Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

47. PANIVAR PA-179 ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΚΑΔΙΑΝΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1969

Κουμιώτης Γιώργος (Καμαράτος)- Κουμιώτης Γιάννης- Καδιανάκης Γιάννης PANIVAR PA-179 Η Παγώνα (Η γριά Παγώνα) - Οι ξενιτεμένοι  1969- 45rpm- 7''

Ο Γιώργος Κουμιώτης γεννήθηκε στο Τεφέλι Ηρακλείου στις 10-8-1931. Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Κουμιωτάκης και μητέρα του η Μαρία το γένος Νουράκη. Η καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε από πολύ μικρό να μάθει λαγούτο σε ηλικία 16 χρονών και να παίζει σε γλέντια στην περιοχή του Ηρακλείου με τον παλιό λυράρη Γαβρίλη Σταυρουλάκη από τα Πιτσίδια όπως και με άλλους συντοπίτες λυράρηδες. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ένας λαουτιέρης μπαίνει στα Ανώγεια, που μέχρι τότε την λύρα την συνόδευε το μαντολίνο. Τον είχε φέρει ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης. Ο Γιώργος Κουμιώτης ήταν το πρώτο λαγούτο που μπήκε στα Ανώγεια και σε αυτή την αλήθεια συναινεί ο μετέπειτα μεγάλος λαουτιέρης Γιάννης Ξυλούρης αδερφός του Νίκου. Η συνεργασία του με τον Νίκο Ξυλούρη είχε αρχίσει. Αχώριστοι συνεργάτες και φίλοι πια εμφανίζονται σε γλέντια, γάμους και άλλες εκδηλώσεις σε όλη την Κρήτη με πολύ μεγάλη επιτυχία. Επιστέγασμα της πολύχρονης συνεργασίας τους ήταν ο πρώτος δίσκος γραμμοφώνου του Νίκου Ξυλούρη «δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές» και το καλαματιανό «Νησιωτοπούλα μου» στο οποίο συντροφεύει στο τραγούδι τον Νίκο η γυναίκα του, Ουρανία. Ένας δίσκος μια συνεργασία στην οποία συνέβαλε με το λαγούτο του ο Γιώργος Κουμιώτης για την οποία έχει μιλήσει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν ο ίδιος με καμάρι και νοσταλγία. 
Στα επόμενα χρόνια συνεργάζεται με όλη την τότε ανερχόμενη Ανωγειανή μουσική οικογένεια με Μανουρά, Καλομοίρη, Ψαραντώνη και Βασίλη Σκουλά. Αρχές της δεκαετίας του 1960 γνωρίζει την σύντροφο της ζωής του Μαρία Αλεξανδράκη με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά την Βάνα και τον Μιχάλη. Για την αγαπημένη του Μαρίκα ο Γιώργος Κουμιώτης έγραψε το καλαματιανό «η Μαριώ η Κρητικιά» το οποίο ηχογραφεί το 1961. 
Στο επόμενο διάστημα ηχογραφεί να δίσκο με τον Γιώργο Καλομοίρη και ένα με τον Βασίλη Σκουλά ο οποίος και θα βαφτίσει την κόρη του την Βάνα. 
Λίγο μετά τον θάνατο του Σοφοκλή Βενιζέλου ένα τραγούδι σκορπά ρίγη συγκίνησης σε όλη την Κρήτη αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα. Ήταν μια δική του σύνθεση «της Κρήτης τα παιδιά», ένα καλαματιανό που αναφερόταν στον θάνατο του Σοφοκλή Βενιζέλου και που στο τραγούδι αυτό τον συνόδευε στην λύρα ο αείμνηστος Παντελής Σταυρουλάκης. Με δικό του πια μουσικό σχήμα έχοντας συνεργάτη στην λύρα τον Γιάννη Καδιανάκη και τα αδέρφια του Γιάννη και Μανόλη εμφανίζονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με μεγάλη επιτυχία ενώ παράλληλα ηχογραφεί δεκάδες τραγούδια που γίνονται γνωστά και αγαπημένα. 
Και να έρθουμε τώρα στην πολυσυζητημένη σάτιρα του Γιώργου Κουμιώτη. Όταν τον ρώτησαν...«Καμαράτο πώς προέκυψε η σάτιρα» αυτός απάντησε: Πηγαίναμε για εμφανίσεις στο Βέλγιο και στην διάρκεια του ταξιδιού με το τραίνο συνέθεσα το τραγούδι «Ξενιτεμένοι Κρητικοί» το οποίο όπου εμφανίστηκα και το τραγούδησα οι μετανάστες έκλαιγαν. Βρήκαν λοιπόν οι ίδιοι εταιρεία για να τα ηχογραφήσουμε και σκέφτηκα να βάλω στη άλλη πλευρά του δίσκου την «Παγώνα» την οποία και είχα συνθέσει παλαιότερα σε αντιστάθμιση του λυπητερού ύφους του πρώτου τραγουδιού, όμως η αποδοχή ήταν τέτοια που όταν επιστρέψαμε η εταιρεία που συνεργαζόμουν με παρότρυνε στην επανεκτέλεση του δίσκου και στην Ελλάδα. Η επιτυχία ήταν τεράστια, ο δίσκος αγοράστηκε και από μη Κρητικούς με αποτέλεσμα να φτάσει σε εμπορικότητα μεγάλων λαϊκών τραγουδιών. Από εκεί και μετά με αφορμή την επικαιρότητα έγραψα και άλλα αφού ο κόσμος με παρότρυνε και μου ζητούσε όλο και κάτι καινούργιο. Πρόσεχα όμως και μελετούσα πολύ τους στίχους ώστε να έχουν συγκεκαλυμμένα υπονοούμενα χωρίς ακρότητες και χυδαιότητα. Και πράγματι η σάτιρα του Γιώργου Κουμιώτη λόγω και του έμφυτου χιουμοριστικού του χαρακτήρα μόνο άδολη μπορεί να χαρακτηριστεί. Μόνο όσοι έζησαν μια βραδιά μαζί του είτε στο πάλκο είτε στην παρέα μπορούν να βεβαιώσουν το βάλσαμο που πρόσφερε το χιούμορ του σε κάθε πικραμένο χείλι. Με τα χρήματα που του έφερε η επιτυχία της Παγώνας προσπαθεί να σταθεί επιχειρηματικά ανοίγοντας πρώτα κέντρο διασκεδάσεως στην Αθήνα στην Σπύρου Πάτση και αργότερα το μεταφέρει στην συμβολή της Λεωφόρου Αθηνών και Στρατοπέδου Χαϊδαρίου στο οποίο έπαιζε ο ίδιος λύρα. Όπως όμως λέει ο ίδιος σε μια μαντινάδα του: 
                                    «Ο άνθρωπος ο άτυχος όσο κι ανε σπουδάξει
                                      τόνε γυρίζει η μοίρα του από την πρώτη τάξη» 
Τα γεγονότα του 74 της Κύπρου και της επιστράτευσης τον βρίσκουν στην Κρήτη. Το μαγαζί του επιτάσσεται, ανοίγετε ερήμην του και σιτίζονται μέσα οι επιστρατευμένοι με αποτέλεσμα την πλήρη καταστροφή και λεηλασία του εξοπλισμού χωρίς ποτέ να αποζημιωθεί από την πολιτεία. Χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα πια και σε οικονομικό αδιέξοδο παίρνει πάλι τον δρόμο για την ξενιτιά αυτή την φορά με τον αείμνηστο Νίκο Βενιανάκη για την Αυστραλία.
 
