Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

211. GENERAL GRAMOPHONE GGR 1008 ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ- ΧΑΛΙΓΙΑΝΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΚΟΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΑΣ 1976

Δεληγιάννης Δημήτριος- Χαλιγιάννης Αθανάσιος- Κόρος Γιώργος- Κοντογιώργος Κώστας GENERAL GRAMOPHONE GGR 1008 Να χαμηλώναν τα βουνά - Παπάδες και πνευματικοί 1976- 45rpm- 7''

 

Ο Δημήτριος Δεληγιάννης γεννήθηκε στην Γιαννιτσού Φθιώτιδας το 1940. Γνωστός τραγουδιστής δημοτικών τραγουδιών που η φωνή του είχε ακουστεί σε όλη την Ελλάδα και στην πολυετή καριέρα του είχε τραγουδήσει μαζί με όλα τα μεγάλα ονόματα του δημοτικού τραγουδιού.

Η μοίρα το έφερε να φύγει δύο μόλις 24ωρα μετά από την καλή του φίλη, Φιλιώ Πυργάκη σε ηλικία 81 ετών.

Ο Θανάσης Χαλιγιάννης (βλέπε αναρτήσεις 22 και 182) γεννήθηκε το 1925. Το alter ego του Βασίλη Σαλέα του πρεσβύτερου. Καταγόταν από την μεγάλη οικογένεια μουσικών, των Χαλιγιάννηδων εκ Παρακαλάμου Ιωαννίνων. Γιος του Γιώργου Χαλιγιάννη και αδερφός του Νίκου που έπαιζε βιολί. Συμμετείχε σε πολλές ηχογραφήσεις και συνεργάστηκε με πολλούς λαϊκούς και δημοτικούς τραγουδιστές. Συνεργάστηκε ακόμα και με τον Στέλιο Καζαντζίδη παίζοντας σε δίσκους του. Δυστυχώς, έφυγε κι αυτός νωρίς.

Ο Γιώργος Κόρος (βλέπε αναρτήσεις 45 και 139) γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1923 στους Ανδρωνιάνους Εύβοιας, από πατέρα ιεροψάλτη, ο οποίος τον μύησε από μικρό στα μυστικά της βυζαντινής μουσικής. Σε ηλικία 9 ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί μόνος τους και στα 12 του έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύρι. Συνέχιζε να παίζει σε γάμους, γλέντια και ταβέρνες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '50, οπότε ξεκίνησε η καθαυτό επαγγελματική του καριέρα στη μουσική. 

Αυτός που τον επέβαλε στη δισκογραφία ήταν ο συνθέτης και ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης. Το 1953 τον άκουσε σ’ ένα κέντρο της Αθήνας και εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που έπαιζε το βιολί, σε μια εποχή που το όργανο αυτό ήταν περιθωριακό στη δημοτική μουσική. Από τότε, ο Γιώργος Κόρος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της λαϊκοδημοτικής μουσικής: Γιώργο Παπασιδέρη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Μήτσο Αραπάκη, Στέλιο Καζαντζίδη, Καίτη Γκρέι, Γιώτα Λύδια, Πάνο Γαβαλά, Μανώλη Αγγελόπουλο, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Ελένη Βιτάλη, Δημήτρη Ζάχο, Αλέκο Κιτσάκη, Σοφία Κολλητήρη, Στάθη Κάβουρα, Τασία Βέρρα, Μάκη Χριστοδουλόπουλο, Σοφία Εμφιετζή και πολλούς άλλους.

Ο Γιώργος Κόρος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2014, σε ηλικία 90 ετών. Είπε...¨Αν το δοξάρι του βιολιού μου ήταν πριόνι, με τις δοξαριές μου θα είχα κόψει όλα τα δέντρα και τα δάση της Ρωσίας.¨

¨Τα ταξίμια στο βιολί είναι σαν να μιλάμε, και ο ένας να λέει στον άλλον το παράπονό του, το αίσθημά του, την ιστορία του, κάτι που του έτυχε και ο άλλος πάλι να του λέει, τι λες βρε παιδί μου, αυτά έπαθες;¨.

