Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

92. RCA VICTOR 48g 2377 ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1963

 Δερμιτζάκης Γιάννης (Δερμιτζογιάννης) RCA VICTOR 48g 2377 Πόνο κρυφό η αγάπη σου (Κοντηλιές) - Σητειακές κοντηλιές 1963- 45rpm- 7''
 
Ο Δερμιτζογιάννης ήταν ένας έξοχος ερμηνευτής, εκτελεστής και εκφραστής της Κρητικής μουσικής παράδοσης.  Ο καλλιτέχνης  που προσεγγίζει με άνεση, αυθόρμητα, γοητευτικά το κοινό. Στάθηκε κοσμαγάπητος μουσικός που ήξερε να διασκεδάζει το κοινό του, να γοητεύει μικρούς και μεγάλους, Έλληνες και ξένους καλότυχους ακροατές του μέσα κι έξω από την Ελλάδα.
Το 1967 ο Δερμιτζογιάννης βρισκόταν στα Δωδεκάνησα, όπου πραγματοποιούσε καλλιτεχνικές εμφανίσεις σε μικρά και μεγάλα νησιά, στις πόλεις και στα χωριά τους. Ένα βράδυ, προσκεκλημένος του Καλλιτεχνικού Οργανισμού του Δήμου Ρόδου εμφανίσθηκε στο Εθνικό Θέατρο της πόλης των Ιπποτών, της πανέμορφης Ρόδου. Η τοπική εφημερίδα Πρόοδος έγραφε την επόμενη: Τα φώτα της πλατείας σβήσανε, τραβήχτηκε η αυλαία κι άρχισαν ασυγκράτητα χειροκροτήματα. Ο Γιάννης Δερμιτζάκης με την κρητικιά, γαλάζια φορεσιά του, βρισκότανε στη σκηνή έχοντας για φόντο ένα παλιό Ροδίτικο σπίτι, με νυφιάτικο στόλισμα, με τα τραπέζια στρωμένα για το γαμήλιο γλέντι. Έτσι η Ρόδος και η Κρήτη σμίξανε κι ο Γιάννης Δερμιτζάκης ή Δερμιτζογιάννης χαιρετώντας ενθουσιασμένος με την λεβέντικη κορμοστασιά του το κοινό που συνέχιζε τα χειροκροτήματα, άρχισε το πρόγραμμα του. Αμέσως απ την αρχή κατέκτησε το κοινό με την απαγγελία του. Η φωνή του γερή και σταθερή ακουγότανε ως τις τελευταίες σειρές της γαλαρίας.
Η ρίμα του για την Κρήτη, για την πατρίδα της λεβεντιάς και της παλληκαριάς, ενθουσίασε από τις πρώτες στροφές και το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα μόλις ο Δερμιτζογιάννης έπιασε τη λύρα του και στρογγυλοκάθησε για να αρχίσει να παίζει. Ξανακούρδισε τη λύρα με το σαντούρι που θα τον συνόδευε και που τον παρακολουθούσε άψογα σε όλες τις στροφές και τους ρυθμούς. Από τις πρώτες δοξαριές κι από το κούνημα μόνο του καρπού του χεριού του, φάνηκε η μαστοριά