Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

44. COLUMBIA 8001 ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΜΗΤΣΟΣ- ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΜΗΤΣΟΣ 1927

 Βιολί: Σέμσης Δημήτρης (Σαλονικιός)- Ούτι: Κυριακίδης Μήτσος- Σαντούρι: Καλλίνικος Δημήτρης  (Αραπάκης Μήτσος) COLUMBIA 8001 Καλαματιανός - Συρτός Πολίτικος 1927- 78rpm- 10''

 Ο Δημήτριος Σέμσης ή Σαλονικιός (1883 - 1950), βιρτουόζος παραδοσιακός βιολιστής. Ο πατέρας του και ο παππούς ήταν Ομπρελάδες και επίσης βιολιστές. Γεννήθηκε Κουκουδέας Δημήτριος το 1883 στη Στρώμνιτσα. Στο τέλος του 1919 η οικογένεια του Δημήτριου Σέμση μετανάστευσε στη Θεσσαλονίκη. Το 1923 παντρεύτηκε τη Δήμητρα Κανούλα και απέκτησε 4 παιδιά. Στις αρχές του 1927 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα.
 Αυτή την εποχή έλαβε το προσωνύμιο Σαλονικιός, μάλλον επειδή κάποιοι παράγοντες των δισκογραφικών εταιρειών νόμιζαν ότι καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ο πρώτος οργανοπαίκτης που το όνομά του αναγράφεται στις ετικέτες δίσκων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Δημήτρης Σέμσης ήταν Διευθυντής Ηχογράφησης στην ΗΜV και στην Columbia, θέσεις με μεγάλη επιρροή, τις οποίες και διατήρησε και στις δεκαετίες του 1930 και 1940.
 Συμμετείχε σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις παραδοσιακών, σμυρναϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών στο διάστημα 1924 - 1931, παρουσίασε γύρω στο 1928 τα πρώτα του τραγούδια και το 1931 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της His Master's Voice, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Τη δεκαετία του 1930, ο Δημήτρης ηχογραφούσε με τη Ρόζα Εσκενάζι γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες. Συχνά, την συνόδευε στις ταβέρνες μαζί με τους Τομπούλη, Λάμπρο Σαββαΐδη και Λάμπρο Λεοναρίδη. Οι συνθέσεις του ηχογραφούνταν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, όπως η Ρίτα Αμπατζή, ο Στελλάκης Περπινιάδης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Έγραψε ρεμπέτικα και δημοτικά τραγούδια, καθώς και σμυρνέικα και αμανέδες. Όπως φαίνεται από τις ηχογραφήσεις, ο Δημήτρης ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος βιολιστής που ηχογράφησε στο χώρο του ρεμπέτικου- σμυρνέικου. Ηχογράφησε πολλές εκατοντάδες δίσκους και πολλοί από αυτούς επανακυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Το 1972, σε μια συνέντευξή της, η Ρόζα Εσκενάζι είπε ότι ο Δημήτρης έπαιζε "το καλύτερο βιολί του κόσμου".
Μετά από μια σύντομη νοσηλεία, ο Δημήτρης Σέμσης πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου του 1950. 