Επιστρέφοντας συνεργάζεται και πάλι με τα αδέρφια του μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80. Οι εποχές όμως έχουν αρχίσει να αλλάζουν.. το αυθεντικό το πηγαίο η κατάθεση ψυχής δίνουν την θέση τους στο δήθεν, στο στείρο καθωσπρεπισμό και στο ψεύτικο με αποτέλεσμα την τελευταία εικοσαετία ο Γιώργος Κουμιώτης να βρίσκετε εκτός μαγαζιών και κατ επέκταση εκτός εισόδημα. Προσπάθησε όμως άλλοτε ο ίδιος παίζοντας λύρα και άλλοτε με συνεργασίες όπως με τον Ν.Σταυρακάκη και τον Βασίλη Σκουλά να κρατηθεί δισκογραφικά με αποτέλεσμα ανεπανάληπτες συνθέσεις οι οποίες όμως δεν του άνοιξαν τις πόρτες των μαγαζιών ξανά. 
Η πολύπλευρη καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε τα τελευταία χρόνια στην ζωγραφική. Περιδιαβαίνοντας την αγαπημένη του Κρήτη σαν άλλος Ζορμπάς πότε στον Κουρνά, πότε στα Ανώγεια και στην παχιά άμμο επισκεπτόμενος καλούς του φίλους αποτύπωσε στο χαρτί αγαπημένους τόπους, τοπία και παραστάσεις από την ζωή της Κρήτης όπως την θυμόταν. 
Ο Γιώργος Κουμιώτης φύση και θέση, ανυπότακτη ψυχή αν και έφτασε πολύ ψηλά δεν υποδουλώθηκε ποτέ από τα καθώς πρέπει και το σταριλίκι και κυρίως από το χρήμα. Ακούστε ο Γιώργος Κουμιώτης πώς αγωνιούσε για την ζωή και την εξέλιξη της υγείας του με μια από τις τελευταίες μαντινάδες που έβγαλε: 
                                              «Εγώ που ήμουνα θεριό είμαι ρημάδι τώρα 
                                           πώς θα περάσω σκέφτομαι ετουτηνέ την μπόρα» 
Έφυγε σε ηλικία 77 ετών το 2008 στο Νοσοκομείο Αττικόν του Χαϊδαρίου, από πνευμονικό οίδημα και μετά από πολύ μεγάλη μάχη με την επάρατη νόσο!

