Τρίτη 14 Ιουνίου 2022

198. MUSIC BOX MB 532 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1964

Μαρκογιαννάκης Γεώργιος (Μαρκογιώργης)- Καλογρίδης Γεώργιος- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) MUSIC BOX MB 532 Η μοίρα μου με δίκασε (Συρτό) - Κρητικά πεντοζάλια 1964- 45rpm- 7''
 
Ο Γιώργης Μαρκογιαννάκης γεννήθηκε το 1906 στο Σπήλι Αγ.Βασιλείου Ρεθύμνης. Ήταν ιδιοκτήτης καφενείου, στις ηρωικές και αθάνατες εποχές που το Σπήλι, ήταν το χωριό που ανάθρεψε και ανάδειξε μεγάλους λυράρηδες, λαουτιέρηδες και χορευτές, που η μουσική τους διαδρομή άφησε την σφραγίδα τους.
Ο αξέχαστος «πατριάρχης» της πολυμελούς μουσικής οικογένειας των Μαρκογιάννηδων, ο αξέχαστος λαϊκός αυτοδίδακτος λυράρης, του γλεντιού και της παρέας  Γιώργης Μαρκογιαννάκης ή γνωστότερος ως Μαρκογιώργης.
Σε όλες τις παρέες και τις γιορτές του χωριού δήλωνε πάντα παρών, ποτέ δεν κουράζονταν, αντίθετα ξεκουράζονταν με την διάθεση των μικρών και μεγάλων χωριανών του. Ήταν ο αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που στα δύσκολα χρόνια καλούνταν σε πανηγύρια χωριών με συνοδούς στο λαούτο τους γιούς τους, σήμερα καταξιωμένους εκτελεστές αλλά στην ανάγκη και ντόπιους που γνώριζαν όπως-όπως «να του κρατούν πάσο». Όταν, μάλιστα, υπήρχε αδυναμία, επιστρατεύονταν ακόμη και νέοι του χωριού, μαθητές του γυμνασίου τότε, που κάποιες μέρες τα απογεύματα ή τα βράδια της βδομάδας, δοκίμαζαν πλάι του το ταλέντο τους (αν είχαν) συνοδεύοντάς τον με το λαούτο.
Ορισμένοι από αυτούς, μάλιστα, αργότερα, έπαιξαν μαζί του σε πανηγύρια, σε γάμους ή σε βαφτίσια σε κοντινά χωριά.
 Ωστόσο, είναι πολλές εκείνες οι φορές, που σε αυτές τις γιορτές, κάποιοι που «δέρνονταν» ανηλεώς από την ανέχεια, «του έδιναν παραγγελιά χορού και στο τέλος του πλήρωναν το χάρισμα για τον σκοπό που έπαιξε για εκείνους, με μια μπάλα άχυρα για το γαϊδουράκι που τον μετέφερε με το μουσικό όργανο στο χωριό». Έμεινε, λοιπόν, ακόμα και σήμερα οι πολλοί να θυμούνται και να κουβεντιάζουν την παραγγελιά: «Μαρκογιώργη παίξε μου για μπάλα άχερα!»
 Ήταν ο άνθρωπος, ομολογείται σήμερα, που «γλέντησε όλο το Σπήλι μέχρι το τέλος της ζωής του, γυρνούσε από το Σάββατο το βράδυ μέχρι να φωτίσει η Κυριακή και έφευγε γιατί όπως έλεγε έπρεπε να πάει στην εκκλησία και να μεταλάβει». Κάθε κάτοικος που γλέντησε για χρόνια μαζί του, μπορεί να απαριθμήσει δεκάδες περιστατικά, πολλά ξεκαρδιστικά και ασύλληπτα, από τις παρέες και τα πανηγύρια που τον διασκέδασε με τη λύρα του.
Από το Σπήλι, ξεκίνησε την εβδομηντάχρονη καριέρα του στην Κρητική λύρα, ο αείμνηστος Μαρκογιώργης, που φεύγοντας από τη ζωή, άφησε πέντε γιους, που όλοι τους γνωρίζουν να παίζουν Κρητικά όργανα (Μαρκογιάννης-λαούτο, Μαρκοβαγγέλης-λαούτο, Χαράλαμπος-λύρα, Στέλιος-λαούτο και Κώστας-λαούτο) και τρείς κόρες (εκ των οποίων η Αθηνά, στο επάγγελμα δασκάλα έπαιζε μαντολίνο).
Στο καφενείο του Μαρκογιώργη γινόντουσαν όλα τα μεγάλα γλέντια εκείνης της εποχής. Εκεί ο Γιώργης έπαιζε την λύρα του για τους θαμώνες. Ο Μαρκογιάννης σε ηλικία πέντε ετών βρισκόταν στο καφενείο και τον άκουγε. Ένα βράδυ γύρω στο 1934, όπου ο Μαρκογιάννης ήταν μόλις 8 ετών ο πατέρας του (Μαρκογιώργης), του έδωσε το λαούτο και του έδειξε κάποιες κινήσεις που έπρεπε να κάνει για να τον συνοδέψει. Αυτό ήταν το βάπτισμα του πυρός, για το πρώτο από τα παιδιά του Μαρκογιώργη και η συνέχεια λίγο πολύ γνωστή με την πορεία τους. Ο Θανάσης Σκορδαλός, επίσης, ήταν πρώτος ξάδελφος με τον Μαρκογιώργη και αρκετοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι επηρεάστηκε στα πρώτα του βήματα.
Στο σημερινό δισκάκι, ο Μαρκογιώργης είναι στη λύρα, στο λαούτο ο γιός του Μαρκοβαγγέλης και στο τραγούδι ο Καλογρίδης Γιώργος (βλέπε και ανάρτηση 32). Το τραγούδι ¨Κρητικά πεντοζάλια¨, το συναντάμε και στη (stereo) συλλογή της Music-Box ¨Η Κρήτη και τα τραγούδια της¨, που πολλοί κάνουν το λάθος να θεωρούν δίσκο του Νίκου Ξυλούρη, επειδή τα περισσότερα τραγούδια ανήκουν σε αυτόν. Εξαιρετικά, το παίξιμο του Μαρκογιώργη και η φωνή του Καλογρίδη. Για τον Μαρκοβαγγέλη ούτε λόγος νομίζω. 
Να ευχαριστήσω (άλλη μια φορά), τον Κλεάνθη Ατσαλάκη για πληροφορίες που μας παρείχε.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 



