Σταγάκης
Εμμανουήλ- Μετζάκης Γεώργιος PANIVARPA-523 Μιας κρυφής αγάπης πόνο - Πάντα με τέχνη κυνηγώ 1972- 45rpm-
7''
Ο περίφημος οργανοποιός και λυράρης Μανώλης Σταγάκης γεννήθηκε το
Δεκέμβρη του 1913 στην Αρκούδαινα (Αρχοντική) Ρεθύμνου και έζησε εκεί μέχρι το
1940. Γιος του Διονύση και της Μαρίας , είχε άλλα δέκα αδέλφια. Τελείωσε το
δημοτικό σχολείο και μετά ασχολήθηκε με τη γεωργία. Παράλληλα ασχολήθηκε και με
τη μουσική μαθαίνοντας λύρα.
Ως πρότυπα είχε το συγχωριανό του λυράρη Τζιρογιώργη (Γιώργη
Τζιράκη) και τον Φύσα (Μανώλη Φυσάκη) από την γειτονική Επισκοπή.
«Εμεγάλωσα εκεί. Έμαθα, ό,τι ήξερα
τα γράμματα που μαθαίνουνε στο ∆ηµοτικό, δεν προχώρησα όχι. Γιατί είχα πολυμελή
οικογένεια, αδέρφια δηλαδή και αυτά και δεν είχα περιθώριο παρόλο όπου ήμουνα
πολύ καλός μαθητής. Και δεν πήγα παραπέρα. Επιδόθηκα εις τη λύρα χάρη του φυσικού,
του φυσικού πάθους τση μουσικής που δεν το έχουνε όλοι οι ανθρώποι. Άλλοι έχουν
λίγο, άλλοι πολύ, άλλοι περισσότερο και ξέρω ‘γω. Μέχρι και εξ’ υµών, των
ανθρώπων δηλαδή δεν έχουν καθόλου, δεν θέλουν καθόλου να ακούσουν µουσική. Το
ξέρετε βέβαια, ε; Και επιδόθηκα εκεί όπως όλοι απού την αρχή που… δεν υπήρχανε τότε
κατασκευασταί. Μονό κάναµε εκειά, πουλούσαµε τα 2 προβατάκια µας, την πραµάτεια
µας οπού λέγαµε και µια λύρα ο καθένας όπως µπορούσαµε ή πηγαίναµε σε ένα
µαραγκό που λέγαµε τότε, επιπλοποιό και µε κάποιο τρόπο και τέλος πάντων όπως
µπορούσε ο καθένας να κατασκευάσει ή να βρει τέλος πάντων µια λύρα.
Την έπαιζε
λοιπόν αυτή τη λύρα όπως του επέτρεπαν οι δυνάµεις του, οι µουσικές του
δυνάµεις, ο χρόνος και τόσες άλλες αιτίες. Σιγά σιγά, πριν ακόµη εγώ έρθω
δηλαδή σε ηλικία να αρχίσω τα γλέντια,
ήτονε στην Επισκοπή εκεί στο χωριό, επειδή στην Αρχοντική και στην Επισκοπή
στην πάνω µεριά το σπίτι µας, αλλά εκεί η περιοχή λέγεται Αρχοντική, και λέω
ότι είµαι από την Αρχοντική. Εκεί λοιπόν υπήρχε τότε ο διάσηµος Ψύλλος, του
Ψυλλάκη, ο οποίος ήτονε το πρώτο λαγούτο που, για µένα δηλαδή, που εγέννησε η
Κρήτη. Αυτός καταγότανε από τα Σφακιά, από το Σφακιανό Μουρί που λέγανε και
είχενε έρθει ο πατέρας του σώγαµπρος που λέµε εµείς εις την Επισκοπή και
γεννήθηκε στην Επισκοπή εκείνος. Σιγά σιγά λοιπόν, όπως εξελίσσοντο η κατάσταση
γενικά, άρχισαν τα γλέντια οι ανθρώποι, µια φορά ποιος ξέρει βέβαια παλιότερα
πως εγίνονταν. Και έπαιζε ένας λυράρης µε ένα λαουτιέρη ή µε ένα µαντολινάκι, ή
δεν ξέρω ‘γω όπως µπορούσανε να βγάλουνε το γλέντι.»
