευή αλλά και στην βελτίωση της Λύρας. Επίσης θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς βιολοκατασκευαστές στην Ευρώπη με βιολιά εξαιρετικής ποιότητας που παίζονται σε Ευρωπαϊκές Συμφωνικές Ορχήστρες από καταξιωμένους παίχτες και διδάκτορες αυτού του μουσικού οργάνου.
Ο Μανόλης Σταγάκης ήταν από τους πιο ονομαστούς οργανοποιούς στην Κρήτη για πάνω από 50 χρόνια. Μαζί με τον Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά (ανιψιό του γνωστού λυράρη Αντ. Παπαδάκη ή Καρεκλά), ο οποίος σκοτώθηκε στο αλβανικό μέτωπο, θεωρούνται οι αναμορφωτές της κρητικής λύρας και οι υπεύθυνοι για τη σύγχρονη μορφή της (δουλεύοντας όμως ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο). “Έδωσαν” αρκετά χαρακτηριστικά του βιολιού και του μαντολίνου (στριφτάλια, γλώσσα, σχήμα, κ.α.) δίνοντας της έτσι  μεγαλύτερες μουσικές δυνατότητες. Για την κατασκευή του οργάνου χρησιμοποιούσε ξύλο καρυδιάς, μουρνιάς, αυστριακό κελεμπέκι, ασφένδαμο αλλά και κατράνι (ξύλο που προέρχεται από δοκάρια παλαιών κτισμάτων) που σήμερα είναι δυσεύρετα και πανάκριβα.
Το κατράνι χρησιμοποιείται για το καπάκι (εμπρόσθιο μέρος) της λύρας και είναι αυτό που επηρεάζει άμεσα τον ήχο του οργάνου. Στην μετέπειτα πορεία του οργανοποιείου, την δεκαετία του 1970 παίρνει την σκυτάλη ο γιος του Μιχάλης και δουλεύουν παράλληλα. Δυστυχώς το 1995 διεκόπη η συνεχής παραγωγή των μουσικών οργάνων των Σταγάκηδων λόγω του ξαφνικού θανάτου του Μιχάλη. Για σύντομο μόνο χρονικό διάστημα και τούτο διότι σήμερα ο γιος του Μιχάλη – Μανώλης (όπως και ο παππούς του) – είναι ήδη ένας αξιόλογος οργανοποιός ο οποίος έχει μεταφέρει το εργαστήρι στην περιοχή Καστελλάκια του Ρεθύμνου.
Ο Μανώλης Σταγάκης μπορεί να σταμάτησε να παίζει λύρα επαγγελματικά, αλλά δισκογραφικά είχε παρουσία με δίσκους 45″, ενώ κυκλοφόρησε και δίσκο 33″ με τίτλο “Τα χρόνια ασπρίζουν τα μαλλιά” (Arkadi 101).
Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι λυράρηδες της Κρήτης, όπως ο Σκορδαλός, ο Μουντάκης, ο Κλάδος, ο Νίκος ο Ξυλούρης, κ.α., επέλεξαν τα όργανα που κατασκεύαζαν οι Σταγάκηδες. Οι λύρες τους, ακόμα και σήμερα θεωρούνται μεγάλης αξίας και είναι οι πιο ονομαστές στην Κρήτη.  O Γεράσιμος Σταματογιαννάκης είπε: “…ο Σταγάκης μας έσαξενε λύρες κι επαίζαμενε κι άκουες μουσική!”
Ο αγαπητός σε όλους του Ρεθυμνιώτες μπάρμπα-Μανώλης “έφυγε” το απόγευμα της 26ης Απριλίου του 2006 σε ηλικία 92 ετών.
Στον Άδη μαζωχτήκανε λυράρηδες πληθώρα,
απού ’σαν ούλοι ξακουστοί στο γ-κόσμο τον απάνω.
Μούντης, Θανάσης Σκορδαλός και Ροδινός Αντρέας,
Νίκος Ξυλούρης και Στραβός γ-ή Πασπαρομανώλης,
Μουζουρογιώργης, Καρεκλάς, Αλέκος Καραβίτης,
Λαγός, Κοντύλης, Γαλιανός κι ο γέρο Μαρκογιώργης,
Ξηραδογιώργης, Δάνδολος κι ο Μήτσος ο Καφφάτος,
Φραγκής, Μανώλης Κατσαμάς κι ο Χατζηδοβαγγέλης,
Βυζιργιαννάκης, Πλακιανός κι ο Γιώργης Καλογρίδης,
ο Σταυρουλάκης Παντελής με το Δερμιτζογιάννη
κι άλλοι πολλοί και ξακουστοί, που για να τσ’ αριθμήσω
η κόλλα κι ούλα τα γραφτά μέσα δε τζι χωρούνε,
κι εγύρευγαν το μερακλή που τσι ’σαζε τσι λύρες,
το λυρατζή, το γλεντιστή, τση λύρας τον πατέρα
απού ’διδε γλυκιά λαλιά στο ξύλο που ’πελέκα!
Γυρεύγανε να σμίξουνε με το Σταγομανώλη,
κι είχαν το γιο ντου συντροφιά, τον άτυχο Μιχάλη
σάμε να ’ρθεί ο κύρης ντου να τον σφιχταγκαλιάσει,
τσι λύρες να του δώσουνε, φωνή να ντώσε δώσει,
να των αλλάξει τα κλειδιά, τσι κόρδες να περάσει,
να παίζουνε γλυκούς σκοπούς, να στέσουν χοροστάσι.
Σταγομανώλη μίσεψες μα ποιος θα σε ξεχάσει
οι λύρες σου θ’ ακούγουνται σάμε να στέκει η πλάση!
Άρχοντα, ούλους τσι παλιούς να μου τσι χαιρετήξεις
τσι λυρατζήδες τσι καλούς στον Άδη που θα σμίξεις.
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο μαζί με τον Σταγάκη ο Γιώργος Μετζάκης (βλέπε αναρτήσεις 76,141,152 και 208).
Οι σκαναρισμένες ετικέτες (ζεύγος) από τον φίλο Ιδομενέα Παπαδογιάννη.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2022