του. Μάστορας στη ρίμα μα και πρωτομάστορας στη λύρα. Το δοξάρι κουνιόταν χαριτωμένα και οι ήχοι ακούγονταν γλυκά σε όλες τις χορδές και οι Κρητικές μαντινάδες διαδεχόταν η μια την άλλη. Ατάραχος, συγκεντρωμένος στην εκτέλεση της δημιουργίας του άφηνε το πληθωρικό ταλέντο του να ξεχύνεται οπό όλο του το είναι. Πνεύμα, ψυχή, τέχνη, ενώνονταν για να βοηθήσουν τον αρχιτεχνίτη αυτό της μαντινάδας, να ικανοποιήσει όλους που με τόσο ενδιαφέρον τον παρακολουθούσαν. Αφού τελείωσε για την Κρήτη, άρχισε τις περιγραφές του για τις ατέλειωτες ομορφιές της Ρόδου και υποσχέθηκε στο επόμενο βιβλίο του, ν αφήσει την πένα του να γράψει ασυγκράτητα, αμέτρητες στροφές για τα φημισμένα κάλλη της και τις καταγάλανες ακρογιαλιές της καθώς και για όλα τα νησιά μας που επισκέφθηκε . Αφήνει τη λύρα και πιάνει το βιολί. Τα δάκτυλα τρέχουν πάνω στις χορδές και τα τσακίσματα ακούγονται χαριτωμένα. Το δοξάρι μαλακό και ρυθμικό πηγαινοέρχεται χαρίζοντας ήχους που γεμίζουν την ατμόσφαιρα από ανόθευτες νησιώτικες μελωδίες. Έχουν, μα την αλήθεια, τα νησιά μας, πολλούς θησαυρούς μόνο που πρέπει να ηξεύρωμε να τους διατηρούμε ανόθευτους. Το αυθεντικό, το γνήσιο, επιβάλλεται ακόμη και σε κείνους που για πρώτη φορά το βλέπουν και τ ακούν.  Αντίθετα το νόθευμα και οι σαχλανάλατες μελωδίες, που νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να παρεμβάλλουν στη λαϊκή νησιώτικη μούσα, έχουν για αποτέλεσμα να προκαλούν, όχι μόνο την αγανάκτηση των ίδιων των νησιωτών μας, αλλά και στους ξένους εντυπώσεις και σχόλια κάθε άλλο από κολακευτικά.
Η χαρά, η τέχνη, η καλλιτεχνική έκφραση του ποιητάρη, λυράρη, βιολάτορα, κιθαρίστα, συνθέτη και τραγουδιστή Γιάννη Δερμιτζάκη από τη Σητεία Λασιθίου Κρήτης είχε περάσει τα σύνορα της Ελλάδας. Είχε κερδίσει κι αλλού καρδιές πολλές αυτός ο πρωτομάστορας, ο πολυσύνθετος συνεχιστής της Κρητικής μουσικής παράδοσης.
Για τον Δερμιτζογιάννη έχουμε αναφερθεί και στις αναρτήσεις 13, 57. Εκεί θα βρείτε περισσότερα βιογραφικά στοιχεία.
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν, είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ)
 





Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

91. MUSIC-BOX MB 719 ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1967

Σταυρακάκης Αθανάσιος- Ξυλούρης Γιάννης MUSIC-BOX MB 719 Αντίλαλοι του Ψηλορείτη (Πεντοζάλια) - Κάθε χειμώνα τα πουλιά (Συρτός) 1967- 45rpm- 7''
 

Ο Θανάσης Σταυρακάκης είναι γεννημένος στα Ανώγεια το 1940. Μετακόμισε σε σχετικά μικρή ηλικία στο Ηράκλειο. Από μικρός είχε έρθει σε επαφή με την παραδοσιακή μουσική, καθοριστική για αυτόν όμως ήταν η στιγμή που ήρθε σε επαφή με την ασκομαντούρα από ένα πλανόδιο οργανοποιό στο Ηράκλειο. Αμέσως τον κέρδισε σαν όργανο, και δεν άργησε να βρει τα πρώτα του πατήματα παίζοντας σε παρέες και καντάδες μαζί με τους υπόλοιπους ανωγειανούς που κατοικούσαν στο Ηράκλειο, όπως τον Νίκο Ξυλούρη με τα αδέρφια του, το Γιώργη Καλομοίρη και το Βασική Σκουλά. Με τον Νίκο Ξυλούρη όπως αποδείχθηκε είχαν στενή φιλία και ιδιαίτερο δέσιμο στη μουσική. Από το 1964 μέχρι το 1967 συνεργάστηκαν σε αρκετούς δίσκους 45’’, όπου ο Θανάσης Σταυρακάκης τον συνόδεψε στο τραγούδι με τη χαρακτηριστική φωνή του σε μια πληθώρα εξαιρετικών εκτελέσεων. Το 1966 δισκογραφεί για πρώτη φορά παίζοντας ο ίδιος ασκομαντούρα σε δίσκο 45’ και αποδίδει μια περίφημη σειρά από παλιά χανιώτικα συρτά (Κάθε χειμώνα τα πουλιά) και ένα Ανωγειανό πηδηχτό, με συνοδεία του Γιάννη Ξυλούρη στο λαγούτο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 60 μετακομίζει στην Αθήνα και διορίζεται τραπεζικός υπάλληλος, δε σταματά όμως να ασχολείται με την κρητική μουσική. Συνοδεύει φωνητικά τον Κώστα Μουντάκη και τον Γιώργο Καλομοίρη σε δυο δίσκους 45’ ενώ παράλληλα ανοίγει το 1968 στα Πατήσια το κέντρο ´Κρητικό Κονάκι’ με πρώτο φιλοξενούμενο τον Κώστα Μουντάκη και στη συνέχεια το Νίκο Ξυλούρη, με τον οποίο θα καθιερώσουν ένα επιτυχημένο καθημερινό πρόγραμμα εμφανίσεων και θα αναγκαστούν να μετακομίσουν σε μεγαλύτερο χώρο λόγω της μεγάλης προσέλευσης των Κρητικών της Αθήνας, και όχι μόνο. Στη συνέχεια από το Κονάκι πέρασαν μεταξύ άλλων ο Γιώργος Καλομοίρης, ο Νίκος Μανιάς, ο Ψαραντώνης.
Ο Θανάσης Σταυρακάκης συνεργάζεται ξανά με το Νίκο Ξυλούρη το 1975 παίζοντας ασκομαντούρα σε δυο κομμάτια στο δίσκο «Τα που θυμούμαι τραγουδώ» και στον ορχηστρικό δίσκο του Γιάννη Ξυλούρη για λογαριασμό της εταιρείας Κολούμπια την ίδια χρονιά. Στη συνέχεια ανοίγει το πρόγραμμα παίζοντας ασκομαντούρα στη μπουάτ Κύτταρο το καλοκαίρι του 1976, όπου εμφανίζονται ο Νίκος Ξυλούρης, η Μαρίζα Κωχ και ο Χρύσανθος. Στα τέλη του 1979 ανοίγει το κρητικό κέντρο «Δίας» με σκοπό να φιλοξενεί σε μόνιμη βάση το Νίκο Ξυλουρη, με την αρρώστια όμως του Νίκου να τους χαλάει τα σχέδια. Ο θάνατος του αδερφικού του φίλου κλόνισε το Θανάση Σταυρακάκη, που έκτοτε δεν ξανά έπαιξε ασκομαντούρα και δεν ξανατραγουδήσε, παρά μόνο 35 χρόνια αργότερα για το χατίρι του αξέχαστου Γιώργου Ξυλούρη σε συναυλία που οργάνωσε ο τελευταίος το φθινόπωρο του 2015.
Για τον Γιάννη Ξυλούρη έχουμε αναφερθεί στις αναρτήσεις 15, 36, 64, 67.
Για την σημερινή ανάρτηση, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Νάσο Λουκάκη, Κλεάνθη Ατσαλάκη και Θεμιστοκλή Παντελόπουλο για τα βιογραφικά στοιχεία του Θανάση Σταυρακάκη. 
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 






Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

90. DUCRETET THOMSON 6008 ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΛΑΜΠΡΟΣ- ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΚΩΣΤΑΣ 196x

 Παπαθανασίου Λάμπρος- Κοντογιώργος Κώστας DUCRETET THOMSON 6008 Θέλετε δενδρά ανθίσετε (Κλέφτικο) - Στην κεντημένη σου ποδιά (Καραγκούνα) 196x- 45rpm- 7''

