Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

108. PANIVAR PA-588 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1974

Σκουλάς Βασίλης- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρόγιαννος) PANIVAR PA-588 Κρήτη κορώνα του γιαλού - Μαντινάδες 1974- 45rpm- 7''

«Η λύρα είναι προέκταση της ψυχής μου…». Μια λύρα, μια φωνή με ηχώ αιώνων πίσω της και ένας δεκαπεντασύλλαβος ηλικίας τριών χιλιάδων χρόνων, συνθέτουν τον κρητικό λυράρη, Βασίλη Σκουλά.
Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης το 1946. Το όγδοο παιδί του Αλικιβιάδη Σκουλά, με το παρατσούκλι Γρυλλιός, που ήταν γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων.
Ο παππούς του, Μιχάλης Σκουλάς, ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του. Ο προπαππούς τους και αδελφός του παππού του επίσης… Δύσκολες εποχές, το χωριό είχε καταστραφεί ολοσχερώς από τους Γερμανούς μαζί και το καφενείο του παππού του. Ο πατέρας του το ξανάστησε και εκεί μέσα ήταν που μικρό παιδί ο Βασίλης Σκουλάς ουσιαστικά μεγάλωσε και εισέπραττε τις εμπειρίες της ζωής, τον πόνο, τα βάσανα, τις απώλειες, της μεταπολεμικής Κρήτης. Που όμως έβρισκαν παρηγοριά και βάλσαμο στη ρακή και στα τραγούδια του τοπικού τροβαδούρου κι έτσι με μιας γίνονταν όλοι μια παρέα.
Το ταλέντο του Βασίλη Σκουλά, φάνηκε νωρίς. Στην ηλικία των 8-9 χρόνων, είχε μάθει ήδη πολλά τραγούδια παραδοσιακά., που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως, διείδε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα.
Άρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού. Επίσης, παμπάλαιες μελωδίες κλασικές, που άκουγε από τον παππού του, αυτές που δεν είχαν ποτέ ηχογραφηθεί και μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Τα έπαιζε στις παρέες, στους γάμους, στα πανηγύρια. Με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Η πρώτη του δισκογραφική εμπειρία ήταν το 1965 με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Θανάση Σταυρακάκη, μια ηχογράφηση σε μικρό δίσκο, με ανωγειανές κοντυλιές και μαντινάδες. Ακολούθησε, χρόνια μετά, ένας δίσκος με μαντινάδες του Ελευθερίου Βενιζέλου και ριζίτικα, που έγινε ανάρπαστος. Άρχισαν οι συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία Γερμανία στους απανταχού Έλληνες και δη Κρητικούς. Ο γάμος του στην Αμερική με τη Χρυσάνθη Σαριδάκη. Δύο παιδιά και δύο εγγόνια με διαγνωσμένο μουσικό ταλέντο είναι το καμάρι του σήμερα πια.
Το 1980 ήρθε η πρόσκληση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο να συνεργαστούν σε συναυλίες και εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, με πρώτη εκδήλωση στο Ηράκλειο, στο Μαρτινέγκο, στον τάφο του Καζαντζάκη με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και αφηγητή τον Μάνο Κατράκη. Συνεχίζει με μια σειρά από εμφανίσεις στην Αθήνα στο θέατρο Παρκ στο έργο «Καφενείον η Ελλάς» και το θίασο του Γιάννη Βόγλη, με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Γιάννη Κούτρα, τη Λιζέτα Νικολάου, την Αφροδίτη Μάνου, στη θεατρική παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» στην Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό. Η πορεία στο έντεχνο πια τραγούδι συνεχίστηκε με σημαντικές συνεργασίες, όπως με τον Μιχάλη Νικολούδη στο μουσικό έργο «Αιολία», τον Μάριο Τόκα και τον Παντελή Θαλασσινό. Τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο επίσης, που μελοποίησε ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, που τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς και η Μαρία Δημητριάδη.
Ο Βασίλης Σκουλάς θεωρεί πολύ σημαντικό αυτό που έκανε συνεχώς από μικρός. Να συγκρατεί και να καταγράφει στη μνήμη του, στίχους από μαντινάδες πολύ παλιές σε ένα λεξιλόγιο που τείνει με τα χρόνια να παραμεριστεί και να ξεχαστεί.
Θέλει να προβληματίσει τους νέους να τους κάνει να αναρωτηθούν «τι σημαίνει αυτή λέξη», ούτως ώστε να επικρατήσει το λεξιλόγιο πέρα από το νόημα και την ουσία που είχε ο στίχος, «συνοψισμένο σ’ ένα δεκαπεντασύλλαβο για να εκφράσεις τον ερωτισμό σου, την αγάπη σου, τον προβληματισμό σου, το θυμό σου, τη λύπη σου, τη χαρά σου» λέει ο ίδιος. «…Η λύρα για μένα είναι προέκταση της ψυχής μου και κατά καιρούς αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μ’ ένα τέτοιο όργανο. Από πολύ μικρός σαν να ήτανε μέσα μου αυτό το άκουσμα και μου χτυπούσε καμπανάκι, με συγκινούσε και με ανατρίχιαζε η αρμονία, οι μελωδίες, το μερακλίκι, η καλλιφωνία, η ωραία μαντινάδα, ο χορός, η κίνηση, η γλώσσα του σώματος, αυτά όλα ήτανε πράγματα που με συγκινούσανε και μ’ ευχαριστούσανε και με μερακλώνανε…».
Για τον Βασίλη Σκουλά έχουμε αναφερθεί στην ανάρτηση 42 και για τον Γιάννη Ξυλούρη στις αναρτήσεις 15, 36, 64, 67, 91 και 100.
Από τις καλές παραγωγές της Panivar στις 45 στροφές, μεγάλης διάρκειας (περίπου 10 λεπτά) και stereo (σε κάποια μέρη).
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 






Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

107. POPULAR AP 6014 ΜΠΑΜΠΛΕΚΟΣ ΗΡΑΚΛΗΣ 1963

Μπαμπλέκος Ηρακλής POPULAR AP 6014 Εσείς βουνά να χαίρεσθε (Τσάμικος) - Μ' έστειλαν να πα να φέρω (Συρτός) 1963- 45rpm- 7''


Πριν να ροδίσει η αυγή, να πάψει το σκοτάδι
με τ’ αηδονιού το λάλημα τ’ αυγερινό πριν σβήσει
για λίγο ανηφόρισα, σαν τέλειωνε το βράδυ
στις καστανόφυτες πλαγιές, στην πέτρινη την βρύση.

Κοντοραχούλες διάβηκα, ψηλότερα ν’ ανέβω
κι άφησα πίσω το χωριό, πόνους, καημούς και ντέρτια
μη γίνει έτσι μπορετό, κι όταν ξανακατέβω
να ’χω ψυχή πετούμενη, να πάω στα βιλαέτια.

Και ζήλεψα ένα βουνό, ψηλότερο απ’ τ’ άλλα
την κορυφή του έβλεπα, τον ουρανό να πιάνει
πως θα ’θέλα ν’ απόχταγα να βρω μεγάλη σκάλα
εκεί ψηλά ν’ ανέβαινα, κακό να μη με φτάνει.

Στη ρίζα μιας βελανιδιάς, στην πράσινη τη φτέρη
έγειρα λίγο το κορμί, ο ύπνος να με πάρει
και φώναξ’ απ’ τον ουρανό ένα λαμπρό αστέρι
να σεργιανίσω τα βουνά με τ’ αλαφιού τη χάρη.

Ανέβηκα πολύ ψηλά, στην αετοράχη απάνω
κι αγνάντεψα τους σταυραετούς, στ’ απάτητα λημέρια
βουνίσια αγκάλιασα δροσιά και κάτι παραπάνω
κι είχα τη νύχτα συντροφιά του ουρανού τ’ αστέρια.

Εκεί υπάρχει γιατρικό τον πόνο μου να πάρει
να ’ναι η ψυχή ανέμελη, να ’χει η καρδιά αγάπη
να φέγγει ο ήλιος το πρωί, τη νύχτα το φεγγάρι
να ’χει τα μάγια η νυχτιά και αστεριά γεμάτη.

Θα πάρω γύρω τα βουνά, θα κάνω περιπόλους
θα κάνω δέντρα να βογγάν και καστανιές να τρίζουν
θα έχω πίστη στην καρδιά και ξόρκια για διαβόλους
θα ’χω λουλούδια στην ψυχή που θα μοσχομυρίζουν.

Μα νόμος ήλθε εξ’ ουρανού, καλά ερμηνεμένος
πως δεν τελειώνουν τα βουνά, δε χάνονται τα χιόνια
και να γυρίσω στο χωριό, μ’ αγάπη μεθυσμένος
γιατί ετούτη η ζωή ποτέ δεν είναι αιώνια.

