Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

546. COLUMBIA DG 2073 ΚΟΥΦΙΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ- ΤΣΕΣΜΕΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ 1934

Κατσούλης (Κουφιανός) Νικόλαος- Μαυροδημητράκης Σταύρος- Παπαμαρκάκης (Τσεσμές) Αντώνιος COLUMBIA DG 2073 Χανιώτικος Ξεροστεριανός - Πότε θα κάμη ξαστεριά 1934- 78rpm- 10''
«Ο Νικόλαος Κατσούλης ή Κουφιανός (βλέπε και ανάρτηση 106 και 372), γεννήθηκε το 1877 στο Μουρί, μια γειτονιά του Κουφού Κυδωνίας Χανίων. Μεγαλούργησε με την λύρα του, άφησε εποχή, άφησε μιμητές και μαθητές σε όλη την Κρήτη. Ο Νίκος ο Κατσούλης που από τον τόπο καταγωγής του, ονομάστηκε “Κουφιανός”.
Πολλοί μελετητές και ερευνητές της μουσικής μας παράδοσης τον κατατάσσουν στην υψηλότερη θέση των λυράρηδων που άκμασαν μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. 1928 και ο Νίκος Κατσούλης ή Κουφιανός, ξεκινάει τη δισκογραφική του "περιπέτεια" σε ηλικία 50 χρονών και αφού έχει διαγράψει λαμπρή πορεία στα χανιώτικα δρώμενα. Παράλληλα έχει μεγαλώσει 7 παιδιά, τρία δικά του και τέσσερα της χήρας συζύγου του, άλλα έχασε το γιο του Γρηγόρη στη μικρασιατική εκστρατεία όπου πήγε ως εθελοντής, γι'αυτο και για αρκετά χρόνια δεν έπαιζε.
Ο Χαρίλαος ηχογράφησε δίσκους και εντυπωσίασε, ο Καντέρης έβαλε την λύρα στα “σαλόνια”, ο Καραβίτης και ο Λαγός έδωσαν φρέσκια πνοή στην μουσική της κεντρικής Κρήτης, ο Ροδινός αποθεώθηκε με τον τραγικό του θάνατο, ο Κουφιανός όμως, έβαλε θεμέλια, έσκαψε το χωράφι, το έσπειρε με νότες, τεχνικές, δοξαριές, καινοτομίες.
Αξεπέραστη τεχνική για εκείνη την εποχή. Ο Ροδινός, ξημεροβραδιαζόταν δίπλα του για να τον παρατηρεί στο παίξιμο του. Ο Καραβίτης, ο Μουζουράκης, ο Χαρίλαος, συχνοί θαμώνες στα γλέντια του, αλλά και στα “ιδιωτικά” μαθήματα κατόπιν.
Από ότι καταλαβαίνουμε, ναι, ο Κουφιανός δίδαξε. Δίδαξε την τέχνη του οργάνου, δίδαξε όμως και την γνήσια μουσική έκφραση. Γνώστης, όχι μόνο των τοπικών μουσικών ιδιωμάτων, αλλά ως μανιώδης εραστής της κρητικής μουσικής, ταξίδευε σε όλο το νησί, ερχόταν σε επαφή με καλλιτέχνες άλλων περιοχών, ώστε να μαθαίνει και τα μουσικά είδη όλης της Κρήτης. Αυτός, μαζί με τον Ανδρέα Μαριάνο κυρίως, κράτησαν ανόθευτες τις γνήσιες μελωδίες του αυθεντικού Πεντοζαλιού.
Έπαιξε σε όλο τον νομό Χανίων, αλλά και σε περιοχές της υπόλοιπης Κρήτης. Στην Αθήνα, εμφανιζόταν συχνά, ακόμα και σε συναυλίες, όπως το 1930 και 1932 στο θέατρο Αλάμπρα με τον σαντουριέρη, τον Λουκά Μπέρτο. Το 1938 αντιπροσώπευσε την Κρήτη στο Καλλιμάρμαρο στάδιο Αθηνών, μαζί με τον Γιώργη Κουτσουρέλη και το χορευτικό συγκρότημα από τα Παλαιά Ρούματα Κισάμου. Φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, ήταν ο αγαπημένος λυράρης του Εθνάρχη και συχνά έπαιζε στο σπίτι του και στη λέσχη Φιλελευθέρων. Ο άλλος αγαπημένος μουσικός του Βενιζέλου, ήταν ο Γιώργης Μαριάνος.
Δισκογραφικά, το έργο του Κουφιανού είναι μικρό, δυσανάλογο της καλλιτεχνικής του εμβέλειας. Μην ξεχνάμε όμως τις δυσκολίες εκείνης της εποχής και την πρωτόγονη κατάσταση της δισκογραφίας.
Συνεργάστηκε με πολλούς καλλιτέχνες, όπως ο λαγουτιέρης Μπερτομανώλης από τα Πλακάλωνα Κισάμου, ο Ανδρέας και μετέπειτα ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ο Φραγγέδης από τις Βουκολιές, αλλά και οι σαντουριέρηδες Τσεσμές και Μπέρτος.
Ο Κουφιανός, δεν έκανε απλά διασκευές. Άφησε σαν δώρο στην μουσική μας παράδοση, τον δικό του σκοπό, την δική του δημιουργία: Τον κλασσικό Χαλεπιανό συρτό, μια από τις ωραιότερες μελωδίες.
Δεν είναι παράλογο να πούμε ότι σήμερα το όνομα του παραπέμπει σε έναν θρύλο. Και στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο Κουφιανός. Ένας θρύλος της λύρας, της κρητικής μουσικής.
Λυράρης, καλλιτέχνης, τραγουδιστής υψηλού επιπέδου για εκείνα τα χρόνια της παρουσίας του. Ο θρυλικός Κουφιανός έφυγε από την ζωή το 1947.»
«Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης ήταν από τους πρώτους σολίστες λαγουτιέρηδες της κρητικής μουσικής. Τότε που το λαγούτο "κεντούσε" πενιές και μελωδίες, τότε που το πασαδόρικο παίξιμο ήταν παντελώς άγνωστο, χάριν... ενορχήστρωσης που λέμε σήμερα, τότε λοιπόν ο Σταύρος Μαυροδημητράκης δόξασε αυτό το όργανο, αλλά δοξάστηκε και ο ίδιος.
 Γεννήθηκε το 1900 στα Μαρεδιανά Κισσσάμου. Ήταν γιος του παλιού λυράρη, του Νικηφόρου Μαυροδημητράκη. Επηρεασμένος από τον πατέρα του, ακολούθησε τα μονοπάτια της μουσικής. Όχι όμως με λύρα, αλλά με μαντολίνο στην αρχή. Δέκα χρονών ήταν σαν πρωτόπιασε το μαντολίνο με βοήθεια ενός συγχωριανού του. Γρήγορα όμως έδειξε την κλίση του στο λαγούτο και ήδη στα δεκαπέντε του ήταν ένας τεχνίτης λαγουτιέρης, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Με τον πατέρα του στην αρχή "ζύγιασε" τις πενιές του, αλλά κατόπιν η συνεργασία του με τον Νικολή Χάρχαλη ήταν πολύ σημαντική. Μαζί ηχογράφησαν και δίσκους.
Έπαιξε με πολλούς καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, με τον Γιώργη Μαριάνο, με τον Κουνελοκωστή, με τον Νικολή Κατσούλη (Κουφιανό), με τον Ζερβό κ.α. Στην Αθήνα που ανέβηκε συνεργάστηκε με πλήθος μουσικών στην ταβέρνα "Τα Χανιά" του Ευτύχη Μπασιά. Στην Αθήνα γνωρίστηκε με τον μεγάλο λυράρη, τον Αλέκο Καραβίτη όπου μαζί αποτέλεσαν ένα πολύ καλό δίδυμο και μαζί έγραψαν αρκετούς δίσκους. Ακόμα συνεργάστηκε με πλήθος λυράρηδων, όπως ο Γιώργης Μουζουράκης, ο Θανάσης Σκορδαλός κ.α. Σημαντική όμως η συνεργασία του με τον αείμνηστο δάσκαλο, τον Κωστή Μουντάκη. Σημαντική τόσο σαν συνεργασία, όσο και σαν φιλία.
Τα τελευταία χρόνια, αποτραβηγμένος από την ενεργό δράση, άκουγε τους νεώτερους λαγουτιέρηδες και συλλογιζόταν το μέλλον αυτού του οργάνου. Δεν του άρεσαν οι πασαδόροι, οι άτεχνοι και μονότονοι λαγουτιέρηδες που κρυβόντουσαν πίσω από τους ήχους της λύρας. Έλεγε χαρακτηριστικά "το λαγούτο παίζει πενιά, αλλιώς ανε δε θές πενιά, άμε να παίξεις κιθάρα". Βραβεύτηκε από διάφορα σωματεία, ξεχωριστό όμως το βραβείο του συλλόγου Κρητών Πειραιώς "Η Ομόνοια", το οποίο βραβείο του παρέδωσε ο φίλος και συνεργάτης του, ο Κωστής Μουντάκης. Ο Σταύρος Μαυροδημητράκης, ο κορυφαίος αυτός λαγουτιέρης, αυτή η μοναδική τέχνη, πέθανε σε ηλικία ογδόντα εννέα ετών το 1989 στον Πειραιά.»
«O Αντώνης Παπαμαρκάκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1917. Η καταγωγή της οικογένειας του ήταν από τα Χανιά (Σέλινο) αφού ο παππούς του είχε μεταναστεύσει στη Μικρά Ασία περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα. Ο πατέρας του Γιάννης Παπαμαρκάκης ή Τσεσμές (1885-1976) ήλθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία κατά τον διωγμό των Τούρκων το 1914. Το παρατσούκλι του το πήρε από τον τόπο μετανάστευσής του τον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας και τον συνόδευε πάντα, αυτόν όπως και το γιό του, Αντώνη. Γνώριζε την τέχνη του ράφτη κι έτσι άνοιξε ραφτάδικο στα Σχοινοπλοκάδικα, στη Σπλάντζια (στη σημερινή Χατζημιχάλη Νταλιάνη δίπλα στο τζαμί). Όλοι στην οικογένεια ήταν μουσικοί. Έπαιζε με το βιολί μόνο μικρασιάτικους σκοπούς. Πολλές φορές έπαιζε μαζί με τον Νικόλαο Κατσουλάκη ή Κουφιανό σε γάμους και πανηγύρια, αυτός τα μικρασιάτικα και ο Κουφιανός τα κρητικά, αλλά και με άλλους μουσικούς όπως ο Βασίλης Παπαδάκης ή Κοπανίδης (ο πατέρας του Ναύτη) και ο οργανοποιός και λαγουτιέρης Μανώλης Φραγκέδης.
Ο Αντώνης Παπαμαρκάκης, μεγάλωσε στο πάνω Κουμ Καπί. Έμαθε σαντούρι μικρός, δίπλα στον σπουδαίο σαντουριέρη Λουκά Μπέρτο αφού το ραφείο του πατέρα του στα Σχοινοπλοκάδικα, ήταν κολλητά με το οργανοποιείο του Μπέρτου. Από το 1932 σε ηλικία 15 χρονών, ξεκίνησε η συνεργασία του με τον κορυφαίο λυράρη Κουφιανό με τον οποίο ήταν ζυγιά μέχρι τον πόλεμο.
Ο Τσεσμές θυμάται: «Προπολεμικά παίζαμε στο Σαντριβάνι. Δε χορεύανε εκεί. Ο κόσμος καθότανε, παίζαμε εμείς  και τον διασκεδάζαμε. Εκεί ο κόσμος έτρωγε, έπινε και πήγαινε πάνω κάτω βόλτες. Τι γινότανε παλιά στου Μπόλαρη; Ακριβώς ένα τέτοιο γινότανε. Σαββάτο πάντοτε, πήγαινε μέχρι πέρα το Φιρκά και γύριζε ο κόσμος και κατέβαινε μέχρι την πλατέα το Σαντριβάνι. Τότε παίζαμε με τον Κουφιανό, λύρα και σαντούρι. Στα χωριά έπαιξα και με το Χάρχαλη, το Μαριάνο και με τον Κουτσουρέλη που έπαιζε το λαγούτο, πάρα  πολλές φορές. Τα γλέντια προπολεμικά ήτανε: Επηγαίναμε απ΄ το Σάββατο το μεσημέρι και παίζαμε μέχρι το Σάββατο το βράδυ, μέχρι τις 1 ή 2. Μετά σταμάταγε το γλέντι, επηγαίναμε και κοιμόμαστε και σηκωνόμαστε την Κυριακή.