Τον Γιάννη Καδιανάκη, από τους αξιόλογους λυράρηδες της Κρήτης, τον συναντάμε σε πανηγύρια και σε εκδηλώσεις, εκεί που δοκιμάζονται πραγματικά οι λαϊκοί οργανοπαίχτες και λιγότερο στη δισκογραφία.
Σοβαρός, αξιοπρεπής και μετριόφρων, δεν αυτοδιαφημίστηκε ποτέ, δεν έριξε την αξιοπρέπεια του για να γίνει αρεστός, δεν επιζήτησε την δημοσιότητα πάση θυσία. Σχεδόν αμέλησε εντελώς την καλλιτεχνική υστεροφημία του. Άφησε ελεύθερο τον κόσμο να τον κρίνει.
Και ο κόσμος, ιδίως αυτοί που γνωρίζουν και μπορούν να εκτιμήσουν σωστά, τον κατατάσσουν ανάμεσα στους πιο σημαντικούς λυράρηδες της Κρήτης. 
Πληροφορίες και βιογραφικά τόσο για τον Καδιανάκη όσο και για τον αδερφό του Γιώργου Κουμιώτη τον Γιάννη δυστυχώς δεν υπάρχουν. 
Τα σημερινά δισκάκια, λόγο της μεγάλης εμπορικότητας τους τα συναντάμε σε τρία (4 αν βάλουμε και την διαφορετική γραμματοσειρά στα πορτοκαλί) διαφορετικά εξώφυλλα . Πορτοκαλί, πολύχρωμο με τις ίδιες μήτρες και πράσινο σε διαφορετικές μήτρες και τίτλο ¨Η γριά παγώνα¨ με την τελευταία μαντινάδα να λείπει. Παραθέτω τα δύο ηχητικά από τις διαφορετικές μήτρες. 
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)
Πληροφορίες, φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία…(εδώ)







Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

46. FIDELITY 7353 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1964

 Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 7353 Χωριανοί χωριανοί - Ξενιτεμένο μου πουλί 1964- 45rpm- 7''