238. MINOS 5038 ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΡΟΔΑΜΑΝΘΟΣ- ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΚΑΚΛΙΔΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ 1969

Ανδρουλάκης Ροδάμανθος (Ραδάμανθης)- Μανιάς Νίκος- Κακλής (Κακλιδάκης) Μανώλης MINOS 5038  Ότι ζητούσα στη ζωή - Μαλεβιζιώτικο 1969- 45rpm- 7''

 

«Ραδάμανθης, έτσι με βαφτίσανε. Ο Ραδάμανθης ήτονε αδερφός του Μίνωα. Εμένα όμως με λέγαν Ραδάμανθη γιατί λέγαν τον παππού μου έτσι. Κι ο παππούς μου είχε οχτώ παιδιά και δεν έβγαλε κανείς το όνομά του παρά μόνο ο πατέρας μου, γιατί όταν χρειαζόταν να κάνει καμιά συναλλαγή με κάτι κρατικό ας το πούμε, τους φαινότανε δύσκολο το όνομα, άλλος ήλεγε ναι κι άλλος έβανε το Ραδάμανθης, διάφορα τέτοια γραμματικά. Άνοιξα το ραφείο κι έβαλα «Ραδάμανθης» και στεκότανε ορισμένοι ανθρώποι των γραμμάτων και κάνανε κριτική στην ταμπέλα. «Λάθος είναι γραμμένο». Άλλος ήλεγε έτσι, μου βάλανε, άλλαζα το όνομα δεν ξέρω πόσες φορές. Και ο πατέρας μου λέει: «Εγώ τόνε θέλω Ροδάμανθο κι ας είναι μοναχός του» απ’ τα αδέρφια τώρα του πατέρα μου.