Κι έτσι κατέβηκα ξανά στα χορτολειβαδάκια
και στου χωριού μου τα στενά, τα όμορφα σοκάκια
και λαλητάδες γίνανε, τα ξέγνοιαστα πουλάκια
που μου μαγεύουν τη ψυχή, τα δροσερά βραδάκια.
 
Νικ. Παπαναστασόπουλος. Περιοδικό ¨Αραχωβίτικα Νέα¨.
Βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό για τον Ηρακλή Μπαμπλέκο δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω. Έχει δισκογραφήσει αρκετά 45-άρια. 
  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 





Δευτέρα 30 Αυγούστου 2021

106. ODEON GA 1260 ΚΟΥΦΙΑΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1928

Κατσούλης (Κουφιανός) Νικόλαος- Μαυροδημητράκης Σταύρος ODEON GA 1260 Συρτός Χαλεπιανός - Πεντοζάλη 1928- 78rpm- 10''

 Ο Νικόλαος Κατσούλης ή, Κουφιανός, γεννήθηκε το 1877 στον Κουφό Κυδωνίας Χανίων. Από τον τόπο καταγωγής του λοιπόν, έμεινε να λέγεται "Κουφιανός".
Ο Κουφιανός ήταν ένας από τους πλέον δεξιοτέχνες λυράρηδες της εποχής του και άριστος τραγουδιστής. Ήταν επίσης πολύ καλός γνώστης της κρητικής μουσικής παράδοσης και ιδιαίτερα των χανιώτικων μοτίβων, συρτών και πεντοζάλι. Στο πεντοζάλι, όπως θρυλείται σήμερα, ήταν μοναδικός!
Επηρέασε πολλούς καλλιτέχνες της εποχής του, αλλά και νεώτερους του, όπως ο Γιώργης Μουζουράκης, ο Αλέκος Καραβίτης, ο Μανώλης Λαγός, ο Χαρίλαος Πιπεράκης, ο Αντώνης Παπαδάκης(Καρεκλάς), κ.α.
Έπαιξε σε πολυάριθμα γλέντια της εποχής του και διασκέδασε χιλιάδες κόσμο, που τον αποθέωναν σε κάθε εμφάνιση του και στην Κρήτη και στην Αθήνα. Στην Σπλάντζια στα Χανιά, ήταν ένα από τα καλά του στέκια και μερακλήδες από όλο τον νομό Χανίων, αλλά και από άλλες περιοχές της Κρήτης έτρεχαν να ακούσουν τον μεγάλο λυράρη. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης μιλούσε πάντα με θαυμασμό για τον μεγάλο μουσικό, που είχε την τύχη να συνεργαστεί μαζί του. Την δεκαετία του '30, το δίδυμο Κουφιανός - Κουτσουρέλης εμφανίστηκε στο Παναθηναϊκό Στάδιο Αθηνών, αντιπροσωπεύοντας όλη την Κρήτη και απέσπασε τα καλύτερα σχόλια.
Επίσης ο Κωστής Παπαδάκης (Ναύτης), στο βιβλίο του "Κρητική λύρα, ένας μύθος" αναφέρεται με τα καλύτερα λόγια για τον μεγάλο καλλιτέχνη. Ο Κουφιανός έβγαλε και τον δικό του "σκοπό" πάνω στην μελωδία του συρτού. Είναι ο Χαλεπιανός συρτός. Μια σύνθεση πραγματικά άριστη και λεβέντικη, που αν και πολλοί σήμερα δεν ξέρουν την σωστή ονομασία της, ωστόσο την έχουν χορέψει πολλές φορές και έχουν τραγουδήσει πάνω της χιλιάδες μαντινάδες.
Ο θρυλικός Κουφιανός έφυγε από την ζωή το 1947. Άφησε πίσω του πολλούς μιμητές, την ατόφια μουσική παράδοση, την μεγάλη δεξιοτεχνία του και την γλύκα του παιξίματός του, που σπανίζει σήμερα. Ίσως τελικά, αυτά να είναι τα στοιχεία που τον καθιέρωσαν, σαν ένα από τους καλύτερους δεξιοτέχνες της λύρας που γέννησε ποτέ η κρητική γη. Και η μαντινάδα του Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη τα λέει όλα:
"Τον Κουφιανό στο γλέντι του όσοι κι αν τον ακούσαν, στο τράβηγμα του δοξαριού τ' αηδόνια κελαηδούσαν".
 