Ένας από τους κορυφαίους και καταξιωμένους νεότερους συνθέτες και στιχουργούς της Κρητικής μουσικής είναι ο Μιχάλης Τζαγκαράκης. Κατάγεται από οικογένεια μουσικών αφού και τα 3 αδέλφια του (Δημήτρης, Στέλιος, Γιώργος) είναι λαμπροί καλλιτέχνες. Ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του Ηρακλή Τζαγκαράκη που ήταν ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του, έμαθε λύρα.
Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από τις Καμάρες. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης γεννήθηκε στο Αποίνι το 1945 και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα χωριά του Ηράκλειου που τότε σε όλα τα καφενεία του χωριού γίνονταν και ένα γλέντι και υπήρχε μεγάλος συναγωνισμός. Έπαιζαν μόνο οι πιο αναγνωρισμένοι λυράρηδες και δεν μπορούσε εύκολα να διακριθεί. Η διάκριση του ήρθε όταν σε ένα γλέντι, στην Τουρλωτή, αυθόρμητα, αυτοσχεδίασε την πρώτη του σύνθεση το τραγούδι "Κουτσομπόλες". Ο ενθουσιασμός, τα χειροκροτήματα και το κέφι του κόσμου, όχι μόνο τον συγκίνησαν αλλά άλλαξαν εντελώς την καλλιτεχνική πορεία της ζωής του. Άρχισε να συνθέτει τραγούδια που έδιναν χαρά, γέλιο και κέφι στον κόσμο.
Με συνεργάτες τον αδερφό του Δημήτρη Τζαγκαράκη και με άλλους καλούς λαουτιέρηδες, Κ. Κατσουλίερη και Γ. Ξυλούρη, ξεσήκωνε τον κόσμο και χάρη στο ταλέντο της σύνθεσης και της ποίησης που είχε, ο κόσμος τον αγάπησε, τον ξεχώρισε και πολύ γρήγορα έγινε γνωστός σε όλη τη Κρήτη, χωρίς να έχει γράψει τα τραγούδια του σε δίσκο. Η Κρητική μουσική, την εποχή εκείνη ακούγονταν μόνο στα χωριά. Το μοναδικό κέντρο στο Ηράκλειο που είχε Κρητικό πρόγραμμα ήταν το Λιμενικό περίπτερο, και ήταν πολύ τιμητικό για το Μιχάλη Τζαγκαράκη που επέλεξαν εκείνον, να παίζει λύρα κάθε βράδυ, με λαουτιέρη το Δ. Φουκάκη. Το 1964 έγραψε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών " Α' πλευρά- Ξενιτεμένο μου πουλί, Β πλευρά-Χωριανοί χωριανοί", ενώ δεν είχε πάει ακόμα φαντάρος. Στο στρατό υπηρέτησε στο Πυροβολικό το 1965-1967. Εκείνη την εποχή, απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο. Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ψυχαγωγεί με τη λύρα και τα τραγούδια του, αξιωματικούς και φαντάρους, γράφει το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι", παίζει στη λέσχη αξιωματικών, σε γιορτές που διοργανώνουν οι αξιωματικοί στο Αίγιρο και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής, προβάλλοντας τη μουσική παράδοση της Κρήτης. 
Το 1967 απολύθηκε από το στρατό. Εκείνη την εποχή στο Ηράκλειο, υπήρχαν μόνο δυο κέντρα. Ο Ερωτόκριτος και η Καλλιθέα και κάθε σαββατοκύριακο έπαιζε και διαφορετικό συγκρότημα. Κάθε φορά που έπαιζε ο Μιχάλης Τζαγκαράκης τα κέντρα ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Αυτό ήταν η αιτία που οι ιδιοκτήτες του κέντρου Καλλιθέα, του ζήτησαν μόνιμη συνεργασία. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια, στο κέντρο αυτό, με συνεργάτες του τα αδέλφια του Δημήτρη και Γιώργο και το Ζαχαρία Σμπώκο, βοηθώντας έτσι την πορεία και την εξέλιξη της Κρητικής μουσικής. 