Ο Δημήτρης Καλλίνικος-Τσούσης ή Αραπάκης, γεννήθηκε την Πρέβεζα (ανάμεσα στα χρόνια 1890-1895), μια πόλη που στις αρχές του αιώνα συνδυάζει μουσικά το παραδοσιακό τραγούδι της περιοχής, το αστικό ηπειρώτικο τραγούδι (όπως και τα Γιάννενα εξάλλου), αλλά παράλληλα ακούγεται και το αστικό τραγούδι της Πόλης και της Σμύρνης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η χαρισματική φωνή του Aραπάκη ωριμάζει και βρίσκει δημιουργική διέξοδο στη δισκογραφία του παραδοσιακού, αλλά και του σμυρνέικου και ρεμπέτικου τραγουδιού. Iδιαίτερες οι επιδόσεις του στα αργά και δύσκολα καθιστικά τραγούδια, που τον αναδεικνύουν σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του αιώνα μας στο είδος του.
 Έζησε στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τη Μαρία ή Μαρίκα «την καλύτερη μοδίστρα των Αθηνών». Η γυναίκα του πέθανε γύρω στο 1960. Ως τότε έμεναν στα Σεπόλια. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, ο Αραπάκης, έμεινε στα Εξάρχεια. Τα ίχνη του χάνονται το 1966. Κάποιοι άκουσαν ότι, τον βάλανε στο γηροκομείο, όπου πέθανε (ανάμεσα στα χρόνια 1967-1970), χωρίς να το μάθει κανείς.
«Ο Μήτσος Αραπάκης, ήταν ο αγαπημένος τραγουδιστής όλων των λεφτάδων και των γλεντζέδων της εποχής. Ο ιχθυέμποροι, οι χασάπηδες με τις καδένες και οι έμποροι από τις αγορές Αθήνας και Πειραιά, τον λάτρευαν. Ουρές τα αυτοκίνητα, έξω από το μαγαζί, που τραγουδούσε προπολεμικά ο Αραπάκης, στην Κηφισιά, μαζί με άλλους δυο Μήτσους: τον Μήτσο Σαλονικιό και τον Μήτσο Κυριακίδη. Όταν δε, τραγουδούσε, απόλυτη ησυχία. Δε μιλούσε κανείς».
«Να ξέρεις ότι, στη Θήβα, δεν ορκίζονταν στο Χριστό και στην Παναγία, αλλά, στον Αραπάκη» λέει ο Γιώργος Μεϊντανάς, που γνώρισε τον Αραπάκη στις μεγάλες του δόξες και μοναδικό του μέλημα από τότε, ήταν: «Να τραγουδήσω, ακολουθώντας το λαρύγγι του, τον τρόπο του, τον μοναδικό, για την εποχή πριν το πόλεμο, τρόπο του Μήτσου Αραπάκη». Ακριβώς, γι’ αυτό του τον τρόπο, του κόλλησαν το παρατσούκλι Αράπης ή Αραπάκης (μερικοί λένε ότι, τον ονόμασαν έτσι, επειδή στα νιάτα του, ήταν μαύρος) που, φανερώνει τη χώρα απ’ όπου ξεσήκωσε τον τρόπο, τη μεγάλη του τέχνη στο τραγούδι. Βέβαια, είχε πάει στην Αραβία ο Δημήτρης Καλλίνικος-Τσούσης, όπως ήταν το πραγματικό του επίθετο και βέβαια, ο καλλιτέχνης που τον κατοικούσε, τον ανάγκασε ν’ ακούσει διαφόρους τοπικούς τραγουδιστές. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι αντέγραψε. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες, ουδέποτε αντιγράφουν, ουδέποτε μιμούνται. Μόνο, κλέβουν, τα ουσιαστικά συστατικά στοιχεία, κάθε αληθινής, άρα εμπνευσμένης τέχνης και τα αναπαράγουν, τα αναπλάθουν, με μοναδικό και ιδιοφυή τρόπο, δημιουργώντας καινούρια τέχνη. Δεν έχει κανείς παρά να ακούσει τον Μήτσο Αραπάκη, να τραγουδάει το «Του Κίτσου η μάνα κάθεται» ή έναν αμανέ ή ένα ρεμπέτικο και θα διαπιστώσει ότι: ο τρόπος, το ύφος και η περηφάνια που έχει στον λάρυγγά του, είναι ουσιαστικά συστατικά της ελληνικής τέχνης. «Είσαι κι εσύ Ελληνικός», θα του έλεγε ο Καβάφης, αν τον συναντούσε στην Αλεξάνδρεια. Ποιότητα φωνής, μοναδική. Θεϊκή απλότητα. Τον ακούς να τραγουδάει κι είναι σα να σου λέει: «Μην ακούς τα περίτεχνα γυρίσματα, που μπορεί να κάνει ο λαιμός μου αλλά, αφουγκράσου, τι παθαίνω».
Πληροφορίες και φωτογραφίες για τον ουτίστα Κυριακίδη Μήτσο δυστυχώς δεν βρήκα.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)