Γεννιέται την 1η Μαΐου του 1934, σε αγροτικό περιβάλλον, στο Δίστομο της Βοιωτίας. Αυτό σημαίνει ότι έχοντας μόλις συμπληρώσει τα 10 του χρόνια, έζησε την σφαγή που προκάλεσαν στον τόπο του οι Ναζί κατακτητές. Ακόμα δέκα χρόνια μετά, το 1954, έχοντας προκαλέσει το ενδιαφέρον του κορυφαίου τραγουδιστή για το στεριανό δημοτικό τραγούδι, του Γιώργου Παπασιδέρη, γραμμοφωνεί στην «Οντεόν» τα πρώτα τραγούδια με τη φωνή του…Το τσάμικο «Πέρα στις βλαχοκαλύβες» και το συρτό «Τη δική σου αρραβώνα», με τον Γιώργο Ανεστόπουλο στο κλαρίνο και στο όνομα του Ηπειρώτη λαουτιέρη Λάζαρου Ρούβα. Θα ακολουθήσει ένας ακόμα δίσκος 78 στροφών την επόμενη χρονιά, με το τσάμικο «Ήλιε για λάμψε στα βουνά» και το συρτό «Στείλε με μάννα στο πηγάδι» και τα δύο στο όνομα του κλαριντζή Κώστα Κοντογιώργου. Αλλά το κύριο μέρος των ηχογραφήσεων του Λάμπρου Παπαθανασίου, θα πραγματοποιηθεί σε δίσκους 45 στροφών, από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’60. Εκείνα τα χρόνια θα αποτελέσει τη βασική αντρική φωνή του στεριανού δημοτικού τραγουδιού, στις ηχογραφήσεις της εταιρίας «Fidelity», με την επιμέλεια της Δόμνας Σαμίου, με τον Παναγιώτη Κοκοντίνη ή τον Βασίλη Σκαλιώτη στο κλαρίνο κι αλλού με συνοδεία από πίπιζα και νταούλι – κατά τον πιο «παλιό» τρόπο ηχογράφησης αυτού του υλικού: «Βουνά μην καμαρώνετε», «Βαστάτε Τούρκοι τ’ άλογα», «Παναγιούλα», «»Καλότυχα πουν’ τα βουνά», «Φέξε μου φεγγαράκι μου», «Βιολέτα μ’ ανθισμένη», «Πού ήσουν πέρδικα γραμμένη», «Στοπα και στο παρήγγειλα» και πολλά άλλα. Την ίδια εποχή θα πραγματοποιήσει βέβαια και λίγες πιο απρόσμενες ηχογραφήσεις.
Το 1960 ας πούμε, τον βρίσκουμε, ερμηνευτή σε δυο «ανάλογα» τραγούδια που υπογράφει ο Μπαγιαντέρας, ο Δημήτρης Γκόγκος: «Αργοπεθαίνω στο μαντρί μου» και «Μάνα έχω τη θάλασσα»… Τα επόμενα χρόνια, με βάση αυτές τις ηχογραφήσεις, ο Λάμπρος Παπαθανασίου θα πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, θα συμμετάσχει σε τηλεοπτικές εκπομπές αλλά ακόμα και σε κάποιες από τις τελευταίες «βουκολικές» ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου ( μια απ’ αυτές, η «Αρχόντισσα του κάμπου» του Παναγιώτη Κωνσταντίνου με την Αιμιλία Υψηλάντη, στα 1971 ). Θα συνεργαστεί με αρκετούς από τους μουσικούς αυτού του χώρου, αυτή την εποχή, σιγά σιγά όμως, θα προτιμήσει μια πιο «ερασιτεχνική» σχέση με το τραγούδι. Με την οικογένειά του, θα περάσει ήσυχα τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ανάμεσα στην Παλατιανή – όπου είχε ταβέρνα – τα Μέγαρα και τη Σαλαμίνα. Ως τις 19 Φεβρουαρίου του 2014, που θα φύγει από τη ζωή, στα 80 του χρόνια.
 
 
Ο Κώστας Κοντογιώργος γεννήθηκε στα Δερβενάκια και μεγάλωσε στη Βάλτσα της Κορινθίας. Μικρός ήταν τσομπάνης και έπαιζε φλογέρα και αργότερα πίπιζα. Κλαρίνο έμαθε στο στρατό.
Ήταν σύμβουλος σε διάφορες φωνογραφικές εταιρίες για ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών.
Ήταν μεγάλος μουσικός με δικό του παραδοσιακό ύφος και καλός συνθέτης. 
Είχε παίξει σε όλα τα δημοτικά κέντρα και συμμετείχε στην ηχογράφηση τουλάχιστον 1000 τραγουδιών με όλους τους τραγουδιστές. 
Κάθισε στο πάλκο μέχρι τα γεράματά του και μάλιστα είχε γράψει και ένα μικρό βιβλίο για τους παλιούς οργανοπαίχτες.