Σάββατο 11 Ιουνίου 2022

197. PATHE 80183 ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1930

Αραπάκης (Καλλίνικος-Τσούσης) Δημήτρης (Μήτσος) PATHE 80183 Οδυσσεύς Ανδρούτσος (Κλέφτικο) - Κατσαντώνης (Κλέφτικο) 1930- 78rpm- 10''
«Τον Μπάρμπα-Μήτσο τον γνώρισα το 1944, στην Αθήνα. Τότε, που τον γνώρισα, κρυβότανε, να μην τον πάρουνε για δουλειά. Τόσοι και τόσοι τον ζητάγανε. Χασαπάδες, έμποροι, ταβερνιαραίοι, ψαράδες, όλοι ερχόντουσαν με τις άμαξες έξω απ’ το καφενείο των Μουσικών, στης Αθηνάς 33, να τον πάρουνε κι αυτός κρυβότανε. Τον ζητούσανε τόσοι πολλοί, δε γινότανε να πάει σ’ όλους, έτσι, κρυβότανε. Αυτή δουλειά, δε γινότανε μόνο μετά τη κατοχή, αλλά και πριν, από το 1930 ως το 1940. τον κυνηγάγανε τον Αραπάκη. Δε θα ξαναγίνει ποτέ στην Ελλάδα, τέτοιο πράμα τραγουδιστή. Ποτέ. Το γέλιο του ήταν τραγούδι. Το κλάμα του τραγούδι. Μίλαγε και τραγούδαγε. Ήταν τέτοια η φωνή του. Σε πείραζε, δεν μπορούσες ν’ αντέξεις. Το ’να κλέφτικο το’λεγε έτσι, τα’ άλλο αλλιώς. Κάθε φορά που έλεγε το ίδιο τραγούδι, το’λεγε αλλιώς. Καλαματιανά, αμανέδες, ακόμα και καντάδες έλεγε.
Είχε πάει με τη μαντολινάτα του Κόκκινου, του μαέστρου, στο Λονδίνο και στην Αλεξάνδρεια, προπολεμικά. Τραγούδαγε σαν μέλος της χορωδίας κι έπαιζε τσίμπαλο. Τρομερός μουσικός. Στα σεγόντα ειδικά. Ήξερε μουσική, διάβαζε νότες. Όχι καλά, αλλά διάβαζε. Τρομερή πάστα μουσικού, πάει τελείωσε. Ήτανε κι ο Παπασιδέρης κι ο Ρούκουνας. Καλοί τραγουδιστές, πολύ καλοί, αλλά αυτός ήτανε άλλο πράμα. Μπορεί και να ’τανε και γύφτος, τουρκόγυφτος. Δεν εξηγείται αλλιώς, η μουσικότητα που είχε. Κάναμε, καμιά φορά, λάθος ακόρντο και το ’πιανε αμέσως, γύρναγε και μας κάρφωνε μ’ ένα βλέμμα! Προσπάθησα να ψωνίσω τα κόλπα του. Δεν ψωνιζόταν με τίποτα. Ήταν παράξενος. Μπορούσε να σε προσβάλει οποιαδήποτε ώρα.
Ήθελε και είχε πάντα, καλούς μουσικούς δίπλα του. Ποτέ δεν μας έλεγε την ηλικία του, ούτε μας είπε ποτέ, για το πότε άρχισε να τραγουδά, πότε και ποιο ήταν το πρώτο τραγούδι που γραμμοφώνησε. Από το 1944 ως το 1962, ήμουνα συνέχεια μαζί του. Μετά, πήγα στην Αμερική. Γύρισα το 1976. έμαθα ότι είχε πεθάνει γύρω στα 1970 και ότι ζητιάνευε μετά το 1962. Δεν έπρεπε να καταντήσει έτσι άλλα, του άρεσαν πολύ οι γυναίκες, τις γέμιζε δώρα για να τις έχει, πολλά λεφτά ξόδευε για τις γυναίκες. Όσα έβγαζε κι έβγαζε πολλά τα ’δινε γι’ αυτό το πάθος του. Εκείνο που θα θυμάμαι πάντα, είναι που σταματάγαμε να παίζουμε, μόλις άρχιζε να τραγουδάει. Και την ευχή και την κατάρα που είχε δώσει ο πατέρας του Μανώλη Μόσχου κι αυτός με την σειρά του, την έδωσε στα παιδιά του: «Όταν κάνετε γλέντι και δεν πάρετε τον Αραπάκη, να ‘χετε την κατάρα μου».».