Ετρώγαμε το πρωινό, τα κοκόρια μας, τη σουπίτσα μας και μετά κατά το μεσημέρι αρχίζαμε το πανηγύρι μέχρι τη Δευτέρα το πρωί. Αυτά ήτανε τα γλέντια τα παλιά, όχι όπως τώρα. Άλλοι κοιμότανε κι άλλοι χορεύανε. Μετά φεύγανε αυτοί που χορεύανε κι ερχότανε οι άλλοι που ξυπνάγανε. Ωραία χρόνια ! Σου λέω τώρα για του 1934-35, εκεί. Δύο μέρες κρατάγανε τα γλέντια τότε. Εκεί όλη μέρα μάσα και χορό. Αντέχαμε, τι να κάνουμε… Παντού παίζαμε, Πλατανιά, Αγιά Μαρίνα, Βουκολιές, Καστέλι, σε όλα τα χωριά. Σπάνια στον Αποκόρωνα, όλο Κίσαμος. Στα Χανιά  δε γινότανε τέτοια γλέντια, εγινότανε αριστοκρατικά. Πηγαίναμε την Κυριακή το απόγεμα, μόλις τέλειωνε ο γάμος και καθόμαστε μέχρι το πρωί και φεύγαμε».
Ο αείμνηστος, εξαίρετος οργανοποιός Γιώργος Φραγκιαδάκης σε συνέντευξή του το 2009, μιλώντας για τη δεκαετία του 1930, τόνιζε: «Στα Στιβανάδικα ήτανε ένα μαγαζί και έπαιζε κάθε βράδυ ο πατέρας μου Μανώλης, με το Γαλάνη τον Κωστή, ήτανε κι ένα άλλο στο λιμάνι κάτω κι έπαιζε ο Κουφιανός με τον Αντώνη (Παπαμαρκάκη) σαντούρι».
Ο Τσεσμές, ηχογράφησε με τον Κουφιανό 6 δίσκους 78 στροφών, με 12 κομμάτια, στην εταιρεία Columbia το 1934. Για την ηχογράφηση λέει: «Όταν ήρθαμε (στην Αθήνα) και βγάλαμε δίσκους στην Κολούμπια, τότε επήραμε κι ένα λαούτο. Το Μαυροδημήτρη. Επήγαμε τρεις». Σε αρκετές από τις ηχογραφήσεις ο Αντώνης Τσεσμές τραγουδάει μαζί με τον Κουφιανό.
Ο Αντώνης Τσεσμές μετά τον πόλεμο έπαιξε για κάποια χρόνια στην ταβέρνα του Λαμπαθέ, στου Μπόλαρη στα Χανιά, σε λαϊκό ρεπερτόριο της εποχής, με τον Αντώνη Κατινάρη, το Νίκο Σαρρημανώλη, τον Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη κ.ά.
Χαρακτηριστική είναι η διήγησή του: «Επαίζαμε στου Λαμπαθέ, στου Μπόλαρη μετά την κατοχή. Έπαιζα εγώ, ο Σαρρημανώλης και ο Κατινάρης. Ήτανε κάθε βράδυ φίσκα το μαγαζί. Επαίζαμε τραγούδια του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, όλο ρεμπέτικα, σπάνια να μας ζητήσουνε και κανένα κρητικό. Και καμιά φορά σηκωνότανε και χόρευε και κανένας. Έπινε κανένα κρασάκι, ερχότανε στα κέφια, σου λέει ας κάνω και μια βολτίτσα. Εκεί ήταν μόνο ν’ ακούνε, τραγούδια και τέτοια. Τα παίζαμε όλα πρακτικά, δεν ξέραμε νότες εμείς. Επαίρναμε την πλάκα, την  ακούαμε δυο τρείς φορές και τη μαθαίναμε στα πρακτικά, όλα με το αυτί. Είχαμε κάνει ένα πάλκο και παίζαμε κάθε καλοκαίρι. Ήτανε ωραία. Εκεί παλιά στου Μπόλαρη γινότανε το νυφοπάζαρο. Σε άλλο μαγαζί δεν έπαιξα».
Το 1948 παντρεύτηκε τη Νεοχωρίτισσα σύζυγό του, έχοντας κατά κάποιο τρόπο «επηρεαστεί» (!) από τον «Νεοχωρίτικο συρτό» που ηχογράφησε το 1932 ο Κουφιανός και που στην πρώτη στροφή, λέει: (Άχι μελαχρινό) Της Νέας Χώρας το νερό, λένε πως βγάζει αβδέλες μα κείνο το μαργιόλικο, έχει όμορφες κοπέλες.
Το 1950 μετακόμισε στην Αθήνα. Ήδη το σαντούρι -όπως ο ίδιος αναφέρει- δεν είχε ζήτηση και δεν έβρισκε δουλειά ως μουσικός, οπότε άλλαξε επάγγελμα. Το σαντούρι του, το παρέδωσε στον Μπέρτο που κι αυτός είχε επανέλθει στην Αθήνα. Η κρητική μουσική έχασε πολύ νέο, έναν ταλαντούχο μουσικό που ίσως θα είχε να δώσει με το σαντούρι του, αρκετά ακόμη…».
Κορυφαίος ο Κουφιανός στο παίξιμο, κορυφαίοι και ο Μαυροδημήτρης με τον Τσεσμέ στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο. Άψογος ο ¨Χανιώτικος Ξεροστεριανός¨ γι' αυτό και οι στίχοι με τις νότες παραπάνω. Για να μαθαίνουμε. Τώρα για τους στίχους και την ιστορία του ¨Πότε θα κάνει ξαστεριά¨ έχω αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτηση, αλλά και αν όχι, δεν θα το έκανα την συγκεκριμένη χρονική στιγμή γιατί πολύ απλά, κάποια πράγματα-καταστάσεις λειτουργούν αρνητικά στο υποσυνείδητο ανθρώπων με ελλειπή παιδεία (και ο νοών νοείτο).  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2025