Δυο 45-άρια (τέσσερα τραγούδια) στην Ducretet Thomson έχει ο Παπαθανασίου με τον Κοντογιώργο. Πιθανότατα έχουν ηχογραφηθεί την δεκαετία του ’50, με σκοπό να βγουν σε γραμμοφωνικούς δίσκους, αλλά κυκλοφόρησαν την δεκαετία του ’60 σε βινύλιο.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 





Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

89. HIS MASTER'S VOICE A.O. 50 ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΝΙΚΟΣ- ΚΡΙΩΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΑΛΑΜΠΟΥΣΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ 1922

 Κόκκινος Νίκος- Κριωνάς Δημήτρης- Καλαμπούσης Αντώνης- Αθηναϊκή Μαντολινάτα HIS MASTER'S VOICE A.O. 50 Το τσοπανόπουλο (Τσοπανόπουλο θλιμμένο) - Το λεν οι κούκοι στα βουνά 1922- 78rpm- 10''

Το όνομά του ήταν Νικόλαος Κόκκινος και υπήρξε ένας αγνός και ανόθευτος Έλληνας ξεχασμένος και για πολλούς άγνωστος συνθέτης και τραγουδιστής  (Αθήνα 1861 - Κωνσταντινούπολη 1920). Πρόκειται για διακεκριμένο συνθέτη λαϊκών χορωδιακών τραγουδιών (καντάδες), από τους μεγαλύτερους Έλληνες τραγουδοποιούς όλων των Εποχών. Γνήσιος τροβαδούρος, σχεδόν αυτοδίδακτος, εξαιρετικός κιθαρίστας, προσέγγισε όλα τα είδη του λαϊκού τραγουδιού, με ευκολία, επιδεξιότητα και ποικιλία, δημιουργώντας παράλληλα ιδιαίτερο είδος αθηναϊκής καντσονέτας, άλλοτε εύθυμης και άλλοτε αισθηματικής. Ο Κόκκινος δεν έκανε ποτέ θεωρητικές μουσικές σπουδές. Όλες οι ελλείψεις του αναπληρώνονταν από τη μαγική λέξη «ταλέντο»!
Αντίθετα με το σύνολο των συναδέλφων του, η ιδιοσυστασία του κάθε τραγουδιού του και οι μετατροπές του δεν είχαν καμία ξενική επίδραση. Σε στιγμές αυθόρμητης έμπνευσης παρήγαγε έντεχνες συνειδητές λαϊκές δημιουργίες γεμάτες με τη γνήσια λυρική συγκίνηση που διακρίνει τους αγνούς ανθρώπους. Ύμνησε τον έρωτα, τα τζιτζίκια, τα νιάτα, το βουνό και τη θάλασσα. Συνδύαζε τις καλοκαιρινές βραδιές με τα αρώματα των περιβολιών και το αυγουστιάτικο φεγγάρι με τα ιδεατά χάδια της ονειρεμένης του αγάπης. Αναγνωριζόταν στην εποχή του ως ο κορυφαίος συνθέτης της Ελλάδας, αναγορευμένος από το κοινό με αυθόρμητο δημοψήφισμα!
Θεωρείται ένας από τους στυλοβάτες και ο πλέον αντιπροσωπευτικός της καντάδας. Καταγραφόταν στην εποχή του ως ένα μελωδικό ηφαίστειο παρά το γεγονός ότι δεν είχε ιδιαίτερη μουσική μόρφωση. Αυτοσχεδίαζε πάντα τις καντάδες του, τις οποίες συνόδευε με την κιθάρα του. Το παντοδύναμο μουσικό του ένστικτο, οδηγούσε τις συνθέσεις του στους ασφαλέστερους δρόμους. Η χαριτωμένη βαρκαρόλα του, δηλαδή τραγούδι με θαλασσινό και ερωτικό θέμα, με τίτλο «Φύσ’ αγέρι» κυλά σαν τα κύματα του Ελληνικού γιαλού που τόσο λάτρευε και εξυμνούσε. Παντού το συναίσθημα το θερινό αεράκι, όπως στις συνθέσεις του «Η βάρκα μας καρτερεί» και το «Έχε γειά».