Την ίδια εποχή ξεκίνησε και μια νέα καλλιτεχνική καριέρα για τον Μιχάλη Τζαγκαράκη, γράφοντας τα τραγούδια του σε δίσκους 45 στροφών. Η φήμη του ξεπέρασε τα σύνορα της Κρήτης. Προτάσεις γίνονται και από το εξωτερικό από Κρητικό σύλλογο της Καλιφόρνιας για μόνιμη εγκατάσταση. 
Το 1970 σταμάτησε από το κέντρο Καλλιθέα για ένα χρόνο. Τη περίοδο αυτή συνεργάστηκε και με το Νίκο Ξυλούρη στο κέντρο Ραφίνα και Ερωτόκριτο.
Το 1971 συνεργάστηκε πάλι με το κέντρο Καλλιθέα, με συνεργάτες τα αδέλφια του Στέλιο και Γίωργο.
Το 1972 ανοίγει το δικό του κέντρο την Ξαστεριά, χωρητικότητας 1000 ατόμων, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια της δικτατορίας για το όνομα του κέντρου και τις αντιστασιακές μαντινάδες που έλεγε.  Ανανεώνει το κρητικό πρόγραμμα της "Ξαστεριάς" και συνεργάζεται με αξιόλογους καλλιτέχνες όπως το μεγάλο Κώστα Μουντάκη, τον Βασίλη Νιράκη(Μπακαλιάρος), τον Γιώργο Ταμιωλάκη, τον Λαρετζάκη, τον Αντώνη Βαφάκη, τον Κώστα Γαρυφαλάκη, τον Γιάννη Δερμιτζάκη και τον Ζαχαρία Μελεσανάκη.
Πολιτικοί, τραγουδιστές, ηθοποιοί, μεταξύ των οποίων ο Γεώργιος Μαύρος, ο Ντέμης Ρούσος, η 'Αννα Καλουτά, η Έρικα Μπρόγιερ, ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΚ και η ηθοποιός Δώρα Σιτζανη με το μεγάλο συνθέτη Μάνο Λοΐζο (ήταν φίλοι και κουμπάροι του), επισκέπτονταν την Ξαστεριά και η κοσμοσυρροή ήταν πρωτοφανής.
Γι αυτό το λόγο ο Μιχάλης Τζαγκαράκης ανοίγει και δεύτερο κέντρο τον Ερωτόκριτο με συνεργάτη το Βασίλη Νιράκη. Η φιλία που έδενε το Μιχάλη Τζαγκαράκη με το Μάνο Λοΐζο ήταν μεγάλη. Ετοιμάζονταν να συνεργαστούν και να γράψουν ένα δίσκο με έντεχνα Κρητικά τραγούδια. Στο σπίτι του Μάνου Λοΐζου και της Δώρας Σιτζανη, παρουσία του διευθυντή της ΜΙΝΟΣ ΜΑΤΣΑΣ, κου Αχιλλέα Θεόφιλου, συζήτησαν για την επικείμενη συνεργασία. Ο Μάνος Λοΐζος ζητά από το Μιχάλη Τζαγκαράκη να εγκατασταθεί στην Αθήνα για ένα χρόνο, για πρόβες και ηχογραφήσεις, πράγμα δύσκολο για το Μιχάλη, γιατί έπρεπε να κλείσει τα δυο κέντρα που διατηρούσε στο Ηράκλειο.
Ο Μιχάλης Τζαγκαράκης συνεχίζει να δημιουργεί, να παίζει, να τραγουδάει και να προβάλει τη μουσική παράδοση της Κρήτης μας και όπως έγραψε και το περιοδικό ''Κρητικά Επίκαιρα'' σκάβει την παράδοση και ψάχνει, βάζει και πολλά στοιχεία από την σημερινή καθημερινότητα και δημιουργεί. Προπαντός δημιουργεί!.
Για τον αδερφό του Μιχάλη, τον Δημήτρη Τσαγκαράκη (έχουμε αναφερθεί και στην ανάρτηση 34), δυστυχώς δεν υπάρχουν βιογραφικά στοιχεία.
Περισσότερες πληροφορίες καθώς και φωτογραφίες θα βρείτε στο επίσημο site του Τσαγκαράκη Μιχάλη, που είναι από τα καλύτερα.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
 