545. OLYMPIC OE 80005 ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΗΛΙΑΣ- ΣΚΑΛΙΩΤΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ 1967

Παπαγεωργίου Ηλίας (Ο Σταυραετός)- Σκαλιώτης Βασίλης- Αραπάκης Αλέκος OLYMPIC OE 80005 Βελούχι μου και Παρνασσέ (Τσάμικος) - Η αγάπη μου μπήκε στο χορό (Συρτός) 1967- 45rpm- 7''
«Ο Ηλίας Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1933 στη Λευκάδα Φθιώτιδος με απώτερη καταγωγή τα Πουγκάκια και το Παλαιοχώρι. Σήμερα στα Πουγκάκια Φθιώτιδος δεν υπάρχουν οικογένειες με το επώνυμο Παπαγεωργίου. Αείμνηστος ερμηνευτής των γνήσιων δημοτικών τραγουδιών με κρυστάλλινη φωνή, που ήταν γνωστός και αγαπητός στο πανελλήνιο τόσο από τους δίσκους του, όσο και από τις δεκάδες ελληνικές ταινίες που συμμετείχε στις δεκαετίας 1960 και 1970.
Έζησε στην Αθήνα (Παγκράτι), όπου διατηρούσε καθαριστήριο. Ως το 1985 εμφανιζόταν συχνά στα ραδιοτηλεοπτικά Μέσα και δημιούργησε πολλούς θαυμαστές και εκτεταμένη δισκογραφία. Τα γνωστότερα τραγούδια του  είναι το πανελληνίως γνωστό τσάμικο «Παραμεράτε λυγερές» και τα: «Ένας αητός περήφανος», «Τρεις βλαχοπούλες λυγερές», «Της Ρούμελης η Βαγγελιώ», «Του Ρήγα η Φρόσω», «Ο Λιάκος», «Δεν θέλω μάνα μ’ προξενιά», «Τρεις λαμπαδούλες», «Παλιά μου χρόνια και καιροί», «Η Χάιδω», «Κάτω στο γεροπλάτανο», «Στο χωριό μου θα γυρίσω», «Ο Αριστείδης», κ.α.
Οι LP δίσκοι του  είναι: «Τσάμικα», «Καλαματιανά», «Κοντά σου ήρθα Όλυμπε» (1967), «Ένας αητός περήφανος» (1968), «Ένας λεβέντης πέρασε» (1968), «Τραγουδισμένη Ρούμελη» (1970), «Στο χωριό μου θα γυρίσω» (1971), «Ιτιά, ιτιά και πλάτανε» (1972), «Παλιά μου χρόνια και καιροί» (1974), «Γλυκοχαράζουν τα βουνά» (1976), «Ρουμελιώτικα» (1977), «Ένα κι ένα» (1979), «Ένας σταυραετός» (1979), «Οι μεγάλες μου επιτυχίες» (1982), «Ο Πλάτανος» (1982), «Έλατα και Θυμάρι Νο 1» (1982), «Χωριό» (1987, συμμετοχή), «Μεγάλες επιτυχίες» (1994, ως τραγουδοποιός-τραγουδιστής).
Πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα και το υψηλότατο ήθος του και η γενναιοδωρία του προς τους φτωχούς και αδύνατους μέχρι που ο θάνατος τον πήρε το 1985...
Ο Ηλίας Παπαγεωργίου, ως δημοτικός τραγουδιστής αλλά και ως άνθρωπος, υπήρξε ο γνήσιος εκφραστής της ρουμελιώτικης λεβεντιάς!»
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Παπαγεωργίου, ο Βασίλης Σκαλιώτης στο κλαρίνο και ο Αλέκος Αραπάκης στο βιολί. Βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