Γεννημένος μουσικός είχε κάθε δικαίωμα να περιφρονεί τη μάταια γνώση. Υπάρχει ένα ακόμη τραγούδι του, το «Τσομπανόπουλο», που θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ένα συμφωνικό ποίημα με τη μελωδία και τη χρωματική του ποικιλία. Αλλά ο ίδιος δεν σκεφτόταν ποτέ την προβολή του και δεν τον κατείχαν μάταιες φιλοδοξίες. Το τραγούδι και μόνον το τραγούδι ήταν η ζωή και το όνειρό του και η πνευματική του παραγωγή, τα τραγούδια του, μπορούν να αποτελέσουν μια ξεχωριστή φιλολογία. Περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα και τη φύση, είναι ρομαντικός και απευθυνόταν στις ευαίσθητες ψυχές γράφοντας το «Αν αληθώς μ’ αγαπάς», το «Μη με ρωτάς» και το «Πες μου αγάπη μου».
Από τραγούδια του, όπως «Τον είδατε τον Σταυραητό», δεν έλειπαν η λεβεντιά και η χάρη της Ρούμελης. Όπως επίσης πολλά τραγούδια του διέπονται από ένα ιδιότυπο χιούμορ. Ανάμεσά τους το «Γελαστή, χαρωπή», «Όποια θέλει παντρειά», «Η Μόδα» κ.ά. Το πρωτότυπο κράμα των μελωδιών του, ανάμεσα στο δημοτικό άσμα, το Σμυρναίικο τραγούδι, τη καντάδα κ.λπ. αποκάλυπτε το μεγαλείο της λαϊκής έμπνευσης. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αναζήτησαν τρόπους να κατατάξουν τις δημιουργίες, καταλήγοντας πως υπήρξε ο δημιουργός ενός είδους αθηναϊκής και τις περισσότερες φορές εύθυμης καντσονέτας.
Όπως όλοι οι αυθεντικοί δημιουργοί, ίσα που κατόρθωνε να επιβιώνει από την τέχνη του. Εξάλλου, δεν ήταν κοσμικός και φρόντιζε να διαφημίζει το όνομα και τις δημιουργίες του. Συνέθετε για να κερδίζει τα προς το ζην και συμπληρωματικά έπαιζε δεύτερο βιολί στις ορχήστρες των θερινών θεάτρων. Είχε έναν ιδιαίτερο έρωτα για το καλοκαίρι, το οποίο ύμνησε, όπως ύμνησε τη ζωή και τον αττικό ουρανό. Λειτούργησε ως πηγαία και εκρηκτική φλέβα του τραγουδιού, αλλά παραδόθηκε στη λήθη, χαμένος στην τριβή της καθημερινότητας. Απέμεινε ίσως το πασίγνωστο «Τζιτζικάκι» του για να λέει τα μυστικά του: «Έχω δύο λόγια μυστικά, πουλάκι μου, / κρυμμένα στην καρδιά μου τζιτζικάκι μου. / Μ’ αγάπη είναι γραμμένα μα τα κάλλη σου/ Τρελαίνομαι για σένα, τζιτζικάκι μου»! Είχε γεννηθεί στην Αθήνα, τα τελευταία ρομαντικά χρόνια του Όθωνα, το 1862. Έζησε στην ελληνική πρωτεύουσα όλη του τη ζωή, την οποία αποχαιρέτησε όταν βασίλευε ο Αλέξανδρος Α΄, στα τέλη 1919 και ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη.
 