Ο Κώστας Κοντογιώργος (βλέπε και ανάρτηση 90) γεννήθηκε στα Δερβενάκια και μεγάλωσε στη Βάλτσα της Κορινθίας. Μικρός ήταν τσομπάνης και έπαιζε φλογέρα και αργότερα πίπιζα. Κλαρίνο έμαθε στο στρατό. Ήταν σύμβουλος σε διάφορες φωνογραφικές εταιρίες για ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών. Ήταν μεγάλος μουσικός με δικό του παραδοσιακό ύφος και καλός συνθέτης. Είχε παίξει σε όλα τα δημοτικά κέντρα και συμμετείχε στην ηχογράφηση τουλάχιστον 1000 τραγουδιών με όλους τους τραγουδιστές. Κάθισε στο πάλκο μέχρι τα γεράματά του και μάλιστα είχε γράψει και ένα μικρό βιβλίο για τους παλιούς οργανοπαίχτες.

Πρώτη ανάρτηση για τον Δεληγιάννη, το σημερινό δισκάκι. Στο κλαρίνο ο Θανάσης Χαλιγιάννης, στο βιολί ο Γιώργος Κόρος και παραγωγή (διεύθυνση ορχήστρας) ο Κώστας Κοντογιώργος (κάνει χώρο στους νεότερους).  Η φωνή του Δεληγιάννη χαρακτηριστική στο δημοτικό τραγούδι. Έρχομαι και στους στίχους:

¨Παπάδες και πνευματικοί που το’βρατε γραμμένο,

πως δε φιλιούνται οι παπαδιές και οι παπαδοπούλες,

 (μ)ε φίλησα μια παπαδιά και μια παπαδοπούλα,

σαν τι γλυκό ήταν το φιλί τη νοστιμάδα που’χε,

 σαν μέλι και σαν ζάχαρη σαν πρόσφορα αφράτη¨

Τώρα αν οι στίχοι σου φαίνονται προκλητικοί σκέψου ότι το 1915 στη Σμύρνη είχε τραγουδήσει ο Γιώργος Βιτάλης με την Ελληνική Εστιουδιαντίνα το ¨Έλλη- Έλλη¨ που έλεγε:

¨Ανήμερα Χριστούγεννα, χτυπούσαν οι καμπάνες, χτυπούσαν οι καμπάνες.

Κι οι Χριστιανοί στην εκκλησιά κι η Έλλη με τς΄αγάδες, κι η Έλλη με τς΄αγάδες¨.

Φυσικά μη ξεχνάς και την εξομολόγηση του Μουντάκη (θα αναρτηθεί μελλοντικά) που φίλησε μάνα και θυγατέρα. Και πόσα άλλα σε παρόμοιο ύφος (τα έλεγαν σατυρικά για να περάσουν της λογοκρισίας).

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

210. RCA VICTOR 51g 3666 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1965

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης) RCA VICTOR 51g 3666 Είχα μια μεγάλη αγάπη (Καλαματιανός) - Όπου περνάς όπου σταθείς (Συρτός) 1965- 45rpm- 7''