Επαγγελματικά ξεκίνησε
στα δεκαεπτά του σε γαμήλιο γλέντι, συντροφιά με τον θρυλικό λαγουτιέρη Σταύρο
Ψυλλάκη ή Ψύλλο, με τον οποίον αποφασίζει να φτιάξει την πρώτη λύρα λόγω του
ότι δεν τον ‘’συγκινούσαν’’ και τόσο οι λύρες τις εποχής. Το ρεπερτόριο τους
περιελάμβανε κυρίως συρτά (τα οποία ήταν αρκετά διαδεδομένα στο δυτικό
Ρέθεμνος), αλλά και σούστες, πεντοζάλια, κ.λ.π. Πέρα από το νομό Ρεθύμνου,
έπαιξαν στα Σφακιά, στην Κίσσαμο αλλά και στην επαρχία Σελίνου Χανίων. Ήταν
πολύ δεμένοι μάλιστα κατά δήλωση του ίδιου του Σταγάκη, ο θάνατος του
Ψύλλου το 1941 τον συγκλόνισε τόσο, που όταν τέλειωσε η τραγωδία της Κατοχής
και της εθνικής αντίστασης, έπαψε ν’ ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσική και
επιδόθηκε αποκλειστικά στην οργανοποιία, στην οποία και έγραψε τελικά την
ιστορία του. Έτσι ερχόμενος στην πόλη (Ρέθυμνο) γύρω στο 1945, ανοίγει το πρώτο
οργανοποιείο στην οδό Δημακοπούλου δίπλα στην “Μεγάλη Πόρτα” που λειτούργησε
μέχρι το 1995.
Στην μετέπειτα πορεία του Οργανοποιείου γύρω στο 1970-72 παίρνουν
την σκυτάλη Μιχάλης και ο Δημήτρης Σταγάκης, γιοί του Μανόλη Σταγάκη όπου
και δουλεύουν παράλληλα. Ο Μιχάλης Σταγάκης έθεσε με την σειρά του την δικιά
του ανεξίτηλη σφραγίδα στην Ιστορία της κατασκευής της Λύρας αλλά και σε
συνεργασία του με τον οίκο κατασκευής μουσικών χορδών DOGAL κατασκεύασε τις
χορδές που χρησιμοποιούνται σήμερα ευρέως και είναι γνωστές διεθνώς ως Lira di
Creta. Ο Δημήτρης Σταγάκης και αυτός με την σειρά του έχει συμβάλλει
αισθητά στην κατασκευή αλλά και στην βελτίωση της Λύρας. Επίσης θεωρείται ένας
από τους πιο σημαντικούς βιολοκατασκευαστές στην Ευρώπη με βιολιά εξαιρετικής
ποιότητας που παίζονται σε Ευρωπαϊκές Συμφωνικές Ορχήστρες από καταξιωμένους
παίχτες και διδάκτορες αυτού του μουσικού οργάνου.
Ο Μανόλης Σταγάκης ήταν από τους πιο ονομαστούς οργανοποιούς στην
Κρήτη για πάνω από 50 χρόνια. Μαζί με τον Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά (ανιψιό του
γνωστού λυράρη Αντ. Παπαδάκη ή Καρεκλά), ο οποίος σκοτώθηκε στο αλβανικό
μέτωπο, θεωρούνται οι αναμορφωτές της κρητικής λύρας και οι υπεύθυνοι για τη
σύγχρονη μορφή της (δουλεύοντας όμως ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο). “Έδωσαν”
αρκετά χαρακτηριστικά του βιολιού και του μαντολίνου (στριφτάλια, γλώσσα, σχήμα,
κ.α.) δίνοντας της έτσι μεγαλύτερες μουσικές δυνατότητες. Για την
κατασκευή του οργάνου χρησιμοποιούσε ξύλο καρυδιάς, μουρνιάς, αυστριακό
κελεμπέκι, ασφένδαμο αλλά και κατράνι (ξύλο που προέρχεται από δοκάρια παλαιών
κτισμάτων) που σήμερα είναι δυσεύρετα και πανάκριβα.