Ο Δημήτρης Κριωνάς κατάγεται από την Ρωσία, όπου έχει σπουδάσει στο ωδείο της Οδησσού, μετά το τέλος των σπουδών του άρχισε η καλλιτεχνική του δράση με μεγάλη επιτυχία στα θέατρα Χαρκόβου, Κιέβου και Οδησσού. Κατά την αρχή της Ρωσικής επανάστασης αναχώρησε για την Ελλάδα, όπου και θριάμβευσε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών.
Στην πρώτη πλευρά του δίσκου έχουμε τον Δημήτρη Κριωνά. Σύμφωνα με την παρτιτούρα που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φέξη με τίτλο "Το τσομπανόπουλο", το τραγούδι είναι σύνθεση του Νικολάου Κόκκινου σε στίχους του Ευάγγελου Παντόπουλου.
H ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στο διάστημα 28 Ιανουαρίου-16 Φεβρουαρίου 1922 από τον ηχολήπτη Harold Fleming.
Στην δεύτερη πλευρά του δίσκου έχουμε τον Καλαμπούση Αντώνη (βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν βρήκαμε). Γράφει ο Πελλέας [Πελλέας-Βίλχελμ Μάϊστερ] (βλ. "Η μουσική κίνησις", περ. Τα παρασκήνια, Έτος Α', τ. 4, Αθήνα 16.4.1924, σελ. 15) για την εμφάνιση του τραγουδιστή της ηχογράφησης Α. Καλαμπούση στη συναυλία του Ωδείου Αθηνών στις 25.3.1924 στο θέατρο Ολύμπια:
"Η έκπληξις της συναυλίας αυτής ήτο ο βαθύφωνος κ. Καλαμπούσης. Τύχη αγαθή! Το ελληνικό έθνος θα έχη εις την υπηρεσίαν του έναν τουλάχιστον βαθύφωνον, που να μη βασκαθή η καλλιτεχνική δίψα των Κοινωνιών μας! Η φωνή του έχει πάχος φυσικόν, ομοιότητα και ισότητα αξιών εις όλες της νότες του. Με καλλιέργειαν θα αποκτήση ασφαλώς και πολύ μεγαλείτερον πάχος!"
Στη σημερινή ανάρτηση, έχουμε από τις πρώτες ελληνικές προσπάθειες τύπωσης γραμμοφωνικών δίσκων.  Η ηχογράφηση βέβαια έγινε από τον Harold Fleming πιθανότατα σε κερί. Και τι έχουμε σαν αποτέλεσμα; Το πάντρεμα του μοντέρνου (τενόροι με καπελάκια και μαντολινάτες), με δυο κλασικά δημοτικά τραγούδια. ¨Το τσοπανόπουλο¨ και ¨Το λεν οι κούκοι στα βουνά¨.  Στις πρώτες ηχογραφήσεις, εκείνες τις δεκαετίες του 1910 και 1920, τενόροι τραγουδάνε δημοτικά τραγούδια (βλέπε Στασινόπουλο ανάρτηση 59), θέλοντας να πάνε με το ρεύμα της εποχής αλλά να προσεγγίσουν και το αγοραστικό κοινό. Αργότερα βέβαια παράλληλα με το ελαφρό (μαντολινάτες, τενόροι κ.α.) τραγούδι έρχονται και τα δημοτικά, νησιώτικα, ρεμπέτικα, κρητικά, αμανέδες κ.α.. Οι πρώτες όμως ηχογραφήσεις έχουν αυτό το ύφος.    
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ)
 




Σάββατο 26 Ιουνίου 2021

88. MINOS 5244 ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΛΑΡΕΤΖΑΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗΣ- ΠΑΠΑΤΣΑΡΑΣ ΜΑΝΟΥΣΟΣ 1971

Καλομοίρης Γιώργος (Γιωργαντός)- Λαρετζάκης (Λαρεντζάκης) Μανώλης- Παπατσάρας Μανούσος MINOS 5244 Μια αγάπη - Τα μαύρα μάτια σου 1971- 45rpm- 7''