544. ODEON GA 1702 ΑΚΟΣ ΜΑΝΘΟΣ- ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΣ 1933

Άκος Μάνθος- Καρακώστας Νίκος ODEON GA 1702 Αναστασιά (Καλαματιανός) - Με γέλασε μια χαραυγή 1933- 78rpm- 10''
«Ο Νίκος Καρακώστας γεννήθηκε το 1881(1882 αναγράφετε στην ταυτότητα) ή το Δεκέμβριο του 1885 στην Κρανιά Ασπροποτάμου του νομού Τρικάλων. Δεν είναι ξεκάθαρο το έτος γέννησης καθώς τα αρχεία της κοινότητας κάηκαν από τους Γερμανούς. Ο πατέρας του, Κώστας Καρακώστας, ήταν τσαρουχάς στο επάγγελμα. Στα 5 του χρόνια ο Νίκος κατέβηκε με την οικογένειά του στην Καλαμπάκα για το σχολείο αλλά και για δουλειά. Στα 11 του χρόνια εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στο Δομοκό.
Εκεί, μαζί με τα άλλα του αδέλφια μάθαινε δίπλα στον πατέρα του την τέχνη του τσαρουχά. Το 1905 παντρεύτηκε και από αυτό το γάμο γεννήθηκαν 13 παιδιά. Στην πορεία κατέβηκε στη Λαμία για την ανάγκη των παιδιών να πάνε στο σχολείο. Στο Δομοκό, στα γύρω χωριά αλλά και στη Λαμία είχε ακούσει τους ξακουστούς οργανοπαίχτες της εποχής και ο ήχος του κλαρίνου τον συνεπήρε. Έπιασε στα χέρια του το κλαρίνο σε ηλικία 20 χρονών (ή κατ’ άλλους 25) και άρχισε να μαθαίνει.
Το παίξιμο του ήταν ξεχωριστό, δωρικό, χωρίς περιττά στολίδια και αναδείκνυε στο έπακρο τις μελωδίες των αυθεντικών δημοτικών τραγουδιών.
Είχε πεντακάθαρο και γρήγορο στακάτο παίξιμο με πολλούς δαχτυλισμούς αλλά όχι περιττούς, παρά μόνο εκεί που χρειαζόταν. Έπαιζε με το δικό του μοναδικό τρόπο τραγούδια όλων των περιοχών της Ελλάδας και αυτό ήταν κάτι που τον ξεχώριζε. Έπαιζε τραγούδια της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Ρούμελης κτλ και τους έδινε ζωή με το κλαρίνο του. Είχε πανελλήνιο ηχόχρωμα. Ήταν εξαιρετικός και στους αυτοσχεδιασμούς, στα βέρσα, στα ταξίμια. Εκεί φαίνεται η δεξιοτεχνία του κάθε παίχτη και η φαντασία του κι εκεί ο Καρακώστας άφησε το στίγμα του με το δικό του μοναδικό τρόπο.
Όπως όλοι οι παραδοσιακοί οργανοπαίχτες ξεκίνησε να παίζει σε πανηγύρια και σε γάμους.
Συνεργάστηκε δισκογραφικά με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές εκείνης της εποχής όπως τον Γιώργο Παπασιδέρη, τον Γιώργο Νάκο, την Γεωργία Μηττάκη, Μιχάλη Καλλέργη, Ρίτα Αμπατζή και άλλους. Επίσης πολλά οργανικά κομμάτια με το παίξιμό του έχουν μείνει στην ιστορία. Μαζί με τον Γιώργο Ανεστόπουλο και το Νίκο Ρέλλια έχουν τις περισσότερες συμμετοχές σε ηχογραφήσεις μέχρι το 1950. Το  1925 περίπου τον κάλεσαν να παίξει στο ιστορικό κέντρο παραδοσιακής μουσικής της Αθήνας , στο φημισμένο ¨Έλατο¨. Εκεί ο Καρακώστας άφησε εποχή. Ήτανε μεγάλο όνομα και ο κόσμος πήγαινε να τον ακούσει οπωσδήποτε όταν μάθαιναν ότι έπαιζε εκεί. Ήταν ο μόνος από τους διάσημους παραδοσιακούς οργανοπαίχτες της εποχής ο οποίος δεν πήγε στην Αμερική.
Έφυγε στις 27 Φεβρουαρίου του 1955 πάνω σε ένα αποκριάτικο γλέντι. Είχε ζητήσει να γραφτεί πάνω στον τάφο του: «Εγώ φτωχός γεννήθηκα φτωχός και θα πεθάνω μα μερακλής να γράψετε στον τάφο μου απάνω».
Ο Νίκος Καρακώστας μας άφησε παρακαταθήκη σπουδαίες και αξεπέραστες εκτελέσεις. Μέσα από το κλαρίνο βρήκε τον τρόπο να εκφράσει τις χαρές, τις λύπες, τους καημούς και τα μεράκια του λαού. Για αυτό το λόγο το παίξιμό του είναι μοναδικό, ξεχωριστό και ο ίδιος έμεινε στην ιστορία. Για πολλούς θεωρείται ο κορυφαίος κλαρινίστας που πέρασε ποτέ.»
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, από τους λίγους που το παίξιμο του Καρακώστα έρχεται σε δεύτερη μοίρα. καθώς στο τραγούδι έχουμε την ωραία φωνή του Μάνθου Άκου.
Ο Μάνθος Άκος από την Ήπειρο, έχει τραγουδήσει 7 δημοτικά τραγούδια, ξεκινώντας το 1933, με συνοδεία στο κλαρίνο τον Νίκο Καρακώστα. Δυστυχώς βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό δεν υπάρχουν. Ίσως να εικονίζεται στις παραπάνω ομαδικές φωτογραφίες του Καρακώστα.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