Εγώ προ λίγου το ‘πα, αλλά μου φαίνεται δεν το ‘χετε γραμμένο. Είπα ότι όλοι οι λυράρηδες τότε παρακολουθούσαν τον Σκορδαλό. Εγώ λοιπόν, ήταν το πρότυπό του ο Κλάδος που βλέποντάς τον, έβλεπα πως έπαιζε καλύτερα τον Σκορδαλό από μένα. Τον Σκορδαλό, από μένα. Λοιπόν, κοίταζα, λοιπόν, να τον ρουφήξω που λέμε και με τα μάτια και με τ’ αυτιά να το παίζω κι εγώ έτσι. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ενώ παίζαμε με τον Μαρκογιάννη σε πολλά γλέντια, μου λέει ο Μαρκογιάννης: «ο Σκορδαλός έχει κατέβει με άδεια. Αυτός ήταν στην Αθήνα, στην Τράπεζα Ελλάδος» και του λέω «μπορείς να του πεις να ‘ρθει να παίξει στ’ Αμάρι;» Στο Αμάρι τώρα, του Αγίου Τίτου, 25 Αυγούστου ήταν ένα πανηγύρι, μπορώ να πω καλύτερο σ’όλη την Κρήτη. Κι από οικονομικής πλευράς, ξακουστό πανηγύρι εν πάση περιπτώσει. Εγώ τότε είχα ανάγκη το πενηνταράκι.

Πολλές φορές επήγαινα νηστικός στο μαγαζί επειδή δεν είχα λεφτά να πάω να φάω λίγα μακαρόνια. Καταλάβατε λοιπόν τι ανάγκη είχα από λεφτά. Κι όμως προκειμένου να δω τον Σκορδαλό, λέω «δεν θέλω λεφτά. «Μπορείς να πάρεις τον Σκορδαλό να ‘ρθει να παίξει στο πανηγύρι να παίξω κι εγώ μαζί σας κι ό,τι θέλετε, λέω, δώστε;» Εγώ τον Σκορδαλό τότε τον έπαιζα πάνω από 80%, τον έπαιζα. Αφού πριν από πολύ καιρό, την εποχή που έπαιξα στον γάμο στο Μοναστηράκι που ήμουν σε ηλικία έντεκα χρονών, εγινόταν ένα πανηγύρι στο Άνω μέρος και ένας από το Άνω μέρος είναι μαθητής του.... Λέω θα πάω να βρω τον νονό μου. Κοπέλι εγώ, μικρός. Και πάω λοιπόν στο Άνω μέρος, κι έπαιζα με τα κοπέλια, κάποια στιγμή βγαίνω, πάω και παίζω στο γλέντι και μου λέει ένας μακαρίτης Μπούσκας
απ’ το Αμάρι «να δώσουμε στον κοπέλι να παίξει μια ολιά». Και καθίζω λοιπόν εγώ στη λύρα και κάνω: (Τραγουδάει με τα ρι ραν).
Με τη λύρα του Σκορδαλού. Αυτή, εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολο να το παίξουν οι λυράρηδες. Λυράρηδες δηλαδή, επαγγελματίες κι όταν μ’ακούσανε κι έπαιξα του Σκορδαλού τόσο καλά, από το κέφι που κάναν, επιάσαν την καρέκλα και με σηκώσανε όρθιο και με γυρίζανε γύρω γύρω στον οντά. Εγώ για να μην πέσω κιόλας, που ήταν και πιωμένοι, έπιασα τη λύρα έτσι και την καρέκλα και στερεώθηκα. Εκείνη την εποχή. Ήρθενε λοιπόν ο Σκορδαλός στ’ Αμάρι, έγινε μια υποδοχή, σαν να ήταν ο πρωθυπουργός. Εγώ, λοιπόν, λέω «τι θα παίξω τώρα να μ’ ακούσει ο Σκορδαλός»; Κι όταν έπαιξα μου λέει: «Μπράβο παιδί μου, μπράβο παιδί μου»».

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μέρος (μέρη) της συνέντευξης (θα την βρείτε ολόκληρη στις πληροφορίες) του Ροδάμανθου Ανδρουλάκη στους ερευνητές Θεοδοσοπούλου Ειρήνη και Σπυρόπουλου Σπυρίδων για το Τ.Ε.Ι. Κρήτης (Παράρτημα Ρεθύμνου).

Βιογραφικά στοιχεία για τον Ροδάμανθο Ανδρουλάκη στην ανάρτηση 61, για τον Νίκο Μανιά στις αναρτήσεις 4,9,10,19,71,133,164,215 και τέλος για τον Μανώλη Κακλή στις αναρτήσεις 5 και 61.

Όμορφες μελωδίες με την λύρα του Ροδάμανθου, τη φωνή και τα λαούτα του Μανιά και του Κακλή. 

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).