«Ο μπαμπάς μου έπαιζε λύρα. Λύρα. Εμείς είμεθα εννιά αδέρφια, μεγάλη οικογένεια,

έπαιζε λύρα, ναι, έπαιζε λύρα ο μπαμπάς μου κι ήτανε εκείνη την εποχή απ’ τσι καλύτερους. Επήγαινε στα Σφακιά σε γάμους, επαρχία Αμαρίου, Μυλοποτάμου, όλο το νομό το Ρέθυμνο, πολύ λύρα. Λοιπόν. Εκεί τον παίρνανε το Σωματείο Κρητών στην Αθήνα. Κάθε τόσο τον παίρνανε κι έκανε ένα μήνα. Τότε κάνανε χορούς, το σαββατοκύριακο χορό του Σωματείου, κάνανε διάφορα γλέντια, ναι, και πήγαινε εκείνος, πληρωνόντανε καλά κι εμείς είχαμε ένα ωραίο μαγαζί μεγάλο, εκεί γινόνταν τα γλέντια εκεί, γάμοι, γιορτές, απόκριες, Πάσχα, τα πάντα. Στο Σπήλι, ναι, στο Σπήλι. Στο Σπήλι. Για να δουλέψει. Για το μαγαζί τώρα. Πήρε το λαούτο και αυτοί οι σύντεκνοί του, κάνα δυο που ήτανε που τον βοηθούσανε με το μαντολίνο, είχαν μόνο μαντολίνα ήταν εκεί, δεν υπήρχε λαούτο στο Ρέθυμνο. 

Καμιά. Δυο τρία ήτανε: ήταν ο Μαργαρίτης ο Μπαξεβάνης, ένας Ψήλος στην Επισκοπή και κάνα δυο νομίζω ήταν εδώ. Δεν τους γνώρισα όλους. Δηλαδή τον Ψήλο δεν τον γνώρισα εγώ, τον Μπαξεβάνη τόνε γνώρισα βέβαια ναι. Και επαίζαμε με το λαούτο. Ναι. Δεν υπήρχαν λαούτα σε όλο το νομό Ρεθύμνου παρά μόνο στα Χανιά. Στα Χανιά υπήρχαν πολλά λαούτα: ήταν ο μακαρίτης ο Κουρτσουρέλης και άλλοι πολλοί που τους άκουγα. Λέει λοιπόν, μια μέρα ο μπαμπάς μου εργαζόταν την ημέρα, ξέρω ΄γω, το βράδυ μετά τη δουλειά του να ‘ρθει να φτιάξει το λουξ να ανοίξει, ναι. Δεν πηγαίναμε σε σπουδαία πράγματα, ε, κάτι φίλοι κάναν παρεάκια, να πιούνε καμιά ρακή, κανένα κρασί, ναι. Αυτός όμως εκαθόταν αμέσως μόλις άρχιζε κι αυτά κι έπαιζε τη λύρα. Αυτός μια μέρα να μην έπαιζε λύρα, θα πέθαινε, λέει, δεν μπορούσε να μην παίξει μια μέρα λύρα. Εγώ λοιπόν καθόμουν απέναντι και τον κοίταζα, τον περιεργαζόμουν, μ’ άρεσεν βέβαια κι ένα βράδυ, όπως καθόμουνα, με φωνάζει και μ’ λέει: «έλα να σου πω εδώ». Πάω λοιπόν και πλησιάζω μια καρέκλα απέναντί του, ναι, και φέρνει το λαούτο. Πιάνει και τη λύρα, την έπαιζε, στην άλλη την καρέκλα ήτο βέβαια και μου λέει: «εγώ», μου λέει «θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα κάνεις το χεράκι σου έτσι». «Το χεράκι σου», μου λέει… Το θυμάμαι. Ναι. Λέω: «Δεν φτάνω του λέω, δεν φτάνω το λαούτο».