Το κατράνι χρησιμοποιείται
για το καπάκι (εμπρόσθιο μέρος) της λύρας και είναι αυτό που επηρεάζει άμεσα
τον ήχο του οργάνου. Στην μετέπειτα πορεία του οργανοποιείου, την δεκαετία του
1970 παίρνει την σκυτάλη ο γιος του Μιχάλης και δουλεύουν παράλληλα. Δυστυχώς
το 1995 διεκόπη η συνεχής παραγωγή των μουσικών οργάνων των Σταγάκηδων λόγω του
ξαφνικού θανάτου του Μιχάλη. Για σύντομο μόνο χρονικό διάστημα και τούτο διότι
σήμερα ο γιος του Μιχάλη – Μανώλης (όπως και ο παππούς του) – είναι ήδη ένας
αξιόλογος οργανοποιός ο οποίος έχει μεταφέρει το εργαστήρι στην περιοχή
Καστελλάκια του Ρεθύμνου.
Ο Μανώλης Σταγάκης μπορεί να σταμάτησε να παίζει λύρα επαγγελματικά,
αλλά δισκογραφικά είχε παρουσία με δίσκους 45″, ενώ κυκλοφόρησε και δίσκο 33″
με τίτλο “Τα χρόνια ασπρίζουν τα μαλλιά” (Arkadi 101).
Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτεροι λυράρηδες της Κρήτης,
όπως ο Σκορδαλός, ο Μουντάκης, ο Κλάδος, ο Νίκος ο Ξυλούρης, κ.α., επέλεξαν τα
όργανα που κατασκεύαζαν οι Σταγάκηδες. Οι λύρες τους, ακόμα και σήμερα
θεωρούνται μεγάλης αξίας και είναι οι πιο ονομαστές στην Κρήτη. O
Γεράσιμος Σταματογιαννάκης είπε: “…ο Σταγάκης μας έσαξενε λύρες κι επαίζαμενε
κι άκουες μουσική!”
Ο αγαπητός σε όλους του Ρεθυμνιώτες μπάρμπα-Μανώλης “έφυγε” το
απόγευμα της 26ης Απριλίου του 2006 σε ηλικία 92 ετών.
Στον Άδη μαζωχτήκανε
λυράρηδες πληθώρα,
απού ’σαν ούλοι ξακουστοί στο γ-κόσμο τον απάνω.
Μούντης, Θανάσης Σκορδαλός και Ροδινός Αντρέας,
Νίκος Ξυλούρης και Στραβός γ-ή Πασπαρομανώλης,
Μουζουρογιώργης, Καρεκλάς, Αλέκος Καραβίτης,
Λαγός, Κοντύλης, Γαλιανός κι ο γέρο Μαρκογιώργης,
Ξηραδογιώργης, Δάνδολος κι ο Μήτσος ο Καφφάτος,
Φραγκής, Μανώλης Κατσαμάς κι ο Χατζηδοβαγγέλης,
Βυζιργιαννάκης, Πλακιανός κι ο Γιώργης Καλογρίδης,
ο Σταυρουλάκης Παντελής με το Δερμιτζογιάννη
κι άλλοι πολλοί και ξακουστοί, που για να τσ’ αριθμήσω
η κόλλα κι ούλα τα γραφτά μέσα δε τζι χωρούνε,
κι εγύρευγαν το μερακλή που τσι ’σαζε τσι λύρες,
το λυρατζή, το γλεντιστή, τση λύρας τον πατέρα
απού ’διδε γλυκιά λαλιά στο ξύλο που ’πελέκα!
Γυρεύγανε να σμίξουνε με το Σταγομανώλη,
κι είχαν το γιο ντου συντροφιά, τον άτυχο Μιχάλη
σάμε να ’ρθεί ο κύρης ντου να τον σφιχταγκαλιάσει,
τσι λύρες να του δώσουνε, φωνή να ντώσε δώσει,
να των αλλάξει τα κλειδιά, τσι κόρδες να περάσει,
να παίζουνε γλυκούς σκοπούς, να στέσουν χοροστάσι.