543. ΒΕΝΤΕΤΤΑ ΒΕ-110 ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓEΩΡΓIΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1967

Καλομοίρης Γεώργιος (Γιωργαντός)- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Παπουτσάκης Γεώργιος ΒΕΝΤΕΤΤΑ ΒΕ-110 Νέος συρτός Πισκοπιανός - Παλιά αγαπητικιά μου (Καλαματιανός) 1967- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργης Καλομοίρης (Γιώργαντος) γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1931. Τα πρώτα βήματα στη μουσική, έγιναν από μικρό παιδί, στο Περαχώρι, εκεί που όλοι οι μερακλήδες του χωριού, στην παρέα του; έπαιρναν μαζί και τους πιτσιρικάδες λυράρηδες, για να συμμετέχουνε και αυτοί, σε κείνη την πανδαισία της αντιστοίχησης των συναισθημάτων. Ο Στραβός (Πασπαράκης Μανόλης), ο Κουρκούτης (Μανουράς Γιώργης), ο Κίτσος (Ξυλούρης ο Γιώργης), και ο Σωκράτης ο Κοκορδούλης, είναι οι πρώτοι παλιοί λυράρηδες της εποχής που επηρέασαν τον Καλομοίρη το Γιώργη.
Ήταν ο Γιωργαντός μόλις 12 χρονών που έπαιξε για πρώτη φορά λύρα, με τους μερακλήδες σε παρέα. Οι συνθήκες μέσα στην κατοχή, για ένα παιδί μόλις 12-13 χρονών, δεν ήταν οι κατάλληλες για να αποδώσει στη "θεά Λύρα", αλλά έχοντας δίπλα του, σε όλο το χωριό αυτούς τους αγγέλους μερακλήδες, δεν μπορούσε παρά να επηρεασθεί και να γενεί αποδέκτης, των συναισθημάτων του λαϊκού πολιτισμού και της ευαισθησίας που κουβαλάει ο Ανωγειανός και να διδαχθεί από τους γλεντζέδες, που ανάθρεφαν τόσους και τόσους καλλιτέχνες.
Το πρώτο επαγγελματικό γλέντι έγινε στ' Ανώγεια το 1948, σ' ένα γάμο και έπαιξαν μαζί με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη που σαν κοπέλια ετότεσας μαθαίνανε μαζί τη λύρα. Ήταν η απαρχή της προοπτικής του καλλιτέχνη, για να ξεπεράσει τα σύνορα του χωριού και άρχισε να κατεβαίνει στο Ηράκλειο, στην Πεδιάδα, στο Μονοφάτσι, στο Ρέθυμνο και σ' όλη την Κρήτη. Πρώτη φορά παίζει στο Ηράκλειο, στου Χαρίλαου την ταβέρνα στον Πόρο. Στη συνέχεια έπαιξε στο πρώτο Κρητικό κέντρο του Ηρακλείου στον "Ερωτόκριτο". Ο Καλομοίρης ο Γιώργης είναι από τους πρώτους λυράρηδες στο Ηράκλειο, που επέβαλαν τη λύρα και γενικότερα την Κρητική Μουσική την δεκαετία των ονείρων, της ευαισθησίας, των τεχνών και των γραμμάτων, την δεκαετία του 60.
Στην συνέχεια η Κρήτη της Αθήνας, το 1970 τον "απέσπασε" προσφέροντας για εφτά χρόνια την σφραγίδα του στη Κρητική μουσική, στην Αττική στα Κρητικά κέντρα "Κονάκι" και "Αγρίμια" και ξαναγιαέρνει στο Ηράκλειο το 1977 στο "Λιμενικό Περίπτερο" όπου μέχρι και το 1995, δημιουργεί ένα αξεγόραστο και απλό στέκι των μερακλήδων της Κρητικής Μουσικής, δίπλα στην ώρες ώρες φουσκοθάλασσα του Κρητικού πελάγους και άλλες στιγμές, στην απαστράπτουσα από φως και ηρεμία, απέραντη θάλασσα του Μεγάλου Κάστρου, δίπλα στα κάστρα της αρμύρας και του φωτός, τραγουδώντας τους καημούς και τις λαχτάρες ετο "Ζορμπάς".
  Ο Καλομοίρης ο Γιώργης, σε όλη του τη διαδρομή, συνεργάστηκε με κορυφαίους λαγουθιέρηδες μεταξύ άλλων και οι: Φασουλάς Ζάχαρης, Κουμιώτης Γιώργης, Τσαγκαράκης Δημήτρης, Νίκος Μανιάς, Μαρκογιαννάκης Γιάννης, Ξυλούρης Γιάννης, Λαρετζάκης Μανώλης, Χαριτάκης Λάμπρος, Κουμιώτης Μανώλης, Ξυλούρης Βασίλης.
Πρώτος δίσκος του, 78 στροφών, το 1958 με το εκπληκτικό τραγούδι "Έγινες μάγισσα για με" και "Δυστυχισμένος βρίσκομαι", επόμενος δίσκος 78 στροφών "Κυπριωτοπούλα μου" το 1959, δίσκους μικρούς 45 στροφών έγραφε από το 1958 μέχρι και το 1968 γύρω στους 50.
Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφερθούμε, πως το ταξίδι της μετανάστευσης των Ελλήνων εκείνες τις δύσκολες δεκαετίες, έφερε πολλούς καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής κοντά στην Κρήτη του Καναδά, την Κρήτη της Αμερικής την Κρήτη της Αυστραλίας και στην Κρήτη της Ευρώπης. Εκεί βρέθηκε ο Γιώργης με τους συνεργάτες του, μεταφέροντας την γλυκιά ζεστασιά και την ευαισθησία, που χωρίς αυτήν οι Κρήτες όπου και να 'ναι αισθάνονται ορφανοί…..»
Στο σημερινό δισκάκι ο Καλομοίρης στη λύρα και ο Μαρκογιάννης με τον Γιώργη Παπουτσάκη στα λαούτα, σε στίχους του Νίκου Μανιά. Στον καλαματιανό ακούγεται και γυναίκα στα φωνητικά αλλά δεν αναγράφετε στις ετικέτες. Το δισκάκι έκοψε με δυο διαφορετικές ετικέτες.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).