 
  

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

43. RCA VICTOR 48g 2448 ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1964

Καραβίτης Αλέκος- Μαυροδημητράκης Σταύρος RCA VICTOR 48g 2448 Συρτός ριζίτικος - Πεντοζάλια Ρεθυμιώτικα 1964- 45rpm- 7''

                                           “Πέντε είναι οι λεβέντες που έβγαλε η Kρήτη, 
                                          Ψύλλο, Λαγό και Pοδινό, Mπαξέ και Kαραβίτη”.

O Aλέκος Kαραβίτης γεννήθηκε το 1904 στο γραφικό και ορεινό χωριό Aκτούντα Aγίου Bασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας (οκτώ αδέρφια) και ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση ασχολήθηκε από πολύ μικρός με τη μουσική. Ο πατέρας του Ευστράτιος Καραβίτης έπαιζε και αυτός λύρα. Δική του λύρα απέκτησε σε ηλικία 15 χρονών.
"Ο Αλέκος, πρωτόμαθε λύρα στις ψηλές και απόκρημνες βουνοκορφές του χωριού μας. Από παιδί είχε μεγάλο πάθος και μεράκι γι αυτό το όργανο", έλεγε με καμάρι ο μεγαλύτερος αδελφός του.

Ο Kαραβίτης έρχεται για πρώτη φορά στην Aθήνα το 1921. Υπηρετεί τη θητεία του, σαν εθελοντής στη Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Τον επόμενο χρόνο εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, με μοναδικά εφόδια τη λύρα και το όνομά του που ήταν ήδη γνωστό στο κοινό της Κρήτης. Αργότερα, εξελίχθηκε σε πρωτομάστορα της κρητικής μουσικής ενώ έγινε και καλλιτεχνικός διευθυντής της Δώρας Στράτου. Εκτός από μουσικός υπήρξε και ιδιοκτήτης του πρώτου Κρητικού καφενείου στην Αθήνα. Λυράρης με ορεινά ακούσματα έκανε γνωστή την λύρα και στην Αθήνα και συσπείρωσε τους Κρήτες των Αθηνών με την λύρα του στο καφενεδάκι που διατηρούσε εκεί από το 1927.

Στη δισκογραφία ο Αλέκος εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα χρόνο μετά και ηχογραφεί τα τραγούδια: “Aγιοβασιλειώτικος συρτός” και την περίφημη “Pεθυμνιώτικη σούστα” που έγιναν επιτυχίες την εποχή εκείνη. Στη συνέχεια μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940 ο Αλέκος Kαραβίτης ηχογραφεί αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη την γκάμα της Κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα, με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Mπαξεβάνη, τον Nίκο Tζουγάνο (Mαστρόκαλο) και το Σταύρο Mαυροδημητράκη.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο από την επαγγελματική σταδιοδρομία του Αλέκου Kαραβίτη είναι το γεγονός ότι αν και σε ηλικία 40 χρονών είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν είχε πια οικονομικό πρόβλημα (είχε πάρει την αποκλειστική διανομή πάγου σε όλη την Αττική από τον κουμπάρο του Αντώνη ΦIΞ. Μεγάλη δουλειά για την εποχή εκείνη…), δεν διανοήθηκε ούτε μια στιγμή να παρατήσει τη λύρα του.
O Αλέκος Kαραβίτης απέκτησε από το γάμο του 3 παιδιά ένα γιο και δυο κόρες, οι οποίες μάλιστα σε ορισμένες ηχογραφήσεις τον συνόδεψαν στο τραγούδι. Ήταν από τους λίγους Κρητικούς καλλιτέχνες που πέθανε ευκατάστατος (εξ αιτίας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του) και είχε κάνει πολλές δωρεές, ανάμεσα στις οποίες και ένα σημαντικό ακίνητο στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.
Έφυγε για πάντα το 1975 σε ηλικία 71 ετών.
Βιογραφικά στοιχεία για τον Μαυροδημητράκη Σταύρο θα βρείτε στην ανάρτηση 30.  
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)
 Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
 