Σταγομανώλη μίσεψες
μα ποιος θα σε ξεχάσει
οι λύρες σου θ’ ακούγουνται σάμε να στέκει η πλάση!
Άρχοντα, ούλους τσι
παλιούς να μου τσι χαιρετήξεις
τσι λυρατζήδες τσι καλούς στον Άδη που θα σμίξεις.
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο μαζί με τον Σταγάκη ο Γιώργος
Μετζάκης (βλέπε αναρτήσεις 76,141,152 και 208).
Οι σκαναρισμένες ετικέτες (ζεύγος) από τον φίλο Ιδομενέα Παπαδογιάννη.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
Ανδρουλάκης Ροδάμανθος (Ραδάμανθης)-
Μανιάς Νίκος- Κακλής (Κακλιδάκης) Μανώλης MINOS 5038 Ότι ζητούσα στη ζωή - Μαλεβιζιώτικο 1969- 45rpm-
7''
«Ραδάμανθης, έτσι με βαφτίσανε. Ο Ραδάμανθης ήτονε αδερφός του Μίνωα.
Εμένα όμως με λέγαν Ραδάμανθη γιατί λέγαν τον παππού μου έτσι. Κι ο παππούς μου
είχε οχτώ παιδιά και δεν έβγαλε κανείς το όνομά του παρά μόνο ο πατέρας μου,
γιατί όταν χρειαζόταν να κάνει καμιά συναλλαγή με κάτι κρατικό ας το πούμε,
τους φαινότανε δύσκολο το όνομα, άλλος ήλεγε ναι κι άλλος έβανε το Ραδάμανθης,
διάφορα τέτοια γραμματικά. Άνοιξα το ραφείο κι έβαλα «Ραδάμανθης» και στεκότανε
ορισμένοι ανθρώποι των γραμμάτων και κάνανε κριτική στην ταμπέλα. «Λάθος είναι
γραμμένο». Άλλος ήλεγε έτσι, μου βάλανε, άλλαζα το όνομα δεν ξέρω πόσες φορές.
Και ο πατέρας μου λέει: «Εγώ τόνε θέλω Ροδάμανθο κι ας είναι μοναχός του» απ’
τα αδέρφια τώρα του πατέρα μου.
Εγώ προ λίγου το ‘πα, αλλά μου φαίνεται δεν το ‘χετε γραμμένο. Είπα
ότι όλοι οι λυράρηδες τότε παρακολουθούσαν τον Σκορδαλό. Εγώ λοιπόν, ήταν το
πρότυπό του ο Κλάδος που βλέποντάς τον, έβλεπα πως έπαιζε καλύτερα τον Σκορδαλό
από μένα. Τον Σκορδαλό, από μένα. Λοιπόν, κοίταζα, λοιπόν, να τον ρουφήξω που
λέμε και με τα μάτια και με τ’ αυτιά να το παίζω κι εγώ έτσι. Κάποια στιγμή,
λοιπόν, ενώ παίζαμε με τον Μαρκογιάννη σε πολλά γλέντια, μου λέει ο
Μαρκογιάννης: «ο Σκορδαλός έχει κατέβει με άδεια. Αυτός ήταν στην Αθήνα, στην Τράπεζα Ελλάδος» και του λέω «μπορείς να του
πεις να ‘ρθει να παίξει στ’ Αμάρι;» Στο Αμάρι τώρα, του Αγίου Τίτου, 25
Αυγούστου ήταν ένα πανηγύρι, μπορώ να πω καλύτερο σ’όλη την Κρήτη. Κι από
οικονομικής πλευράς, ξακουστό πανηγύρι εν πάση περιπτώσει. Εγώ τότε είχα ανάγκη
το πενηνταράκι.
Πολλές φορές επήγαινα νηστικός στο μαγαζί επειδή δεν είχα λεφτά
να πάω να φάω λίγα μακαρόνια. Καταλάβατε λοιπόν τι ανάγκη είχα από λεφτά. Κι όμως
προκειμένου να δω τον Σκορδαλό, λέω «δεν θέλω λεφτά. «Μπορείς να πάρεις τον
Σκορδαλό να ‘ρθει να παίξει στο πανηγύρι να παίξω κι εγώ μαζί σας κι ό,τι
θέλετε, λέω, δώστε;» Εγώ τον Σκορδαλό τότε τον έπαιζα πάνω από 80%, τον έπαιζα.