Πρέπει να παίξω το λαούτο. Ναι, ωραία. Παίζει εκείνος, εγώ ένα μπάσο πολύ ωραίο χρόνο, στάνταρ. Στάνταρ. Ο πατέρας μου, λοιπόν, ξεκίνησε μεγάλη περιέργεια. Σου λέει τι γίνεται εδώ, τι γίνεται εδώ, ωραία. Πήγαμε, κοιμηθήκαμε στο σπίτι. Το πρωί μόλις εχάραξε η μέρα, ξυπνάει. Με σηκώνει κι εμένα και φέρνει τις δυο καρέκλες τα όργανα να ξαναπαίξουμε. Τώρα θα θυμάμαι τι έκανα εχτές; Και θα ξαναπαίξω έτσι; Και ξαναπαίζουμε πάλι, εγώ το ίδιο. Το ίδιο. Ε, αυτό ήτανε. Θα ‘μουνε οχτώ χρονών θα ‘μουνε τότε. Ναι, λοιπόν, από εκεί και έπειτα μ’ έπαιρναν στα γλέντια εμένα, δεν έπαιρναν κανέναν άλλον, ναι, πήγαινα στο Δημοτικό, ετελείωσα το Δημοτικό, παίζαμε πολλά χρόνια μαζί. Σιγά σιγά άρχισα και ένιωθα έβλεπα πώς τα παίζω και πατήματα. Το λαγούτο μεγάλη φωνή ας πούμε, άλλη μελωδία κι άλλη το μαντολίνο. Το μαντολινάκι δεν είναι για γλέντια, είναι πολύ ωραίο όργανο κι αυτό, όποιος το παίζει ωραία. Είναι ωραίο, ωραιότατο όργανο το μαντολίνο, αλλά το λαούτο είναι βοηθός τση λύρας, δηλαδή είναι άλλο πράγμα το λαούτο».

Την παραπάνω συνέντευξη (ολόκληρη) θα την βρείτε στις πληροφορίες. Η συνέντευξη αφορά τόσο τον Σηφογιώργη όσο και τον Μαρκογιάννη. Διάλεξα μέρος από τα λεγόμενα του Μαρκογιάννη. Νομίζω ότι ο Μαρκογιάννης επισκέπτεται πολύ συχνά τις ¨Πέρδικες¨ (ίσως περισσότερο από όλους τους καλλιτέχνες) όχι άδικα βέβαια, αφού ήταν από τους καλύτερους στο λαούτο και δισκογράφησε με πολλούς.

Για τον Σηφογιώργη και την λύρα του, τα λόγια είναι περιττά. Η μαντινάδα στο ¨Όπου περνάς και όπου σταθείς¨ αξιοπρόσεχτη, μάλλον συνέχεια του ¨Είχα μια μεγάλη αγάπη¨:

Όπου περνάς και όπου σταθείς κλαρί να μην ανθίσει,

ως σ’ αγαπούσα μια φορά εδά σ΄ έχω μισήσει

Μου έρχεται στο μυαλό το γνωμικό: Το ζευγάρι γνωρίζεται (η αγάπη ντε) στο διαζύγιο. Τα αδέλφια στην κληρονομιά. Τα παιδιά στα γεράματα και οι φίλοι στη δυσκολία.

Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα (στο φάκελο) του φίλου Ιδομενέα (σιδερένιος) από Ρέθυμνο.  

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 



Κυριακή 17 Ιουλίου 2022

209. LYRA LS 1250 ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΓΑΛΑΝΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ- ΚΟΥΤΣΑΚΗΣ ΦΑΝΗΣ- ΡΕΜΠΕΛΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1967

Τζιμάκης (Τσαγκαράκης) Γεώργιος- Γαλάνης Δημήτριος- Κουτσάκης Φάνης- Ρεμπελάκης Νίκος LYRA LS 1250  Συρτός Τσέγκα - Στη γιορτή σου (Σητειακές και Καστρινές κοντυλιές) 1967- 45rpm- 7''

Ο Γιώργος Τζαγκαράκης (Τζιμάκης- βλέπε ανάρτηση 3 και 72) γεννήθηκε στο Ρέθεμνος το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρεις αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.

Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του. Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ' αυτή την ηλικία, "με κοντά παντελονάκια" όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά). Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδεύσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.

Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. Ο πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.