 

 


Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

45. COLUMBIA SCDG 3583 ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ ΣΟΦΙΑ- ΚΟΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1965

 Κολλητήρη Σοφία- Κόρος Γιώργος- Βασιλόπουλος Γιάννης COLUMBIA SCDG 3583 Δεν θέλω να μαραίνεσαι - Οι κάμποι χορταριάσανε 1965- 45rpm- 7''


Γεννήθηκε στο Βελενίκο Φωκίδας όπου και μεγάλωσε με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς τους. Η κλίση της για το τραγούδι ήταν φανερή από τότε που ήταν μαθήτρια του δημοτικού. Ένα από τα άτομα που της ενίσχυσαν το ταλέντο της αυτό, ήταν η δασκάλα που είχε στο δημοτικό, η οποία είχε σπουδάσει και μουσική. Αυτή μίλησε στους γονείς της λέγοντάς τους πως θα ήταν άδικο να χαθεί και να μην αξιοποιηθεί ένα τέτοιο ταλέντο και να μην γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Επικαλέσθηκε μάλιστα τις καλές αμοιβές που θα είχε, συγκρίνοντας με τις δικές της που είχε κάτσει τόσα χρόνια στα θρανία. Από «πιτσιρίκι» άρχισε να συμμετέχει στα πανηγύρια και να κερδίζει τις εντυπώσεις .Είναι η εποχή που ο τρόπος αυτός της διασκέδασης ανθεί στην ελληνική επαρχία ενώ το δημοτικό τραγούδι παράλληλα γνωρίζει δόξες και στα περίφημα «στέκια» γύρω από την περιοχή της πλατείας Ομονοίας και όχι μόνο . Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η φήμη της μικρής Σοφίας εξαπλώνεται σε όλη τη Φωκίδα ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να αγκαλιάζει και τους γειτονικούς νομούς. Δουλεύει πλέον συστηματικά στα πανηγύρια και σε διάφορα γλέντια, σε γάμους, σε βαφτίσια και γιορτές. Κάποια στιγμή η μοίρα την φέρνει να τραγουδήσει στο πανηγύρι της Ακράτας όπου εμφανίζεται και ο Μέγας Γιώργος Παπασιδέρης με το συγκρότημά του και που ως γνωστόν πάντα αποτελούνταν από εξαίρετους οργανοπαίκτες .
Η Σοφία Κολλητήρη παρά την παιδική της ηλικία κατάφερε να ξεχωρίσει και να συγκεντρώσει πάνω της όλα τα βλέμματα . Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι αυτός ο μεγάλος κι έμπειρος Γιώργος Παπασιδέρης δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στο ταλέντο της και έδειξε προθυμία να την γνωρίσει καλύτερα. Την φωνή του άκουγε και μελετούσε μέσα από δίσκους γραμμοφώνου αλλά και το ραδιόφωνο και διαμόρφωνε κι εκείνη το ρεπερτόριο της. Έτσι όταν τον συνάντησε στο πανηγύρι της Ακράτας ντρεπόταν ακόμα και να του μιλήσει .Με ευχαρίστηση όμως δέχτηκε τα καλά του λόγια σχετικά με το ταλέντο και τις δυνατότητες που είχε. Δεν είναι μικρό πράγμα σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών να σου προτείνει ο Παπασιδέρης να συνεργαστείς μαζί του στο πάλκο και στην δισκογραφία. Η Κολλητήρη όμως αρνείται τις δελεαστικές του προτάσεις παρ ότι στην ουσία είναι αυτό που επιθυμεί η ίδια καθώς γνωρίζει την αντίδραση των γονιών της. Η αντίθεση της οικογένειάς της κάμπτεται μερικούς μήνες αργότερα όταν ο ίδιος ο Παπασιδέρης αλλά και ο διευθυντής της Κολούμπια Τάκης Λαμπρόπουλος την καλούν να ηχογραφήσει στο εργοστάσιο της εταιρείας στην Ριζούπολη. Η Σοφία μπαίνει για πρώτη φορά σε στούντιο ηχογράφησης αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να ηχογραφήσει σε μία μόλις μέρα δώδεκα τραγούδια τα οποία καλύπτουν τις όψεις έξι μικρών δίσκων σαράντα πέντε στροφών οι οποίοι και κυκλοφόρησαν σταδιακά στην αγορά. Λίγες μέρες αργότερα η φωνή της ακούγεται στο ραδιόφωνο και μαγεύει τους ακροατές. Οι έξι αυτοί οι μικροί δίσκοι σαράντα πέντε στροφών έγιναν ανάρπαστοι κι έτσι η Σοφία με το ντεμπούτο της στη δισκογραφία και παρά τη μικρή της ηλικία καθιερώνεται ως λαοφιλής ερμηνεύτρια του παραδοσιακού ρεπερτορίου. Η μεγάλη αυτή επιτυχία είχε σαν αποτέλεσμα την αναγκαστική πλέον παραμονή της στην Αθήνα. Δουλεύει στα καλύτερα δημοτικά κέντρα συνεργαζόμενη με όλους τους κορυφαίους ερμηνευτές και οργανοπαίκτες . Ιστορική θα μείνει η συνεργασία της με τον Γιώργο Κόρο τόσο στην νυχτερινή διασκέδαση όσο και στην δισκογραφία αλλά και το Στάθη Κάβουρα. Μεγάλες δόξες θα γνωρίσει και στο πλευρό του Δημήτρη Ζάχου.
 Η φωνή της Κολλητήρη δεν έχει όρια και περιορισμούς. Μπορεί να ερμηνεύσει με χαρακτηριστική άνεση πολλά και διαφορετικά είδη. Δεν είναι τυχαίο ότι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα βρέθηκε να δουλεύει μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα -που εκείνη την περίοδο μεσουρανούσαν- στο κέντρο «Κουλουριώτης» στις Τζιτζιφιές. Η ίδια προτίμησε να ασχοληθεί στενότερα με το δημοτικό τραγούδι που την εκφράζει τόσο σαν ρεπερτόριο όσο και σαν τρόπος διασκέδασης αντί να περάσει στο λαϊκό. Βέβαια στην πολύχρονη καριέρα της η Κολλητήρη ερμήνευσε και λαϊκοδημοτικά και τσιφτετέλια που όμως όλα στη βάση τους είχαν στοιχεία από την παραδοσιακή μουσική. Πάνω σε αυτό το ύφος η συνεργασία της με τον Κώστα Σούκα απέφερε μεγάλους δίσκους τριάντα τριών στροφών που περιείχαν μεγάλα σουξέ .Άλλες σημαντικές συνεργασίες που η ίδια ξεχωρίζει είναι αυτές με τον «πολύ» Στάθη Κάβουρα και τον δεξιοτέχνη κλαρινίστα Γιάννη Βασιλόπουλο. Παράλληλα η Κολλητήρη ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, όπου υπάρχει Ελληνισμός, όπου και αποθεώθηκε από την ομογένεια και όχι μόνο.