Αφού πριν από πολύ καιρό, την εποχή που έπαιξα στον γάμο στο Μοναστηράκι που
ήμουν σε ηλικία έντεκα χρονών, εγινόταν ένα πανηγύρι στο Άνω μέρος και ένας από
το Άνω μέρος είναι μαθητής του.... Λέω θα πάω να βρω τον νονό μου. Κοπέλι εγώ,
μικρός. Και πάω λοιπόν στο Άνω μέρος, κι έπαιζα με τα κοπέλια, κάποια στιγμή βγαίνω,
πάω και παίζω στο γλέντι και μου λέει ένας μακαρίτης Μπούσκας
απ’ το Αμάρι «να δώσουμε στον κοπέλι να παίξει μια ολιά». Και καθίζω λοιπόν εγώ
στη λύρα και κάνω: (Τραγουδάει με τα ρι ραν).
Με τη λύρα του Σκορδαλού. Αυτή,
εκείνη την εποχή δεν ήταν εύκολο να το παίξουν οι λυράρηδες. Λυράρηδες δηλαδή,
επαγγελματίες κι όταν μ’ακούσανε κι έπαιξα του Σκορδαλού τόσο καλά, από το κέφι
που κάναν, επιάσαν την καρέκλα και με σηκώσανε όρθιο και με γυρίζανε γύρω γύρω στον
οντά. Εγώ για να μην πέσω κιόλας, που ήταν και πιωμένοι, έπιασα τη λύρα έτσι
και την καρέκλα και στερεώθηκα. Εκείνη την εποχή. Ήρθενε λοιπόν ο Σκορδαλός στ’
Αμάρι, έγινε μια υποδοχή, σαν να ήταν ο πρωθυπουργός. Εγώ, λοιπόν, λέω «τι θα
παίξω τώρα να μ’ ακούσει ο Σκορδαλός»; Κι όταν έπαιξα μου λέει: «Μπράβο παιδί
μου, μπράβο παιδί μου»».
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μέρος (μέρη) της συνέντευξης (θα την
βρείτε ολόκληρη στις πληροφορίες) του Ροδάμανθου Ανδρουλάκη στους ερευνητές Θεοδοσοπούλου
Ειρήνη και Σπυρόπουλου Σπυρίδων για το Τ.Ε.Ι. Κρήτης (Παράρτημα
Ρεθύμνου).
Βιογραφικά στοιχεία για τον Ροδάμανθο Ανδρουλάκη
στην ανάρτηση 61, για τον Νίκο Μανιά στις αναρτήσεις 4,9,10,19,71,133,164,215
και τέλος για τον Μανώλη Κακλή στις αναρτήσεις 5 και 61.
Όμορφες μελωδίες με την λύρα του Ροδάμανθου, τη φωνή και τα λαούτα
του Μανιά και του Κακλή.
Τσαούσης Ανδρέας-
Κοκοντίνης Παναγιώτης MUSICBOXMB 603 Με τα
μάτια μου την είδα (Καλαματιανός) - Κλαίνε οι κάμποι για νερό (Τσάμικος) 1966-
45rpm- 7''
«O Ανδρέας Τσαούσης γεννήθηκε στην Αγόριανη (Λιλαία) Φωκίδας στις 28
Ιανουαρίου του 1925. Το πρωτότοκο παιδί του Παναγιώτη και της Ευθυμίας Τσαούση.
Τα άλλα δυο αδέρφια του η Σουλτάνα και ο Γιώργος.
Άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του σε ολόκληρη την χώρα με τις
ερμηνευτικές του ικανότητες που τον κατέταξαν σε μια κορυφαία λίστα καλλιτεχνών
που τίμησαν το παραδοσιακό τραγούδι.