Στο λαούτο, σύμφωνα με την έρευνα του βιβλίου ¨Μίλιε μου Κρήτη απ΄τα παλιά¨ είναι ο Σταύρος Μαυροδημητράκης για τον οποίο έχουμε κάνει αναφορά στις αναρτήσεις 30 και 43.
Η πρώτη γραμμοφωνική πλάκα του Κουφιανού, η σημερινή ανάρτηση, σου δίνει την αίσθηση (όπως πάρα πολλοί γραμμοφωνικοί δίσκοι), ότι για να χωρέσει τα τραγούδια έχουν βάλει την ταχύτητα μια σκάλα πάνω. Περίπου έξι λεπτά διάρκεια ο δίσκος αλλά μπορεί να έβγαινε στην ηχογράφηση παραπάνω (βλέπε τεχνική ηχογράφησης γραμμοφωνικών δίσκων). Οπότε με κάποιο τρόπο έπρεπε να χωρέσει στην πλάκα χωρίς να κοπεί ούτε να ξαναηχογραφηθεί το τραγούδι.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 






Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

105. OLYMPIC OE 80002 ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ (ΝΑΥΤΗΣ)- ΜΠΕΜΠΑ ΦΡΙΔΑ 1967

Παπαδάκης Κώστας (Ναύτης)- Μπέμπα Φρίδα (Φρειδερίκη Μπικάκη- Φρεδερίκα Μπέμπα) OLYMPIC OE 80002 Χανιώτικο - Καραγγιουλές 1967- 45rpm- 7''