Ο Γιώργος Κόρος γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1923 στους Ανδρωνιάνους Εύβοιας, από πατέρα ιεροψάλτη, ο οποίος τον μύησε από μικρό στα μυστικά της βυζαντινής μουσικής. Σε ηλικία 9 ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί μόνος τους και στα 12 του έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύρι. Συνέχιζε να παίζει σε γάμους, γλέντια και ταβέρνες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '50, οπότε ξεκίνησε η καθαυτό επαγγελματική του καριέρα στη μουσική. 
Αυτός που τον επέβαλε στη δισκογραφία ήταν ο συνθέτης και ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης (1902-1977). Το 1953 τον άκουσε σ’ ένα κέντρο της Αθήνας και εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που έπαιζε το βιολί, σε μια εποχή που το όργανο αυτό ήταν περιθωριακό στη δημοτική μουσική. Από τότε, ο Γιώργος Κόρος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της λαϊκοδημοτικής μουσικής: Γιώργο Παπασιδέρη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Μήτσο Αραπάκη, Στέλιο Καζαντζίδη, Καίτη Γκρέι, Γιώτα Λύδια, Πάνο Γαβαλά, Μανώλη Αγγελόπουλο, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Ελένη Βιτάλη, Δημήτρη Ζάχο, Αλέκο Κιτσάκη, Σοφία Κολλητήρη, Στάθη Κάβουρα, Τασία Βέρρα, Μάκη Χριστοδουλόπουλο, Σοφία Εμφιετζή και πολλούς άλλους.
Ο Γιώργος Κόρος έγραψε περίπου 1.500 τραγούδια, ενώ στο ενεργητικό του έχει πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, καθώς και μεγάλες επιτυχίες, όπως τα τραγούδια: «Αδειανό το προσκεφάλι», «Χαμένο κορμί», «Είσαι νινί ακόμα», «Όσοι είναι αισθηματίες», «Φαράχ», «Κλαίει απόψε ο ουρανός», «Μες στη ζωή έχω ζήσει τόσες πίκρες». Στο τραγούδι «Φύγε, φύγε» με τον Στράτο Διονυσίου ήταν η πρώτη φορά που η Γιώτα Λύδια πρωτοφώναξε τη φράση που τον ακολουθούσε πάντα: «Γεια σου Κόρο με το βιολί σου!». Ο ίδιος έβγαλε στο τραγούδι γνωστούς σήμερα καλλιτέχνες, όπως η Σοφία Κολλητήρη, ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος και η Βάσω Χατζή. 
Από τον γάμο του με την Ασημίνα είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Νικόλαο και την Κατερίνα Κόρου, γνωστή λαϊκή τραγουδίστρια και συνθέτρια. 
Ο Γιώργος Κόρος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2014, σε ηλικία 90 ετών. 
Είπε...¨Αν το δοξάρι του βιολιού μου ήταν πριόνι, με τις δοξαριές μου θα είχα κόψει όλα τα δέντρα και τα δάση της Ρωσίας.¨
¨Τα ταξίμια στο βιολί είναι σαν να μιλάμε, και ο ένας να λέει στον άλλον το παράπονό του, το αίσθημά του, την ιστορία του, κάτι που του έτυχε και ο άλλος πάλι να του λέει, τι λες βρε παιδί μου, αυτά έπαθες;¨.
Ο σπουδαίος κλαρινίστας Βασιλόπουλος Γιάννης, γεννήθηκε το 1939 στο Αγρίνιο, με γιαγιά τσιγγάνα από το Μεσολόγγι και κατάγονταν από οικογένεια παραδοσιακών μουσικών. Τα πρώτα μαθήματα τα πήρε από τον πατέρα του Γιώργο Βασιλόπουλο και από τους θείους του Κώστα και Γρηγόρη. Επηρεάστηκε από τους παλιούς κλαρινίστες, όπως τον Χαράλαµπο Μαργέλη, τον Κώστα Φουσκοµπούκα (πατέρα του Αριστείδη Μόσχου), τον Βασίλη Τουρκοβασίλη και τον Βάγιο Μαλλιάρα. Οπότε, σε ηλικία οκτώ ετών παίρνει τον οικογενειακό δρόμο του κλαρίνου, αλλά όμως διέθετε εξαιρετικό έμφυτο ταλέντο διότι μπορεί να μην ήξερε να διαβάζει νότες, μπορούσε όμως χάρη στην απίστευτη μουσική μνήμη του να παίξει οτιδήποτε, από το πρώτο και μόνο άκουσμα. Μιλώντας ο ίδιος για το παίξιµο του και για την αγάπη του στο όργανο αυτό είχε ειπεί κάποτε: «Το μεροκάματο