Συνέντευξη του Δημήτρη Κόλλια για τον Μήτσο Αραπάκη, Ναύπλιο 14/09/1996.
Το παραπάνω κείμενο είναι αυτούσιο όπως δημοσιεύεται στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το CD «Ο Μήτσος Αραπάκης τραγουδά Αμανέδες και Ρεμπέτικα» και γράφτηκε από τον Θανάση Μωραΐτη.
Διαβάζοντας τα παραπάνω για τον Αραπάκη σκέφτομαι, ¨τίμιος με το κοινό του¨. Θα μπορούσε να κλείσει δυο και τρεις δουλειές την ημέρα με τα ίδια χρήματα, για το ένα τρίτο της ώρας, αφού είχε τόση ζήτηση. Δεν το έκανε όμως. Στις προηγούμενες αναρτήσεις, σε συνέντευξη του Θοδωρομανώλη, που σας πρότεινα να δείτε στο youtube, έλεγε πως έπαιζε λαούτο σε  γαμήλιο γλέντι (τουλάχιστον δυο μέρες, υπολογίζοντας και το κρεβάτι) και πέθανε η γιαγιά της νύφης. Το έκαναν ¨γαργάρα¨, γιατί σκέφτηκαν ότι φιλοξενούσαν τόσο κόσμο και αφού τελείωσε το γλέντι, ε πάμε και για την κηδεία. Σκέφτομαι πάλι ¨τίμιοι με τους φιλοξενούμενους¨.
Έρχομαι και στα πρόσφατα. Καθισμένος σε ένα βράχο (που λέει και ο Ψαραντώνης σε παλαιότερη ανάρτηση), στο χωριό, βλέπε και φωτογραφία παραπάνω, ακούγοντας κλέφτικα (και τον Αραπάκη φυσικά), ακουμπισμένος στη γκλίτσα, αναμένω μετά από δύο χρόνια απών από συναυλίες (festival), την 8-6-2022. Επιστρέφω λοιπόν και τραβάω κατά Φάληρο. Πέντε τα συγκροτήματα. Το τελευταίο, το πολυαγαπημένο. Αφού παίζουν κάνα 40-λεπτο, πετάει το μικρόφωνο, φουρκισμένος ο τραγουδιστής, γυρνάει και λέει στον ηχολήπτη «αυτό είναι δικό σου λάθος», μας ¨πιστολιάζει¨ και φεύγει. Εκατοντάδες (μπορεί και χιλιάδες) από το κοινό μένουμε κόκαλα.  Σκέφτομαι λοιπόν ¨Ανέντιμος, ανέντιμος, ανέντιμος¨ (παράφραση του undead, undead, undead). Τώρα πως ταιριάζει η ¨πιστολιά¨ με τα κλέφτικα, εεε κάνε τον συνειρμό. 
Για να έρθω και στο σημερινό δίσκο, η σύνθεση πρέπει να είναι η ίδια με την ανάρτηση 44 που θα βρείτε και βιογραφικά στοιχεία για τον Αραπάκη. Δηλαδή στο βιολί ο Σαλονικιός, στο ούτι ο Κυριακίδης και στα φωνητικά και το σαντούρι (τσίμπαλο) ο Αραπάκης. Το αξιέπαινο είναι ότι ο δίσκος είχε μια μοναδική ευκαιρία να ηχογραφηθεί. Μια και έξω. Το λάθος του ηχολήπτη θα ήταν η κακή τοποθέτηση του χωνιού και των μονωτικών κουρτινών. Και τότε ο Αραπάκης θα μπορούσε να πει ¨This is all your fault¨. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 




Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

196. OLYMPIC OE 80063 ΒΛΑΧΑΓΓΕΛΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΛΑΤΖΗΣ- ΜΑΛΛΙΑΡΑΣ ΒΑΪΟΣ 1965

Βλαχαγγέλης Δημοσθένης (Καλατζής- Το αηδόνι του Ασπροποτάμου) OLYMPIC OE 80063 Λάλα τ' αηδόνι (Τσάμικο) - Όμορφη πουναι η Λειβαδιά (Επιτραπέζιον) 1965- 45rpm- 7''
 
Ο Δημοσθένης Βλαχαγγέλης γεννήθηκε στις 5 Οκτωβρίου του 1916 στο Γαρδίκι Τρικάλων Θεσσαλίας. Από μικρός έμαθε την τέχνη του πατέρα του Κώστα Βλαχαγγέλη (Καλατζής) που ήταν άφταστος τραγουδιστής και λαουτιέρης σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες οργανοπαιχτών και τραγουδιστών της εποχής του, αλλά και συνθέτης πολλών δημοτικών τραγουδιών. Είχε πολλές προτάσεις για να βγάλει δίσκους όμως δε δέχτηκε ποτέ: «Εγώ γραμμόφωνο δε γίνομαι, όποιος θέλει να με ακούσει να έρθει στο μαγαζί.» έλεγε.
Ο Δημοσθένης Βλαχαγγέλης συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους λαϊκούς καλλιτέχνες του δημοτικού τραγουδιού, όπως τον Μαλλιάρα, τον Καρακώστα, τον Σαλέα, τον Βασιλάρη και τον Σούκα. Αλλά και με τους σπουδαίους συμπατριώτες του Μπανιάκα , Βούκια , Τόγελο και Σγούρο . Σύμφωνα με μαρτυρίες υπηρέτησε στρατιώτης μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη στη Λάρισα .
Εμφανιζότανε σε γλέντια, πανηγύρια, γάμους και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Η κρατική τηλεόραση και το ραδιόφωνο έχουν κάνει πολλές εκπομπές και αφιερώματα για το Δημοσθένη Βλαχαγγέλη.
Ήταν πάνω απ’ όλα οικογενειάρχης. Παντρεύτηκε τη γυναίκα του Ευαγγελία, (Βάγγιω όπως την έλεγε) και απέκτησε μαζί της 5 παιδιά. Την Μαρία, τον Κώστα, τον Νίκο, τον Θεόδωρο, και τον Γρηγόρη. Παραπάνω και από παιδιά του θεωρούσε και το γαμπρό του Νεοκλή, αλλά και τις νύφες του Βάσω και Σούλα. Απέκτησε τρία εγγόνια, τον Νίκο, τον Γιώργο και την Ευαγγελία(Λίλη).
Οι λέξεις «τραγουδιστής», «οργανοπαίκτης» είναι πολύ μικρές για να αποδώσουν το μεγαλείο της ερμηνευτικής ικανότητάς του Δημοσθένη Βλαχαγγέλη. Ο «Δήμος» ήταν ο μικρόσωμος άνθρωπος με τη μεγάλη καρδιά, «μικρός το δέμας, μεγάλος στην ψυχή». Ήταν πραγματικός καλλιτέχνης. Ένας λαουτιέρης ξεχωριστός από τους άλλους. Ένας λαμπρός τραγουδιστής που πάντα σε γοήτευε και σε μεράκλωνε. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που δε θα νοιώσει την καρδιά του να σκιρτάει από τη λεβεντιά του τσάμικου, όπως το τραγουδάει ο Δημοσθένης Βλαχαγγέλης. Η φωνή του γλυκιά, καθάρια, κρυστάλλινη, μοιάζει σαν μακρινός μουσικός απόηχος που ανεβοκατεβαίνει ανάλογα με τον τόνο του τραγουδιού (τσάμικο, συρτό, καλαματιανό, καγκέλι, επιτραπέζιο). Τα χέρια του αέρινα, απαλά άγγιζαν τις χορδές του λαούτου κι άκουγες γλυκόηχες μελωδίες, που σε μεταφέρουν σε άλλους κόσμους μακρινούς.