«….Γεννήθηκα στο Καστέλλι της Κισάμου, στην Κρήτη το 1920. Ο πατέρας μου, Βασίλης Παπαδάκης έπαιζε βιολί, όπως επίσης και ο παππούς μου και ο προπάππος μου. Για περίπου πέντε με έξι γενιές όλοι στην οικογένεια μου έπαιζαν βιολί. Ο πατέρας μου αγόρασε ένα βιολί για τον μεγαλύτερο αδελφό μου και ξεκίνησε να του μαθαίνει να παίζει. Δεν με άφηναν όμως να το αγγίζω έως ότου έγινα επτά ετών.
Όταν όμως όλοι ήταν εκτός σπιτιού το έπαιρνα και έπαιζα μόνος μου αυτά που άκουγα και έπαιζαν οι άλλοι. Αυτό γινόταν για τέσσερις με πέντε μήνες. Μια μέρα ο πατέρας μου ήρθε νωρίς στο σπίτι την ώρα έπαιζα. Άκουσε που έπαιζα και νόμιζε πως ήταν ο αδελφός μου και ότι έπαιζε καλύτερα από ότι συνήθως. Κατόπιν άνοιξε την πόρτα με είδε και είπε "αυτός θα γίνει καλός βιολάτορας". Μετά αποφάσισε να μου δώσει κάποια μαθήματα μαζί με τον αδελφό μου και να μας δείξει όλο το ρεπερτόριο που περιλάμβανε χορούς από την Κρήτη, από την Μικρά Ασία, από την Ήπειρο και την Πελοπόννησο….»
«Μετά από δύο χρόνια, βρήκα ένα άλλο νέο παιδί, περίπου δεκατεσσάρων ετών. Έπαιζε λαγούτο και ξεκινήσαμε να παίζουμε μαζί. Μετά από πρόβες ενός μήνα μου είπε "ας ξεκινήσουμε να παίζουμε σε ταβέρνες". Έτσι αρχίσαμε να παίζουμε σε ταβέρνες κάθε βράδυ και ο κόσμος ερχόταν, χόρευε και μας πετούσε χρήματα. Οι μαγαζάτορες μας έλεγαν "ελάτε να παίξετε και σε εμάς" γιατί διασκεδάζαμε τον κόσμο που έπινε και χόρευε και έκανε καλύτερο τζίρο.
Όταν ήμουν εννέα ετών μπορούσα να παίξω και άλλα είδη ελληνικών χορών όπως τσάμικα, καλαματιανά, όπως και χορούς της Σμύρνης. Ένα βράδυ ήρθε κάποιος και είπε ότι ετοιμαζόταν να παντρευτεί σε τέσσερις εβδομάδες και αν μπορούσαμε να παίξουμε εμείς στον γάμο. Δέχθηκα και αυτός μετά πήγε να το πει και του πατέρα μου, τον οποίο και γνώριζε καλά. Ο πατέρας μου είπε τότε "ακόμα είναι παιδιά, δεν θα μπορέσουν να αντέξουν τόσες μέρες. Αν θες θα έρθω να σου παίξω εγώ και θα σου φέρω τα παιδιά να σου παίξουν λίγο". Τότε αυτός απάντησε ότι ήθελε μόνο εμάς.
Μετά από τέσσερις εβδομάδες ήρθε και μας πήρε και μας πήγε σε ένα χωριό, τους Λάκκους και εκεί παίξαμε για τρείς ημέρες και όλοι μας έδωσαν και χρήματα, περίπου 3.500 δραχμές, πολλά λεφτά για τότε.
Εκείνη την εποχή ένας δάσκαλος έπαιρνε μόλις 600 δραχμές το μήνα!
Αυτή ήταν λοιπόν η πρώτη φορά που έπαιξα σε γάμο. Μετά από αυτό ξεκίνησα να παίζω σε πανηγύρια, σε γάμους, σε βαπτίσεις και σε χοροεσπερίδες. Έτσι, άφησα το σχολείο και σταμάτησα και από τις ταβέρνες γιατί δεν είχα πλέον χρόνο. Με περίμενε πολύ δουλειά….»
«…Το 1938 η οικογένεια μου ήρθε στην Αθήνα και εγώ ξεκίνησα να παίζω και μπουζούκι στον Πειραιά. Έπαιζα ρεμπέτικα μαζί με άλλους ρεμπέτες, όπως ο Καλδάρας και ο Πετσάλης. Επίσης έπαιζα βιολί για το ραδιόφωνο των Αθηνών μια φορά την εβδομάδα και έπαιρνα 1.000 δραχμές κάθε φορά. Τότε ήμουν ο μοναδικός κρητικός μουσικός που έπαιζε κάθε εβδομάδα για το ραδιόφωνο. Κάποιες φορές ο Κουτσουρέλης με τον Μαύρο ερχόντουσαν επίσης και έπαιζαν στο ραδιόφωνο. Μέχρι εκείνη την στιγμή το βιολί ήταν το κύριο όργανο της κρητικής μουσικής….»
«….Ήμουν στην Αθήνα την περίοδο του πολέμου και κατόπιν κατέβηκα ξανά στην Κρήτη. Το 1945 κατατάχθηκα στο πολεμικό ναυτικό και έπαιζα πάντα με την ναυτική στολή. Από εκεί μου έμεινε το παρατσούκλι "Ναύτης". Στα Χανιά έπαιζα και μπουζούκι και έφτιαξα ένα συγκρότημα, το πρώτο το οποίο έπαιζε ρεμπέτικα και ταμπαχανιώτικα. Ο Σαρημανώλης και άλλοι Μικρασιάτες μουσικοί έπαιζαν μαζί μου. Παίζαμε κάθε βράδυ στου Μπολλάρη. Ο μαγαζάτορας θυμάμαι μας έδινε 50 δραχμές κάθε βράδυ.