Ο Δημήτρης Γαλάνης (βλέπε ανάρτηση 3 και 6) ήταν από τους καλύτερους λαγουτιέρηδες που πέρασαν από το κρητικό μουσικό στερέωμα τον προηγούμενο αιώνα. Γεννήθηκε στα Χανιά το 1923 και καταγόταν από τα Νοχιά Κισάμου. Ο πατέρας του ήταν ερασιτέχνης μουσικός, όπως και τα αδέλφια του. Ο Δημήτρης Γαλάνης όμως ξεχώρισε από νέος για την άρτια τεχνική του, μπορούμε να πούμε ότι ήταν της σχολής "Κουτσουρέλη". Έπαιζε μόνο πρίμα, μπερντελίδικα και γέμιζε το λαγούτο του με γλυκές και λεβέντικες πενιές. Συνεργάστηκε με πολλούς βιολιστές των Χανίων, ξέχωρα όμως οι συνεργασίες του με τον Μάρκο Παπαδάκη και κυρίως, με τον Στρατή Γαλαθιανό, τον περίφημο αυτόν Κεραμιανό βιολιστή.
Δισκογραφικά με τους δύο ανωτέρω βιολιστές έδωσε το παρόν σε κλασσικές πλέον εκτελέσεις με αποκορύφωμα, το εξαίσιο παίξιμο του στον συρτό της Χαραυγής ή του Δροσερού όπως λέγεται. Στην Αθήνα για κάποιο διάστημα συνεργάστηκε και με λυράρηδες όπως ο Κώστας Μουντάκης, Γιώργος Τζιμάκης κ.α. Δυστυχώς, έφυγε από την ζωή σχετικά νέος, το 1972.

Ακολουθεί  ένα μικρό αφιέρωμα στον πολυτραγουδισμένο Νικολή Τσέγκα.

Ο Νικόλαος Τσέγκας (Τζέγκας) γεννήθηκε το 1900 και έζησε στη Γραμπούσα Κισσάμου, στη θάλασσα της οποίας άσκησε το επάγγελμα του ψαρά. Στην ίδια θάλασσα χάθηκε το 1966 σε φοβερή θαλασσοταραχή, παρά τις απελπισμένες προσπάθειες της γυναίκας του Μαρίας Τσέγκα να τον σώσει πάνω στη βάρκα τους, τον «Κυριάκο».
Βαθύς μερακλής και μποέμ της αποχής του, είχε την ικανότητα να συνθέτει σκοπούς, παρόλο που δεν έπαιζε κανένα μουσικό όργανο. Τσι σκοπούς του (που είναι συρτά, η κυρίαρχη μουσική έκφραση της επαρχίας Κισσάμου) τους μάθαινε στους βιολάτορες και τους λαγουθιέρηδες της περιοχής, μεταξύ των οποίων οι μεγάλοι Γ. Μαριάνος, Ν. Χάρχαλης και Γ. Κουτσουρέλης, σφυρίζοντας ή παίζοντας «μπουκόλυρα», δηλ. μιμούμενος τον ήχο του έγχορδου με το στόμα.

Η προσφορά του στη μουσική παράδοση της δυτικής Κρήτης είναι σημαντική και προέρχεται μόνο από το μεράκι του, χωρίς το παραμικρό ίχνος επαγγελματισμού. Ανάμεσα στα συρτά του ο «Κακαράπης» (ή «Κακράπης», από τοπωνύμιο στη θάλασσα της Γραμπούσας), ένα από τα πιο περίπλοκα και δύσκολα κρητικά τραγούδια (ηχογραφήθηκε κατά καιρούς από τον "Μπαρμπούνι", γνωστό και ως "Μπεμπέκα", που λέγεται ότι γράφτηκε από τον ενθουσιασμό του για ένα μεγαλόπρεπο μπαρμπούνι που είχε πιάσει, με την αρχική μαντινάδα:
                             "Μπαρμπούνι μου θαλασσινό και κόκκινό μου ψάρι,
                                εγώ ΄μαι που σε ψάρεψα κι άλλος δε θα σε πάρει"
Μια γνωστή ιστορία για το πως έβγαζε σκοπούς: Μια μέρα ο χωροφύλακας στη Κίσσαμο είχε διάφορες δουλειές κι πηγαινοερχόταν στο μεγάλο κεντρικό δρόμο όλο το πρωί. Νωρίς το πρωί, εξάνοιξε το Τζέγκα να κάθεται σκυφτός έξω από ένα καφενείο, μέσα στη κάπα του, κουκουλωμένο, να καπνίζει και να κοιτάζει το έδαφος σκεφτικός μέσα στο ψιλόβροχο. Το μεσημέρι σαν επέρασε για πολλοστή φορά και το ξανάδε, σταματά και πάει και του λέει:
-Μπρε συ Νίκολη, ήντα 'παθες; Ετροζάθηκες και κάθεσαι έτουδα στο κρύο και τη βροχή;
Πετιέτε λοιπόν κι ο Τζέγκας, νευριασμένος, σα το ελατήριο απάνω και του λέει:
-Ήντα μου 'κανες βρε κι έχασα το σκοπό!!!
Στο Νικολή Τσέγκα αναφέρεται το γνωστό τραγούδι "Στση Γραμπούσας τ' ακρωτήρι" (αρχικός τίτλος: "Αρμενάκι Τζέκα"), που ηχογραφήθηκε από τον Κώστα Μουντάκη, καθώς και το τραγούδι "Τζέγκας" του Κωστή Παπαδάκη (Ναύτη).