ήταν 30-60 δραχμές στις αρχές του ’60. Τώρα είμαι πρώτο όνομα και είναι ανάλογο. Είμαι αυτοδίδακτος και όταν εκτελώ το όργανο δίνω την ψυχή μου. Όπως αγαπώ το παιδί μου, πιο καλά αγαπώ το όργανο. Εγώ παίζω το ΛΑ κλαρίνο, είναι πιο σωστό από το ΝΤΟ, δεν το αγριεύει το όργανο, το ΛΑ είναι γλυκό. Το κλαρίνο που “χω το πήρα 100 δραχμές από το σακούλι ενός Βλάχου. Είναι πάνω από 100 χρονών όργανο. Ο άνθρωπος δεν ήξερε τι μου έδωσε. Το παν στο κλαρίνο είναι το φύσημα και οι ανάσες. Το φύσημα πρέπει να΄ναι ταιριασμένο με τα δάχτυλα, διαφορετικά «αλλού παπάς κι αλλού τα ράσα του». Η ανάσα από τη μύτη μόνη της. Μόνο εγώ να το καταλαβαίνω. Άμα το νιώσει ο ακροατής, πάει, χάλασε το κομμάτι».
Λέγεται ότι τον ανακάλυψε ο Γιώργος Παπασιδέρης που τον πήγε στην Αθήνα σε ηλικία 18 ετών και έπαιξε µε την Τασία Βέρα, τη Σοφία Κολλητήρη, τον Γιάννη Κωνσταντίνου, τον ∆ηµήτρη Ζάχο κ.ά. Κάπως έτσι, τον γνωρίζει και ο Στέλιος Καζαντζίδης που τον πήγε στην Κολούµπια και συνεργάστηκε µαζί του. Έπειτα, αρχίζει μια σπουδαία διαδρομή και συµµετάσχει σε ηχογραφήσεις δηµοτικών-λαϊκών και έντεχνων τραγουδιών τα τελευταία 50 χρόνια µε τους Στέλιο Καζαντζίδη, Γιώργο Παπασιδέρη, Τάκη Καρναβά, Γιώργο Νταλάρα, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, είχε συνεργαστεί µε τους σηµαντικότερους συνθέτες – Βασίλη Τσιτσάνη, Γιώργο Ζαµπέτα, Σταύρο Ξαρχάκο (έπαιξε στον δίσκο «Η Ελλάδα της Μελίνας) – και είχε συνοδέψει µεγάλα ονόµατα του λαϊκού τραγουδιού, ανάµεσά τους οι Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος, Πάνος Γαβαλάς, Γιώργος Χατζηαντωνίου, Πόλυ Πάνου, Λάκης Χαλκιάς. 
Εκτός από τις συμμετοχές σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις, κυκλοφόρησαν αρκετοί δίσκοι στις 45 και 33 στροφές με σόλο του Γιάννη Βασιλόπουλου, από την «Κολούμπια», τη «Μίνως» κ.ά. Σόλο μουσικά κομμάτια του Γ. Βασιλόπουλου έχουν αποτυπωθεί στους δίσκους «Το χρυσό Κλαρίνο» (1976), «Λαϊκοί Σολίστες» (1985) και σε σύγχρονες παραγωγές. Το 1995 κυκλοφόρησε μιαν αξιομνημόνευτη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Τα δάκρυα της Μαγδαληνής», η οποία περιέχει το «Θρήνο» (με διάρκεια 28 λεπτά, ηχογράφηση του 1977) και τους «Αυτοσχεδιασμούς» (διάρκειας 17 λεπτών, ηχογραφημένο το 1995) πάνω σε ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής. 
Ο Λάκης Χαλκιάς, γιος του κορυφαίου Τάσου Χαλκιά και θαυμαστής του αυθεντικού μουσικού, έχει αναφέρει στο παρελθόν: «ο Γιάννης Βασιλόπουλος είχε άλλο ένα φοβερό τεχνικό μυστικό στα τόσα άλλα. Ήταν αυτό της κλεφτής ανάσας, που λένε πως ήταν ένα από τα μυστικά των παλιών οργανοπαιχτών, οι οποίοι ενώ φυσούσαν (εκπνοή) από το στόμα για να δουλεύουν το κλαρίνο, συγχρόνως από τη μύτη έπαιρναν αέρα (εισπνοή) και γέμιζαν τους πνεύμονές τους. Ήταν θαύμα και όμως αυτοί οι άνθρωποι έκαναν απίθανα πράγματα! Όπως και το ότι εάν έπιανε κάποιος άλλος να παίξει το κλαρίνο του Γιάννη Βασιλόπουλου, δεν θα έβγαζε νότα σωστή. Κι όμως, όταν το έπιανε ο ίδιος και έπαιζε, ήταν ολόσωστο!». 
Ο Γιάννης Βασιλόπουλος φημίστηκε τόσο για το μοναδικό «ανατολίτικο» τρόπο παιξίματός του όσο και για τα σπάνια «ειδικά» μουσικά του προσόντα («αυτί» και «μνήμη»), που του επέτρεπαν, παρότι δεν ήξερε να διαβάζει νότες, να απομνημονεύει αμέσως οποιαδήποτε μουσική με όλες τις επιμέρους λεπτομέρειες.
Πέθανε την Παρασκευή 4/2/2011, νικημένος από τον καρκίνο, σε ηλικία 72 ετών. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)