¨Αυτή η μικρή αναφορά στο έργο στην πορεία και την δημιουργία του Γιώργαντου, σκοπό κυρίως έχει την νέα γενιά, που αν πάει κιανείς σήμερο σ' ένα χωριό της Κρήτης, ένα Ηλιοβασίλεμα και αφήσει το βλέμμα του σε κείνα τα ερημοκαταλύματα, με τα ξερά χόρτα που δέχουνται τσ' αχτίνες του Ήλιου, θέλει δε θέλει, θ' απλώσει το χέρι του και θα ακουμπήσει εκείνες τις ερειπωμένες μνήμες, θα χαϊδέψει εκείνα τα απλά αντικείμενα μέσα στα χαλάσματα και θα διακρίνει εκείνο τον Λαϊκό Πολιτισμό, που ξεπροβαίνει μέσα από το χρόνο, με κείνη την παρουσία του Ήλιου που βαδίζει προς το Χρυσορόδυσμά ντου.
Κι ύστερα πιο πέρα μια πεζούλα πετρόχτιστη, στέκει ακόμη στα χαλάσματα και αν κάτσει κιανείς απάνω, η σκέψη, μόνο για σεβασμό και αυτοσεβασμό, θα μπορούσε να μιλήσει. Ο λογισμός μας θα προπατίξει, σ' αυτά τα Άγια Χώματα, με την αξεπέραστη κληρονομιά, είτε λέγεται λαϊκή δημοτική μουσική, είτε δημοτικό τραγούδι, είτε λαϊκή αρχιτεκτονική και αισθητική, είτε ντοπιολαλιά και γενικά εκείνο που λέμε και εννοούμε λεγοντας Λαϊκό πολιτισμό.
Χωρίς την Ιστορία μας, χωρίς τη Γλώσσα μας, χωρίς την ίδια μας την ταυτότητα, στις ανακατατάξεις που επιφέρουν, οι αλλαγές στις παραγωγικές σχέσεις και στην σημαντική αλλοτρίωση του χαρακτήρα του ανθρώπου, από την τεχνολογική εξέλιξη, χωρίς την λαϊκή θυμοσοφία, όλα τα άλλα μετριούνται, στις μέρες μας σε κέρδος και χρήμα! Με αυτές τις σκέψεις πιστεύουμε πως απλά καταγράφουμε μια πορεία ενός καλλιτέχνη, που έχει προσφέρει πολλά. Κυρίως όμως, πως αυτά που πρόσφερε έχει ιερό καθήκον, να τα παραδώσει στις ερχόμενες γενιές αμόλευτα και αληθινά.¨ Απόσπασμα από τη βιογραφία του Γιωργαντού που θα βρείτε στην ανάρτηση  34 και στις πληροφορίες.

Ο Μανώλης Λαρετζάκης γεννήθηκε στο Πισκοπιανό Χερσονήσου. Από μικρός του άρεσε η κρητική μουσική. Εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1969 να παίζει λαούτο. Γρήγορα έγινε πολύ γνωστός και πολλοί λυράρηδες ήθελαν τη συνεργασία του. Έπαιξε δίπλα σε πάρα πολλούς αξιόλογους λυράρηδες όπως τους: Γιώργο Καλομοίρη, Νίκο Σωπασή, Γιάννη Κουφαλιτάκη, Μανουρά, Κεφαλογιάννη, Στέλιο Βασιλάκη, Αλέκο Πολυχρονάκη, Μανόλη Καρπουζάκη και πάρα πολλούς άλλους.
Έχει λάβει μέρος σε πολλές δισκογραφικές δουλειές, με αρκετούς καλλιτέχνες της χώρας. Το 1975 παρουσιάζει τον πρώτο του ατομικό δίσκο 45 στροφών. Το 1976 δισκογραφεί μαζί με τον Γιώργο Καλομοίρη. Το 1979 δισκογραφεί μαζί με τον Νίκο Σωπασή. Το 1981 γράφει τον δεύτερο ατομικό του δίσκο. Έχει παίξει λαούτο και έχει τραγουδήσει όχι μόνο στην Ελλάδα. Μετά από προσκλήσεις Κρητικών ομογενών έχει επισκεφτεί αρκετές φορές την Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Αίγυπτο και την Κύπρο.
 
Για τον Μανούσο Παπατσάρα έχουμε αναφερθεί στην ανάρτηση 76.
Δύσκολα τα μεγάλα νούμερα της MINOS, δύσκολη και η ζέστη. Έχει και αυτό το κάτι ο Καλομοίρης (στο ¨Μια αγάπη¨), εκεί στις αρχές του ΄70 αρχίζει να κάνει την εμφάνιση του και να ξενίζουν τα κρητικά χαρακτηριστικά (πάντα προσωπική άποψη). Από το παίξιμο της λύρας μέχρι τα τσαλίμια της φωνής (κάτι αντίστοιχο ο Ζάχος για τα δημοτικά). Δυστυχώς τώρα ψάχνουμε το αντίθετο, το ¨παλιακό¨.
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής). 
 Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)