 

 

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

42. PANIVAR PA-214 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ 1970

 Σκουλάς Βασίλης- Σταυρακάκης Γιάννης- Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης) Κώστας  PANIVAR PA-214 Γκρέμισες την αγάπη μας - Ανακαλύψαν την φωλιά 1970- 45rpm- 7''

Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης στις 3 Φεβρουαρίου του 1946. Η οικογένεια του έχει μεγάλη παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Ο παππούς του, ο Μιχάλης Σκουλάς, ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του και ο πατέρας του Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 7 ετών. Στα 8-9 του χρόνια, είχε μάθει πολλά τραγούδια παραδοσιακά, που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως εί­δε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα.  Άρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού. Στα 16 του χρόνια, κατάφερε να καθιερωθεί, ανάμεσα στους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές της Κρήτης. Έχει παίξει και τραγουδήσει σε μια μεγάλη σειρά, από επιτυχημένες καλλιτεχνικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εμφανίσεις, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στην Γερμανία, όπου υπάρχουν Έλληνες και ιδίως Κρητικοί.
    «Η λύρα για μένα είναι προέκταση της ψυχής μου –εξομολογείται– και κατά καιρούς αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μ’ ένα τέτοιο όργανο. Από πολύ μικρός σαν να ήτανε μέσα μου αυτό το άκουσμα και μου χτυπούσε καμπανάκι, με συγκινούσε και με ανατρίχιαζε η αρμονία, οι μελωδίες, το μερακλίκι, η καλλιφωνία, η ωραία μαντινάδα, ο χορός, η κίνηση, η γλώσσα του σώματος. Αυτά όλα ήτανε πράγματα που με συγκινούσανε και μ’ ευχαριστούσανε και με μερακλώνανε...»
Τον πρώτο του δίσκο ηχογράφησε το 1965,ο οποίος περιείχε κοντυλιές με τον Θανάση Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολούθησε ο πρώτος προσωπικός δίσκος 33 στροφών το 1969 στην Πάνιβαρ όπου και συνέχισε για τουλάχιστον μια δεκαετία με αρκετές  κασέτες και δίσκους.

Παράλληλα έδινε συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία στους απανταχού Έλληνες και δη Κρητικούς. Το 1980 ήρθε η πρόσκληση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο να συνεργαστούν σε συναυλίες και εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, με πρώτη εκδήλωση στο Ηράκλειο, στο Μαρτινέγκο, στον τάφο του Καζαντζάκη με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και αφηγητή τον Μάνο Κατράκη.

Συνεχίζει με μια σειρά από εμφανίσεις στην Αθήνα στο θέατρο «Παρκ» στο έργο «Καφενείον η Ελλάς» και τον θίασο του Γιάννη Βόγλη με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Γιάννη Κούτρα, τη Λιζέτα Νικολάου, την Αφροδίτη Μάνου, στη θεατρική παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» στην Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό. Η πορεία στο έντεχνο πια τραγούδι συνεχίστηκε με σημαντικές συνεργασίες, όπως με τον Μιχάλη Νικολούδη στο μουσικό έργο «Αιολία», τον Μάριο Τόκα, τον Παντελή Θαλασσινό. Τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο επίσης, που μελοποίησε ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, που τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς και η Μαρία Δημητριάδη.

Η πορεία του Βασίλη Σκουλά θα αλλάξει όταν το 1995 συμμετείχε σε δύο τραγούδια στο μουσικό έργο "Αιολία" του Μιχάλη Νικολούδη, ερμηνείες οι οποίες τον έκαναν να στραφεί και στο έντεχνο Ελληνικό τραγούδι. Το 2002 κυκλοφόρησε διπλός δίσκος με μερικές από τις πιο γνωστές επιτυχίες του και διασκευές σε διάφορα κλασσικά Κρητικά τραγούδια και χορούς. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2012 ο Βασίλης Σκουλάς έκανε μια επιτυχημένη εμφάνιση στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού που λόγω της μεγάλης απήχησης του κόσμου επαναλήφθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο Βασίλης Σκουλάς διατηρεί μέχρι σήμερα, το ίδιο πάθος και μεράκι, να δημιουργεί και να διατηρεί το δικό του στέκι εμφανίσεων, την πασίγνωστη ταβέρνα "Ντελίνα", στο χωριό του, τα Ανώγεια.
 