Ο «Δήμος» ήταν ένας απλός κι απέριττος άνθρωπος, ευγενικός και καλόκαρδος, πονόψυχος και γλυκομίλητος στον καθένα και προπαντός δεν άφησε τον εαυτό του να κυριευθεί από τον στυγνό επαγγελματισμό και την παραδοπιστία. Με αυτή την έννοια μπορεί να τοποθετηθεί ανάμεσα στους ανήσυχους «τεχνίτες μιας αφανισμένης εποχής», που λείπει στις μέρες μας. Τραγουδούσε με το ίδιο μεράκι και την ίδια λαχτάρα και για τις φτωχές και για τις πλούσιες παρέες. Πίστευε ακράδαντα ότι ο καλλιτέχνης γεννιέται για τον λαό και ανήκει σε αυτόν. Δε ξέχασε ποτέ τους ξενιτεμένους Ασπροποταμίτες.
Έκανε ταξίδια στην Αμερική, όπου βρίσκονταν πολλοί για να μαλακώσει με το τραγούδι του και το μεράκι του το μαράζι και τον πόνο της ξενιτιάς φέρνοντας τους δάκρυα χαράς.
Ο Δημοσθένης Βλαχαγγέλης εκτός από το παίξιμο του λαούτου είχε και πολύ καλή φωνή ως τραγουδιστής, ήταν υψίφωνος, ικανότητα που ήταν σημαντικός παράγοντας επαγγελματικής επιτυχίας στο δημοτικό τραγούδι εκείνη την εποχή. Επίσης το παίξιμό του στο λαούτο είχε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ( τρέμουλο, ταχύτητα στη μελωδία, ποικίλματα και γλυκύτητα στο ύφος ) που θα ζήλευαν πολλοί βιρτουόζοι σολίστες εγχόρδων οργάνων της οικογένειας του λαούτου (ούτι, λαούτο, μπουζούκι).
Ήταν από τους τελευταίους πριμαδόρους λαουτιέρηδες που χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, ακολουθούσε έναν τρόπο παιξίματος που πλέον έχει χαθεί. Σ αυτό το παίξιμο έβαζε το προσωπικό του στίγμα που αφομοιωνόταν δημιουργικά με τα παραδοσιακά τραγούδια. Απέδιδε τα τραγούδια με το δικό τους χρώμα και με το άρωμά τους, σαν τα αγριολούλουδα, που φυτρώνουν στις πλαγιές της Καρδίτσας. Δεν είναι τυχαίο, που όλοι τον φώναζαν «δάσκαλο» του δημοτικού τραγουδιού. Αυτός είναι κι ο λόγος, που δεν τραγούδησε ποτέ play-back. Η φωνή του ήταν το ίδιο χαρακτηριστική και μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε ακούγοντας τους δίσκους που ηχογράφησε και περιλαμβάνουν και άλλους τραγουδιστές. Πρόλαβε και ηχογράφησε σε δίσκους 45 και 33 στροφών αλλά και σε κασέτες μαγνητοφώνου περισσότερα από 100 τραγούδια.
Απεβίωσε στις 7 Νοεμβρίου του 1999.
Για τον Βάϊο Μαλλιάρα έχουμε αναφερθεί στις αναρτήσεις 39, 124 και 156.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).