 

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

542. PAN-VOX PAN 6428 ΜΑΡΑΓΚΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΔΡΑΚΑΚΑΚΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ 1972

Μαραγκάκης Εμμανουήλ- Δρακακάκης Στυλιανός PAN-VOX PAN 6428 Συρτός Μαλεμιανός - Το γραμμάτιο 1972- 45rpm- 7''
Ο Μανώλης Μαραγκάκης (βλέπε και ανάρτηση 127) γεννήθηκε στον Πλακιά, Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Συνεργάστηκε με τον Μάρκο Νενεδάκη σε ένα 45άρι και με τον Δρακακάκη Στέλιο σε τέσσερα 45άρια και ένα LP δίσκο με τίτλο ¨Κρητική Λεβεντιά¨. Στην δισκογραφία εμφανίζεται τέλη δεκαετίας 60 με μέση δεκαετίας 70. Το 1991 κυκλοφόρησε και προσωπικό cd.
Επίσης εμφανιζόταν στο  κέντρο ¨Το φαράγγι¨ με τον Βασίλη Κατσαμά και τον Μιχάλη Ρουσσάκη.
Αργότερα τον εντοπίζουμε στην Αδελφότητα Κρητών Πειραιά ¨Η Ομόνοια¨, να παραδίδει μαθήματα λύρας.
Ο Στέλιος Δρακακάκη (στο λαούτο) με καταγωγή από το Ελληνικό (μικρό χωρίο μεταξύ Συριλίου και Ζουνακίου) Κυδωνίας Χανίων. Αυτό μαρτυρούν και τα τραγούδια που έχει γράψει (Μαλεμιανός και ο Ντεριανός συρτός) με τον Μαραγκάκη. Δισκογραφικά έχει συνεργαστεί μόνο με τον Μαραγκάκη.   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

541. HIS MASTER'S VOICE AO 2528 ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ- ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ ΣΤΕΛΙΟΣ- ΦΡΑΓΚΙΑΔΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1938

Ζωγράφος Θεοχάρης- Φουσταλιεράκης (Φουσταλιέρης) Στέλιος- Φραγκιαδάκης Ευάγγελος HIS MASTER'S VOICE AO 2528 Ηρακλειώτικος πεντοζάλης - Συρτός Ρεθυμνιώτικος (Πολλές καρδιές κρυφά πονούν) 1938- 78rpm- 10''
¨Πολλές καρδιές κρυφά πονούν μα φανερά γελούνε,
πολλές πεθαίνουν με καημό μα δε το μαρτυρούνε.
Όταν βαθιά πονεί η καρδιά το στόμα δε ανοίγει,
δρόμο γυρεύει η ε-μιλιά μα ο στεναγμός την πνίγει¨   
«Ο Θεοχάρης Ζωγράφος (βλέπε και ανάρτηση 154) γεννήθηκε στη Μικρά Ασία το 1912 ή το 1913, σε μια πόλη που είναι τώρα γνωστή ως Μίλας (Μιλασσός), βορειοανατολικά της Αλικαρνασσού, όταν ήταν ακόμα πολύ έντονο το Ελληνικό στοιχείο. Προέρχονταν από μια καλή και εύπορη οικογένεια που είχε επιχείρηση επεξεργασίας μεταξιού. Η οικογένεια του είχε στενές σχέσεις με τους Τούρκους που απασχολούσε, βοηθώντας τους συχνά σε περιόδους προβλημάτων και υποστηρίζοντας τον κρυφό-χριστιανισμό τους. Λόγω της μεγάλης τραγωδίας του 1922, τα άφησαν όλα πίσω, έφυγαν για τη Σμύρνη και μετά στη Σάμο. Οι κάτοικοι της Σάμου τους απέρριψαν, οπότε πήγαν στην Κάλυμνο πριν φτάσουν για το Ρέθυμνο το 1922.
Ο Ζωγράφος τραγουδούσε συνεχώς. «Δεν γινότανε γλέντι, χορός, διασκέδαση, χωρίς να τον καλέσουν. Ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που πάντρεψε το μικρασιάτικο τραγούδι με το κρητικό». Δούλεψε στενά με τους Φουσταλιέρη, Ροδινό, Καρεκλά, Μπαξεβάνη.
Δεν έχουμε πληροφορίες για το πόσο χρονικό διάστημα έζησε στον Πειραιά. Γνωρίζουμε ότι κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί, όταν ηχογράφησε τη δεκαετία του 1930, γνώρισε όλους τους μεγάλους ρεμπέτες της εποχής, όπως ο Στέλιος Περπινιάδης που ήταν πολύ ενθουσιασμένος με τη φωνή του και είχε πει γι’αυτόν: «είχε μία φωνή αηδόνι που τέτοια δεν έχω ξανακούσει». Ο Περπινιάδης τον προσκάλεσε στον Πειραιά για να μπορούν να ηχογραφήσουν μαζί, αλλά πέθανε πριν μπορέσει να το κάνει αυτό. Ο μεγάλος Φουσταλιέρης είχε πει επίσης για τον Ζωγράφο ότι  «Είχε πάρα πολύ καλή φωνή». Σε κάποιο ντοκιμαντέρ ο Φουσταλιέρης τον αναφέρει ονομαστικά και επαίνεσε τη φωνή του. Όλοι επαινούσαν τη φωνή του.
Οι Αμανέδες ήταν το πάθος του και είχε μια ομάδα φίλων στο Ρέθυμνο που τραγούδησαν αμανέδες μαζί. Περιστασιακά κάπνιζε χασίς με τους άλλους μουσικούς στο Ρέθυμνο, προτού γίνει παράνομο και ήταν μέρος της κουλτούρας για κάποιους από τους μουσικούς εκείνη την εποχή.
Ο Θεοχάρης Ζωγράφος είχε έναν πολύ καλό φίλο που έμενε με την οικογένεια του στο Μέρωνα. Αυτός κανόνισε και επισκέφθηκαν το χωριό με σκοπό να συναντήσει τη μετέπειτα γυναίκα του Μαρία Μοσχονά. Όταν πήγε να συναντήσει τη Μαρία Μοσχονά για δεύτερη φορά, αυτός και μια ομάδα μουσικών έπαιξαν και τραγούδησαν όλη τη νύχτα.
Το ζευγάρι ζούσε στο Μέρωνα όταν ήρθε ο πόλεμος. Ο Ζωγράφος ήταν ενάντια στον πόλεμο, όταν οι Γερμανοί απαιτούσαν οι άνδρες του χωριού να βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο μέρος για να καταμετρηθούν (σ.σ. πιθανόν για τα καταναγκαστικά έργα), δεν πήγε ποτέ – παρόλο που η γυναίκα του τον παρακαλούσε να πάει. Τουλάχιστον δύο φορές συνελήφθη από τους Γερμανούς αφού δεν πήγαινε ποτέ να καταμετρηθεί και οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γνωρίζουμε από τον νονό του Ζωγράφου, ότι σκότωσε έναν Γερμανό κατά την περίοδο της κατοχής. Ένα βράδυ ένας από τους Γερμανούς συμπεριφερόταν επιθετικά απέναντι στον Ζωγράφο και έναν από τους φίλους του. Ο Ζωγράφος στη συμπλοκή τον νίκησε, του πήρε το όπλο του και τον πυροβόλησε.
Ο Θεοχάρης Ζωγράφος ήταν 33 ετών όταν πέθανε το 1945. Πέθανε από ένα τραύμα και το μοιρολόι κράτησε για 3 ολόκληρες ημέρες. Ο γιος του Ζωγράφου και πατέρας της Δανάης ήταν μόλις 42 ημερών όταν πέθανε ο πατέρας του. Ο Ζωγράφος ήταν ένας ιδιαίτερα αγαπητός άνθρωπος λόγω του τρόπου, των αξιών του, της φωνής του και του πάθους του για τη μουσική και το τραγούδι. Γι’ αυτό και στα μετέπειτα χρόνια μνημονεύονταν ως «ένας αληθινός Κύριος».
« Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στις 19 Ιουνίου του 1911, ημέρα Κυριακή, ώρα τρεις το απόγευμα, όπως του άρεσε να διευκρινίζει Πήρε το όνομα του πατέρα του, που σκοτώθηκε σε ατύχημα προτού αυτός γεννηθεί. Μεγάλωσε με μικρασιάτικα τραγούδια και έγινε δεξιοτέχνης στο μπουλγαρί (κρητικός ταμπουράς). Από τα 11 του χρόνια, άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του ρολογά, κάτι που ήταν το δεύτερο μεγάλο πάθος του μετά το μπουλγαρί Ήταν τραγουδιστής, οργανοπαίκτης στο μπουλγαρί και συνθέτης πολλών γνωστών κρητικών τραγουδιών. Δημιούργησε τη δική του σχολή στην κρητική μουσική αναδεικνύοντας το μπουλγαρί σε όργανο μελωδικό και σολίστικο. Έπαιξε με τους Κρητικούς μαστόρους της μουσικής αλλά - μοναδική περίπτωση - ταίριαξε και με τους μεγάλους ρεμπέτες.
Ήταν ένας συμπαθέστατος άνθρωπος, μετρίου αναστήματος, με ένα γλυκύτατο χαμόγελο και μια έμφυτη αρχοντιά Συγκαταλέγεται άξια στις κορυφές της αστικής λαϊκής μουσικής παράδοσης της Κρήτης και συγκεκριμένα της πόλης του Ρεθύμνου. Στο Ρέθυμνο ήταν γνωστός και ως μπάρμπα Στέλιος ο ρολογάς, επειδή ασκούσε και την τέχνη του ρολογά Είχε το μαγαζί του στην οδό Αρκαδίου και φήμη του ειδικού στα ρολόγια Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στις ετικέτες των δίσκων της εποχής ο Στέλιος Φουσταλιεράκης αναγράφεται ότι παίζει μπουζούκι.
Είναι φανερό ότι οι υπεύθυνοι των εταιρειών δίσκων που έβλεπαν το όργανό του κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα αγνοούσαν και το όνομα του οργάνου και το πώς παιζόταν. Το μπουλγαρί είναι όργανο που ανήκει στην οικογένεια του ταμπουρά, μοιάζει μορφολογικά με το μικρασιατικό σάζι, αλλά πρέπει να έχει διαφοροποιήσεις στις διαστηματικές διαιρέσεις στο μάνικο. Το γεγονός ότι οι ηχογραφήσεις από το 1930 και μετά γίνονταν στο εργοστάσιο της Κολούμπια στον Περισσό δεν διευκόλυνε τη συχνή παρουσία εκτελεστών από την επαρχία…..»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον  Φουσταλιέρη θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Εξαιρετικός ο Φουσταλιέρης και στα δυο τραγούδια στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, που περιέχει την τρίτη ηχογράφηση με τον Θεοχάρη Ζωγράφο στο τραγούδι και τον Ευάγγελο Φραγκιαδάκη στην κιθάρα (οι άλλες δυο στην ανάρτηση .   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