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Βασίλη Σκουλά στα λαούτα είναι ο Σταυρακάκης Γιάννης και ο Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης) Κώστας. Δυστυχώς πληροφορίες για τους λαουτιέρηδες δεν κατάφερα να βρω. (Να ευχαριστήσω τον Νάσο Λουκάκη για την ενημέρωση ότι ο Μανωλάκης Κώστας είναι ο Ζαχαρόπουλος Κώστας που είναι και το πραγματικό του επώνυμο)

 Από τα εξώφυλλα του ενός από τα δύο δισκάκια (πορτοκαλί) φαίνονται οι καλλιτέχνες. Για το ίδιο δισκάκι με το πορτοκαλί εξώφυλλο η Panivar κάνει κάτι που μόνο για τον Σκουλά έχει κάνει στα εξώφυλλα της, βάζει το ονοματεπώνυμο του με μεγάλα γράμματα αντί για το λογότυπο της. Κυκλοφόρησε σε τρία διαφορετικά εξώφυλλα, τα δυο από τα οποία είναι στη συλλογή μου. 
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
 
 

Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

41. COLUMBIA SCDG 4160 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1974

 Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος) - Κουτσουρέλης Γιώργης COLUMBIA SCDG 4160 Μπαρμπούνι μου - Νενέ μου 1974- 45rpm- 7'' 

Γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1936 στα Ανώγεια της Κρήτης. Είναι 5 χρονών όταν οι κατακτητές Γερμανοί καίνε το χωριό του και μεταφέρουν τους κατοίκους του, πρόσφυγες στο Μυλοπόταμο. Επιστρέφουν στ΄Ανώγεια μετά την απελευθέρωση. Από πολύ μικρός δείχνει την κλίση του στο τραγούδι και στη λύρα. Στα δώδεκα ο πατέρας του τού αγοράζει την πρώτη του λύρα για να εξελιχθεί πολύ γρήγορα σε έναν από τους πλέον περιζήτητους σε γάμους, βαφτίσια και λοιπές κοινωνικές εκδηλώσεις, οργανοπαίχτες και τραγουδιστές της περιοχής του. Σε ηλικία 17 χρόνων κατεβαίνει για πρώτη φορά να δουλέψει στο Ηράκλειο, στο κέντρο "Κάστρο". Όπως λέει αργότερα σε αφηγήσεις του, εκεί αρχικά τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. "...Εις τα ορεινά χωριά της Κρήτης δεν ημπορούσε να εισχωρήσει αυτό που εισχώρησε στις πόλεις. Εκεί χόρευαν ταγκά, βαλς, ρούμπες, σάμπες και είμαστε υποχρεωμένοι εμείς να τα μαθαίνουμε αυτά τα τραγούδια, να τα παίζουμε στα πανηγύρια και στους γάμους, για να μπορούμε να ζήσουμε και 'μεις, να βγάλουμε τα έξοδα μας και να τους κάνουμε σιγά-σιγά ν' αλλάξουνε και να αγαπήσουνε την κρητική μουσική". Στα τέλη του 1958 πραγματοποιεί την πρώτη του ηχογράφηση για δίσκο. Είναι το τραγούδι "Κρητικοπούλα μου" ("Μια μαυροφόρα όταν περνά"). Λίγους μήνες πιο πριν είχε παντρευτεί την Ουρανία Μελαμπιανάκη, κόρη ευκατάστατης οικογένειας του Ηρακλείου. Εγκαθίστανται στο Ηράκλειο, οι οικονομικές δυσκολίες είναι στην αρχή μεγάλες. Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Γιώργος, και 6 χρόνια μετά το δεύτερο, η Ρηνιώ. Την επιτυχία του πρώτου εκείνου τραγουδιού ακολουθούν αρκετές ακόμα ηχογραφήσεις σε μικρά δισκάκια. Ακριβώς το 1966 βγαίνοντας για πρώτη φορά από την Ελλάδα, συμμετέχει σ' ένα φολκλορικό φεστιβάλ στο Σαν-Ρέμο και παίρνει το πρώτο βραβείο. Το 1967 ανοίγει στο Ηράκλειο το πρώτο κρητικό κέντρο τον "Ερωτόκριτο". Τα πράγματα έχουν γίνει αισθητά καλύτερα γι' αυτόν.
Τον Φεβρουάριο του 1969 ηχογραφεί την "Ανυφαντού", ένα τραγούδι που κυριολεκτικά "σπάει τα ταμεία" μέσα στην παραδοσιακή δισκογραφία της εποχής. Τον Απρίλη εκείνης της χρονιάς έρχεται για πρώτη φορά για εμφανίσεις στην Αθήνα, στο κέντρο "Κονάκι" και το Σεπτέμβριο εγκαθιστάτε μόνιμα στην πρωτεύουσα. Ο σκηνοθέτης Ερρίκος Θαλασσινός, με τον οποίο γνωρίζονται στο "Κονάκι", μιλάει γι' αυτόν στον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Ήδη όμως από το 1965 οι δυνατότητές του αλλά και ο χαρακτήρας του έχουν προκαλέσει το ενδιαφέρον του διευθυντή -τότε- της δισκογραφικής εταιρείας COLUMBIA, του Τάκη Λαμπρόπουλου. Μετά και την επιτυχία της "Ανυφαντούς", το καλοκαίρι του 1970 ο Λαμπρόπουλος κατεβαίνει μαζί του στ' Ανώγεια, γίνονται κουμπάροι και ξεκινούν μια συνεργασία σε νέα πλαίσια. 
 Πέρα από τα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης η φωνή του Ξυλούρη θα περάσει στη σύγχρονη "έντεχνη" δημιουργία επώνυμων συνθετών. Μέσα απ' αυτές τις επιλογές, μέλλεται η γνήσια κρητική έκφραση και το παραδοσιακό τραγούδι της Κρήτης να αποκτήσουν μια πανελλήνια εμβέλεια, μια δυναμική που ποτέ δεν είχαν στο παρελθόν, όσο μεγάλοι κι αν ήταν οι καλλιτέχνες, τραγουδιστές κι οργανοπαίχτες που την υπηρέτησαν.