Τότε άνοιξε ένας ραδιοφωνικός σταθμός στα Χανιά και ο ιδιοκτήτης με προσκάλεσε να παίξω βιολί και μπουζούκι. Ένα βράδυ, ένας παλιός φίλος ο οποίος έπαιζε σαντούρι ήρθε και μου είπε "Κώστα, έχω ένα γάμο και οι συμπέθεροι είναι από την Κωνσταντινούπολη και κανείς μουσικός εδώ δεν ξέρει να παίζει Πολίτικα τραγούδια. Έλα να παίξεις βιολί μαζί μου". Έπαιξα πολλές ώρες εκεί, μου άρεσε και κατόπιν στο ραδιόφωνο που έπαιξα αποφάσισα να παίζω μόνο σε γάμους. Έδωσα λοιπόν την διεύθυνση μου και μετά από μερικές μέρες δέχθηκα πολλές προτάσεις για γάμους. Και έτσι, με το βιολί μου και μόνο έπαιζα σε δύο τρείς γάμους την εβδομάδα. Και σταμάτησα να παίζω μπουζούκι. Αυτό ήταν μέχρι το 1949»
«Το 1949 ξαναπήγα στην Αθήνα, η οικογένεια μου βλέπεις δεν ήθελε την γυναίκα μου για νύφη. Ξεκίνησα να παίζω βιολί στην ραδιοφωνία Αθηνών και τα βράδια έπαιζα στην ταβέρνα «Τα Χανιά». Παράλληλα εργαζόμουν και ως οδηγός λεωφορείων. Έμεινα στην Αθήνα μέχρι το 1953, όπου και ξαναγύρισα στα Χανιά, αποκτώντας το πρώτο μου παιδί.
Το 1955 ο Σίμων Καράς, ο οποίος υποτίθεται ότι πρόσεχε την παραδοσιακή μας μουσική, διέταξε να απαγορευτεί η προβολή του βιολιού ως όργανο της κρητικής μουσικής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτή η απαγόρευση ισχύει ακόμα. Τότε δεν προβάλλονταν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πολλοί ονομαστοί λυράδηδες, πλην ελαχίστων, από τότε και μετά όλοι ξεκίνησαν να παίζουν λύρα…»
«…Το 1959 έφυγα και πήγα στην Αμερική, στο Σικάγο αρχικά και το ξεκίνημα εκεί ήταν πολύ δύσκολο για εμένα. Οπωσδήποτε κανείς δεν με ήξερε εκεί σαν μουσικό. Όταν ζήτησα δουλειά σε ελληνικά εστιατόρια και τους έλεγα ότι παίζω βιολί, μου απαντούσαν ότι δεν με χρειάζονται. Με ρώτησαν αν έπαιζα κιθάρα, κρουστά, κλαρίνο ή μπουζούκι. Όμως είχα σταματήσει να παίζω μπουζούκι. Έπρεπε να ζήσω όμως με κάποιο άλλο τρόπο. Και ξεκίνησα σαν χρωματιστής, εργαζόμουν ακόμα και στους ουρανοξύστες. Για κάθε καλή και δύσκολη δουλειά έπαιρνα 12.000 δολάρια και έτσι μπόρεσα να αγοράσω ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο και… ένα μπουζούκι! Μετά μάλιστα από λίγους μήνες τα δάχτυλα μου προσαρμόστηκαν ξανά στο μπουζούκι και ξεκίνησα να παίζω ξανά με ένα συγκρότημα και μετά από πολλές πρόβες ήμασταν έτοιμοι να παίξουμε σε γάμους και βαπτίσεις. Παίξαμε σε όλη την χώρα των Η.Π.Α.
Αργότερα χώρισα με την γυναίκα μου και πήγα στην Νέα Υόρκη όπου και έμεινα στην Αστόρια. Εκεί άνοιξα σούπερ μάρκετ και βρήκα ένα άλλο συγκρότημα και άρχισα πάλι να παίζω μπουζούκι και βιολί. Εργαζόμασταν κυρίως σε γαμήλια γλέντια Ελλήνων που κατάγονταν από όλα τα μέρη της Ελλάδας και παίζαμε τσάμικα, καλαματιανά, ρεμπέτικα και βέβαια κρητικά….»
«..Τέλος, άφησα την Νέα Υόρκη και επέστρεψα στην Κρήτη, όπου και ξαναπαντρεύτηκα το 1975. Έμεινα εδώ λοιπόν και έπαιζα βιολί μαζί με τον λαγουτιέρη Στέλιο Λαϊνάκη, όπου και την περίοδο '81 – '86 επεκτάθηκα μέχρι και την Αυστραλία με την οικογένεια μου. Όλη την περίοδο επίσης διεξήγαγα έναν αγώνα υπεράσπισης του βιολιού από τα χρόνια που απαγορεύτηκε.
Όταν ήμουν μικρό παιδί και μάθαινα να παίζω βιολί, ζητούσα από τους παλαιότερους μουσικούς να μου δείξουν τις διαφορές των χορών μεταξύ τους, καθώς και τα γνήσια κρητικά τραγούδια με τις αυθεντικές τους ονομασίες. Και όλα αυτά που μάθαινα, τα κρατούσα σημειωμένα…..».
 
Για τον Ναύτη έχουμε αναφερθεί και στην ανάρτηση 37, σε ντουέτο αυτή τη φορά με την Φρειδερίκη Μπικάκη (βλέπε ανάρτηση 40), σε δυο πολύ όμορφους σκοπούς. 
Ταλαιπωρημένο το δισκάκι, αλλά αξίζει να ακουστεί γιατί η τιμή του για τους ¨κόρακες¨ είναι στα ύψη. Χαζεύοντας λοιπόν στα πάτρια εδάφη, τον ήλιο να χάνεται στον κόλπο της Κισσάμου, το βιολί και το λαούτο να ακούγονται και τη φουρτουνιασμένη θάλασσα να τα σβήνει όλα, οι σκοποί του Ναύτη (αυτού του δίσκου) ταιριάζουν απόλυτα.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)