«Γραμπούσα μαύρα να ντυθείς
σαν αποθάνει ο Τζέγκας.
Εκενιός απου σε ψάρευε
εκενιός απου σε γλέντα»

«Όταν θα κατεβάζουνε τον Τσέγκα εις τον Άδη 

κι αν είναι μέρα να γενεί πίσσα βαθύ σκοτάδι»

«Κι οι γλάροι τονε κράζανε και χαμηλά πετούσαν
την ώρα που πνιγότανε ο Τσέγκας στη Γραμπούσα.

Την ώρα που πνιγότανε σκοτείνιασε η Πούλια
και κλαίγανε στην πλώρη του μικρά θαλασσοπούλια.

Γραμπούσα με το κάστρο σου στον κόσμο ξακουσμένη
κι από τον Τζέγκα τον ψαρά χιλιοτραγουδισμένη.

Με στεναγμό η θάλασσα την αμμουδιά χαϊδεύει
γιατί ο Τσέγκας πνίγηκε και ποιος θα την ψαρεύει.

Ζηλεύω σου φεγγάρι μου στη λαμπερότητά σου 
άχι και να σ’ ακλούθουνα στα βασιλέματά σου.»

«Νάχανε στόμα να μιλούν η Σπάθα κι η Γραμπούσα

τον Τσέγκα υπερήφανα θα τον εχαιρετούσαν.»

​«Στης Γραμπούσας τ’ ακρωτήρι εγλεντούσα μια φορά μ’ ένα Κρητικό ψαρά.

Μ’ένα γέρο καπετάνιο, που’ χε βάρκα τη χαρά, στης Γραμπούσας τα νερά.
Πλανεύτρα θάλασσα, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα,

πού’ ναι ο γέρος μερακλής ο παλιός τραγουδιστής;

Όλα τα’ άρμενα αρμενίζουν, με πανιά και με κουπιά στης Γραμπούσας τα νερά.
Μα του Τσέγκα τ’ αρμενάκι δεν ξαναγυρίζει πια στης Γραμπούσας τα νερά.
Πλανεύτρα θάλασσα, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα,

 πού’ ναι ο γέρος μερακλής, ο παλιός τραγουδιστής;
Ν’ αρματώσει τη χαρά του, το τραγούδι του να πει».

Στη δεύτερη πλευρά, του σημερινού δίσκου, ο Φάνης Κουτσάκης από Παλαιόκαστρο Λασιθίου στο βιολί και ο Νίκος Ρεμπελάκης από Αχλάδι Λασιθίου στην κιθάρα (παίζει εξίσου βιολί, λύρα και μαντολίνο). Στην ανάρτηση 3 θα βρείτε ακόμα ένα τραγούδι από αυτό το εξαιρετικό ¨Σητειακό¨ δίδυμο.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).