Με τον Γιάννη Μαρκόπουλο συνεργάζονται για πρώτη φορά στο "Χρονικό", μια ενότητα τραγουδιών που θέτει σε νέα βάση τη σχέση της παράδοσης με το παρόν. Έξι μήνες μετά κυκλοφορεί ο δίσκος-αναφορά στα "Ριζίτικα" της Κρήτης. Τον Μάιο του 1971 ξεκινούν κοινές εμφανίσεις στη μπουάτ "Λήδρα" στην Πλάκα. Μέσα στην καρδιά της δικτατορίας η φωνή του Ξυλούρη, είτε λέει τα τραγούδια του Μαρκόπουλου, είτε παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, γίνεται σημαία αντίστασης. "Πότε θα κάνει ξαστεριά" ,"Αγρίμια κι αγριμάκια μου"... Ακολουθούν δύο ακόμα κύκλοι τραγουδιών του Γιάννη Μαρκόπουλου, η "Ιθαγένεια" και ο "Στρατής ο θαλασσινός" αλλά και συνεργασίες με τον Σταύρο Ξαρχάκο ("Διόνυσε καλοκαίρι μας", "Συλλογή"), τον Χριστόδουλο Χάλαρη ("Τροπικός της παρθένου", "Ακολουθία") και τον Χρήστο Λεοντή ("Καπνισμένο τσουκάλι"). Το καλοκαίρι του 1973 κρατά τον καθοριστικό ρόλο τραγουδιστή σε μια παράσταση που ανεβάζουν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος στο θέατρο "Αθήναιον" με αντικείμενο την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας στα νεότερα χρόνια. Είναι "Το μεγάλο μας τσίρκο". Μέσα από τις αναφορές και τα τραγούδια του, βρίσκει τρόπο έκφρασης το τεταμένο πολιτικό κλίμα που οδηγεί στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Είναι από τις ελάχιστες επώνυμες παρουσίες στο χώρο που βλέπουν το φως της δημοσιότητας από τις εφημερίδες εκείνων των ημερών. "Ο Νίκος Ξυλούρης ήταν χτες στο Πολυτεχνείο" ενημερώνουν, μετατρέποντας τον ήδη φορτισμένο πολιτικά τραγουδιστή σε "Κόκκινο πανί" της μεταλλαγμένης δικτατορικής κυβέρνησης που ακολουθεί. Από τη "Λύδρα" στην "Αρχόντισσα", μετά στην "Αποσπερίδα". Ξανά στη "Λύδρα", μετά στο "Κύτταρο" και στο "Θεμέλιο". Είναι οι έξι σταθμοί του στις μπουάτ μέχρι το 1979. Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Παράλληλα ηχογραφεί τα "Αντιπολεμικά" τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον "Αργαλειό", το "Φιλεντέμ", τον "Πραματευτή" αλλά και το "Μεσοπέλαγα αρμενίζω" ακούγεται ξανά έντονα η φωνή του. Τώρα λέει και πάλι "τραγούδια ζωής". Είναι όμως η τελευταία φορά που ακούγεται. Ύστερα από ταλαιπωρία ενός χρόνου με την επάρατη νόσο, φεύγει για πάντα στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης γεννήθηκε στην Κίσσαμο Χανίων το 1914 , γιός του διάσημου λαουτιέρη της Κισσάμου Ανδρέα Κουτσουρέλη και αδερφός πολλών άλλων μουσικών (έπαιζαν λαούτο , μαντολίνο , βιολί , λύρα , κλαρίνο ) μαντολίνο ξεκίνησε να μαθαίνει από 4 χρονών και λίγο αργότερα λαούτο .
Ηχογράφησε το πρώτο του μουσικό δίσκο στα 16 του χρόνια (1930) και άρχισε να παίζει λαούτο με πολλούς διάσημους βιολιτζήδες και λυράρηδες . Άρχισε να παίζει λαούτο στο Ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών (1939) και αργότερα στο Ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων με τα αδέρφια του Μανόλη και Στέλιο .
Μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου , ηχογράφησε το τραγούδι « Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη ».
Το 1949-1950 κυκλοφόρησε τον « Αρμενοχωριανό Συρτό » με σόλο λαούτο και
τραγουδισμένο από το Χρήστο Κορονιωτάκη .
Ο Μίκης Θεοδωράκης χρησιμοποίησε τον « Αρμενοχωριανό Συρτό » για να συνθέσει το "Zorba the Greek" , αυτό έγινε αιτία αντιδικιών μεταξύ των δύο συνθετών.
Για μια δεκαετία περίπου σταμάτησε ο Γιώργης Κουτσουρέλης τις εμφανίσεις
και της ηχογραφήσεις , λόγω του θανάτου του αδερφού του Μανόλη.
Τη δεκαετία του '70 ο διάσημος Κρητικός τραγουδιστής Νίκος Ξυλούρης του ζήτησε να τραγουδήσει μερικά από τα τραγούδια του και ηχογράφησε 6 από αυτά.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης πέθανε στη πόλη γέννησης του την Κίσσαμο Χανίων τον Ιούνιο του 1994.
Για τους δύο καλλιτέχνες έχουμε αναφερθεί και σε προηγούμενες αναρτήσεις. Σε αυτό το δισκάκι όμως έχουμε τον Ψαρονίκο, μετά από μια περίοδο στο ¨έντεχνο¨ τραγούδι να αναζητά τις κρητικές ρίζες του σε μια συνεργασία με τον Κουτσουρέλη.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)