540. COLUMBIA E6080 ΜΕΝΕΜΕΝΛΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ 1918 (Ηχογραφήσεις 1911-1912)

Μενεμενλής (Μπεσλεμεδάκης- Κος Λευτέρης) Ελευθέριος COLUMBIA E6080 Κλέφτικο Παύλος Μελάς - Σμυρναίικος Μανές Τζιβαέρι 1918 (Ηχογραφήσεις 1911-1912) - 78rpm- 10''
Το τραγούδι της πρώτης πλευράς, του σημερινού γραμμοφωνικού δίσκου, αναφέρεται στον Παύλο Μελά (Μασσαλία 29/3/1870-Μελάς Καστοριάς 13/10/1904), αξιωματικό πυροβολικού του ελληνικού στρατού και πρωτεργάτη του Μακεδονικού Αγώνα (1904-1908).
Στις 13 Οκτωβρίου 1904 σκοτώνεται, σε ηλικία μόλις 34 ετών, ο Μακεδονομάχος και λοχαγός του Πυροβολικού, Παύλος Μελάς, στη Στάτιστα, (ένα χωριό του νομού Καστοριάς που ονομάστηκε μετά «Μελάς» προς τιμήν του), μετά από μάχη μεταξύ της ένοπλης ομάδας ανταρτών που διοικούσε ο Μελάς και αποσπάσματος του Οθωμανικού στρατού.
Όλα αυτά συμβαίνουν στην υπό Οθωμανική κατοχή Μακεδονία, όπου δρουν, εκτός από τις ελληνικές ανταρτικές ομάδες και οι αντίστοιχες των Βουλγάρων, οι οποίοι προσπαθούν να προσεταιριστούν τους Μακεδόνες, τρομοκρατώντας τον πληθυσμό.
Οι Έλληνες έχουν δημιουργήσει το Μακεδονικό Κομιτάτο, σαν απάντηση στη δράση των Βουλγάρων Κομιτατζήδων.
Όμως το ελληνικό κράτος, δεν μπορεί επισήμως, τότε, στις αρχές του εικοστού αιώνα και μετά τον καταστροφικό και ταπεινωτικό πόλεμο του 1897, να υποστηρίξει ανοιχτά τον Παύλο Μελά.
Η δράση των Ελλήνων Μακεδονομάχων στη Μακεδονία, η υπεράσπιση του ντόπιου πληθυσμού από τις αγριότητες των Βουλγάρων θεωρείται ανάμειξη στα εσωτερικά άλλου κράτους – της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Έτσι, ο Παύλος Μελάς είναι μόνος του στους κινδύνους και τις κακουχίες στη Μακεδονία – κυριολεκτικά μόνος του, εκτός από τους ολιγάριθμους αντάρτες που τον ακολουθούν.
Το αντάρτικο ψευδώνυμό του ήταν «Μίκης Ζέζας», προφανώς για να ακούει συνέχεια τα ονόματα των παιδιών του, του Μιχαήλ , του «Μίκη», και της Ζωής, που το χαϊδευτικό της ήταν «Ζέζα».
Η γυναίκα του ήταν η Ναταλία Δραγούμη, κόρη του πολιτικού και μέλλοντα πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του Ίωνα Δραγούμη.
Ο ίδιος ο Μελάς γεννήθηκε στη Μασσαλία της Νότιας Γαλλίας, ήταν ένα από τα επτά παιδιά του ηπειρώτη έμπορου Μιχαήλ Μελά και της Ελένης Βουτσινά, κόρης εύπορου κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό.
Ο Παύλος Μελάς, αν και ανήκε στην ανώτερη οικονομική και κοινωνική τάξη της Ελλάδας τότε, συνειδητά προτίμησε έναντι της λαμπρής καριέρας που θα είχε στον στρατό, να πολεμήσει για τα ιδανικά του, για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Τούρκους και τους Βούλγαρους. Παρόλο που αυτό καθαυτό το στρατιωτικό του έργο δεν ήταν σημαντικό, η θυσία του ενέπνευσε πολλούς, ευαισθητοποιώντας την ελληνική και τη διεθνή κοινή γνώμη στο ζήτημα της Μακεδονίας.
Ιστορική έχει μείνει η φωτογραφία που του τράβηξε ο Λαρισαίος φωτογράφος Γεράσιμος Δαφνόπουλος.
Σ’ αυτήν ο Παύλος Μελάς φορά τη στολή του Μακεδονομάχου, τον περίφημο μαύρο κεντητό ντουλαμά και τα φυσεκλίκια, ενώ κρατάει ένα τουφέκι Μάουζερ κι’έχει ζωσμένο στη μέση του ένα περίστροφο.
Ο Μελάς έστειλε το πρώτο αντίτυπο της φωτογραφίας στη σύζυγό του, «υπό τον όρον να μην ιδή το φως της ημέρας», αλλά να μείνει ως ανάμνηση για την ίδια και τα παιδιά του αν έχανε τη ζωή του στην αποστολή του.
Ο Παύλος Μελάς θεωρούσε πως θα ήταν «κωμικό» και «μαρτύριο», εάν επέστρεφε άπρακτος, να βλέπει «την φάτσαν του έτσι μασκαρεμένην».
Σ’ αυτή τη φωτογραφία βασίστηκε ο Γεώργιος Ιακωβίδης για να φιλοτεχνήσει τον γνωστό πίνακα με τον Παύλο Μελά, που έγινε το γνωστότερο και μακροβιότερο σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα.
Κατά τον ιστορικό Βασίλη Γούναρη, η ιστορία και η σημασία της φωτογραφίας του Δαφνόπουλου «είναι το καλύτερο παράδειγμα της απόστασης που χωρίζει τη συμβολική, σχεδόν μυθική, σημασία του Μακεδονικού αγώνα από την ιστορία του».
"Που ήμουν υπερήφανος γιατί να με παιδεύεις,
 ενώ δεν βρίσκω θάνατο τι θέλεις τι γυρεύεις"
Αναφέρει σχετικά ο Παναγιώτης Κουνάδης : «Ο φημισμένος αυτός μανές της Σμύρνης, μαζί με το "Σμυρναίικο μινόρε", τον "Ταμπαχανιώτικο", τον "Μπουρνοβαλιό" και τον "Ανταμαμάν" ή "Γαλατά" εμφάνισαν στη δισκογραφία μεγάλο αριθμό ηχογραφήσεων. Το "Τζιβαέρι" ξεπέρασε τις 30.
Τζιβαέρι(α) στα αραβικά σημαίνει κοσμήματα και μεταφορικά, επί προσώπων, ο "θησαυρός".
Αν και δεν είχε τη μακρά πορεία του "Σμυρναίικου μινόρε", επηρέασε και αυτός ο μανές την πορεία του σμυρναίικου τραγουδιού και στην Ελλάδα μετά το 1922, αλλά και στην Αμερική».
«Ο Λευτέρης Μενεμενλής (βλέπε αναρτήσεις 252, 389 και 485) ή Μπεσλεμεδάκης (ή Κος Λευτέρης ) όπως ήταν το πραγματικό του επώνυμο γεννήθηκε το 1874 στη Μενεμένη της Μ. Ασίας εξ ου πήρε και το παράνομά του. Ήταν τραγουδιστής, από τους πρώτους αμανετζήδες και το όργανο που έπαιζε ήταν η κιθάρα. Ήταν από τα βασικά μέλη της «Ελληνικής Εστουντιαντίνας» μαζί με τον Γιάννη Τσανάκα και τον Χρήστο το ¨Αραπάκι¨.
Φωνογράφησε στις εταιρίες Favorite, The Gramophon Company, Columbia Αγγλίας, Columbia Αμερικής, Odeon Γερμανίας, και Polydor Γερμανίας. Τραγούδησε σε όλα τα είδη τραγουδιού, δημοτικά, ελαφρά, σμυρναίικα, ρεμπέτικα και τούρκικα. Στη δισκογραφία φέρεται να έχει κάνει 122 εκτελέσεις τραγουδιών μεταξύ των οποίων και 28 αμανέδες, αρχής γενομένης από το 1909 με το μανέ «Ψεύτικος δουνιάς». Τελευταία του φωνογράφηση είναι το τραγούδι «Ο Γεροδήμος». Έχει διατελέσει πρώτος πρόεδρος του Σωματείου Μουσικών.
Ο Ελευθέριος Μενεμενλής είναι από τους τραγουδιστές της Σμύρνης που ερχόμενος στην Ελλάδα, συνεχίζει την δισκογραφική του παρουσία, ξεκινώντας μάλιστα πρώτος τις ηχογραφήσεις της γερμανικής ODEON στην Ελλάδα το 1924. Μερικοί μάλιστα από τους πρώτους αυτούς δίσκους, ηχογραφήθηκαν στο Βερολίνο γύρω στο 1925.»
Το ¨Κλέφτικο¨ Παύλος Μελάς ηχογραφήθηκε πρώτη φορά το 1912 και κυκλοφόρησε σε δίσκο Favorite. Στο άκουσμα θυμίζει εμβατήριο και όχι κλέφτικο τραγούδι.
Ο ¨Σμυρναίικος Μανές Τζιβαέρι¨ ηχογραφήθηκε το 1911 και κυκλοφόρησε σε δίσκο Favorite αλλά υπάρχει και εκτέλεση από τον Μενεμενλή ως ¨Τζιβαέρι¨ σε δίσκο Grammophone του 1910. Στην Columbia έγινε επανεκτύπωση το 1918 με τις ίδιες μήτρες (το μαρτυρά και το δόντι στην άκρη της μιας πλευράς), σε τρεις διαφορετικές ετικέτες.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).