Υπηρέτησε με πάθος και αγάπη και πάντα από τη θέση του πρωταγωνιστή
ένα μεγάλο κομμάτι του νεοελληνικού πολιτισμού μας, το δημοτικό τραγούδι και το
υπηρέτησε μέσα απ’ το δυσκολότερο ίσως κομμάτι, τα πανηγύρια. Άλλωστε ο ίδιος
έχει δηλώσει επανειλημμένα: «Η ζωή μου, ήταν, είναι και θα είναι τα
πανηγύρια».
Γνωστός ως επαγγελματίας είναι από το 1955 που τραγουδούσε στα
πανηγύρια της Φωκίδος, της Φθιώτιδας και πιο πολύ της Βοιωτίας.
O Tσαούσης σπάνια εμφανίστηκε σε κέντρο της Αθήνας, παρόλο που έχει
και όνομα και ζήτηση. Ας σημειωθεί ότι μια χρονιά που εργάστηκε στη “Zούγκλα”
(το 1967) άφησε εποχή. Του άρεσε πιο πολύ η επαρχία και το
πανηγύρι. Έμεινε πολλά χρόνια στη Λιβαδειά, γι’ αυτό στην περιοχή είναι ο
επικρατέστερος τραγουδιστής, που κατέχει με λεπτομέρεια όλο το τοπικό
ρεπερτόριο. O Tσαούσης είναι από τους πιο άρτιους δημοτικούς τραγουδιστές και
ασχολήθηκε μόνο με το παραδοσιακό τραγούδι, το οποίο το επέβαλε κιόλας, αφού
διαθέτει ογκώδη φωνή και ωραίο ύφος. Τραγουδούσε τα πάντα, καμπίσιο,
χιτζάζ, καγκέλι και κλέφτικο.
Από τις ωραιότερες ερμηνείες του Aνδρέα Tσαούση, είναι το κλέφτικο:
“Ποιος είδε τέτοιο θαύμασμα”. Πρόκειται για ιστορική ερμηνεία, όπως είναι “Tο
μνήμα του Δημάκη” που τό ’χει “σφραγίσει” η Tασία Bέρρα ή η “Δυστυχία” πού ’χει
“σφραγίσει” η Σοφία Kολλητήρη ή το “Aπόψε κρύο έκανε” με τον Tάκη Kαρναβά
κ.λ.π.
Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Ανδρέα Tσαούση είναι το «Θα αλλάξω
σπίτι και θα’ ρθώ» που του έγραψε ο Παναγιώτης Kοκοντίνης το 1967 και
τραγουδήθηκε σ’ όλη την Ελλάδα και το «Πατέρα μας μεγάλωσες» του Γιώργου
Πολύζου το «Πήρα το διαβατήριο», «Καινούργιοι δρόμοι», «Βασανισμένε άνθρωπε
ζήτησε το δευτέρι», «Ας ήταν βρε Νικηταρά», «Το κορίτσι σου κυρά μου», «Παιδιά
μου ήρθε ο Χινόπωρος», «Που ήσουνα βρε αδελφέ», «Πως περάσανε τα χρόνια», «Μια
χούφτα είστε χωριανοί», «Εκεί ψηλά στον Παρνασσό», «Κορμί μου πως κατάντησες»,
«Πέρα στον πέρα ποταμό», «Θα πάρω δρόμο μακρινό», «Κανείς γιατρός δεν μπόρεσε»,
«Ο μυλωνάς», «Μια χήρα πούλαγε κρασί», «Ο εργένης», «Πανάθεμα σας
βάσανα», «Σε ποιόν να πω το πόνο μου», «Μάνα το ‘χω παράπονο», «Αποσταμένος
περπατώ», «Κοντά σου ήρθα πλάτανε», «Μήλο μου ροδοκόκκινο» κ.α.».
Ανδρέας Τσαούσης στο σημερινό δισκάκι μαζί με Παναγιώτη Κοκοντίνη (βλέπε
και ανάρτηση 155) στο κλαρίνο. Χαρακτηριστική η φωνή του Τσαούση θυμίζει πάντα
νεοδημοτικά (προσωπική άποψη), παρόλο που έχει ξεκινήσει αρκετά παλιά.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).