Κυριακή 23 Μαΐου 2021

72. HIS MASTER'S VOICE A.O. 5238 ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ 1955

 Κουτσουρέλης Γιώργος- Τζιμάκης Γιώργος (Τσαγκαράκης-Τζαγκαράκης)- Μουντάκης Κώτσας (Μουντόκωστας) HIS MASTER'S VOICE A.O. 5238 Συρτός της θάλασσας - Συρτός νέος Καστελλιανός 1955- 78rpm- 10''

Αγαπημένος Γιώργης Κουτσουρέλης στο λαούτο (σύνθεση και στίχους) σε αυτή τη πλάκα γραμμοφώνου. Βιογραφικά στοιχεία σε παλιότερες αναρτήσεις (2, 41). Στο ¨Συρτό της θάλασσας¨ με τον Τζιμάκη Γιώργο για τον οποίο βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε παρακάτω.
Ο Γιώργος Τζαγκαράκης (Τζιμάκης) γεννήθηκε στο Ρέθεμνος το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρείς αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.
Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του. Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ’ αυτή την ηλικία, «με κοντά παντελονάκια» όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά). Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδέυσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.
Κάποια στιγμή θα λάβει μέρος και σε ηχογράφηση 78′ στροφών του Καλογερίδη παίζοντας Κιθάρα. Ταυτόχρονα θα καταπιαστεί και με την λύρα και δεν θα αργήσει να γίνει ένας από τους πιο γνωστούς και καταξιωμένους λυράρηδες της εποχής του. Στα τέλη της δεκαετίας του 30′ θα γνωριστεί και θα συνεργαστεί με τους πιο σημαντικούς εκπρόσωπους της Κρητικής μουσικής εκείνης της περιόδου.
Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπτης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. O πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.
 
Στο ¨Νέο συρτό Καστελλιανό¨ έχουμε Κουτσουρέλη Γιώργο στο λαούτο και την τρίτη εμφάνιση στη δισκογραφία του Κώστα Μουντάκη στη λύρα και το τραγούδι.
Ο Μουντόκωστας είχε ξεκινήσει δισκογραφικά, με τον αδερφό του Γιώργου, Στέλιο Κουτσουρέλη στην His Master Voice. Στη δεύτερη εμφάνιση του στη δισκογραφία τον συναντάμε στην Columbia και στην τρίτη (σημερινή ανάρτηση) πάλι στην His Master Voice. Παρακάτω ακολουθεί απόσπασμα από το πρόσφατο βιβλίο του Μάνου Μουντάκη (γιος του Κώστα Μουντάκη) ¨Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη¨ το οποίο μας δίνει φοβερά βιογραφικά στοιχεία για την ζωή του μεγάλου λυράρη και τις δυσκολίες της εποχής.
«Ο Στέλιος Κουτσουρέλης αναγνωρίζοντας το ταλέντο του Μουντάκη και τον ιδιαίτερο ήχο του παιξίματος του, τον καλεί για να παίξει λύρα στον επόμενο του δίσκο -78 στροφών- στο τραγούδι με τίτλο ¨Συρτός εννιαχωριανός¨, στις 24 Οκτωβρίου 1953. Μεγάλη επιτυχία, αλλά και πρώτη συμμετοχή του Μουντόκωστα στην κρητική δισκογραφία (αργότερα θα αναρτήσω και τον εν λόγο δίσκο)».
Αυτός ο ιδιαίτερος ήχος που βγαίνει από το (καθαρό) παίξιμο της λύρας του Μουντόκωστα μας έκανε να τον αγαπήσουμε. Σε κουβέντα που είχα, παλιότερα με φίλο που έπαιζε μπουζούκι επαγγελματικά, σε διαφωνία μας για το γρήγορο παίξιμο νέων που ήθελαν να μοιάσουν στον Χιώτη, μου είχε πει ότι ο καλός οργανοπαίχτης (καθαρός και τίμιος) ακούγεται στο αργό παίξιμο. Εκεί που καταλαβαίνεις κάθε πάτημα της νότας. Ψιλά γράμματα για μένα, γιατί από μουσική παιδεία έχω μεσάνυχτα. Το θέμα είναι όμως, ότι με τον Μουντάκη, αυτή την καθαρότητα στο παίξιμο την ακούς τόσο σε αργούς όσο και σε γρήγορους σκοπούς (όπως ακριβώς και στον Χιώτη).

(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα-ζευγάρι που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 





Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

71. MINOS 5285 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ 1971

Μανιάς Νίκος (Αηδόνι της Κρήτης )- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης) MINOS 5285 Δώρο Χριστουγεννιάτικο - Μοίρα μου ανε σου χρωστώ 1971- 45rpm- 7''

Ο Νίκος Μανιάς γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1931. Από πολυμελή αγροτική οικογένεια, στερνοπαίδι του Γιώργη και της Αργυρένιας Μανιαδάκη, ο Νίκος Μανιάς έζησε φτωχικά και δύσκολα παιδικά χρόνια. Οι αντίξοες συνθήκες της εποχής του στέρησαν τα δύο από τα έξι αδέρφια του, αλλά και τον πατέρα του το 1944. Η σχολική μόρφωσή του σταμάτησε στην ηλικία των 8 ετών, με το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως συνέβη και σε πολλούς συνομηλίκους του. Τα χρόνια της γερμανικής κατοχής τα πέρασε στον κάμπο του χωριού του, συνδράμοντας με τη βοσκική το βιοπορισμό του σπιτιού του, όταν δεν υποχρεούταν από τους κατακτητές σε καταναγκαστική εργασία, «προνόμιο» των νεώτερων μελών των ντόπιων οικογενειών. Το κλίμα της περιόδου εκείνης βαρύ και μουντό, όμως ο κόσμος ζεστός και πρόθυμος, οι διαπροσωπικές σχέσεις ουσιαστικές κι άμεσες, απόρροια της ανάγκης των ανθρώπων να αισθάνονται ασφαλείς, προκειμένου να καταφέρουν να επιβιώσουν. «Με μεγαλώσανε πολλές μανάδες» έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Νίκος Μανιάς αναφερόμενος στην αλληλεγγύη των γυναικών του χωριού στην ανατροφή των παιδιών. Ανεξίτηλες ήταν πάντοτε μνήμες από γειτονιές λιτές και φτωχικές, αλλά πλούσιες σε χρώματα, μυρωδιές και ήχους, που λες και ανυπομονούσαν μετά τον κάματο της μέρας να έρθει η ώρα της βεγγέρας. Μικρές, αλλά πολύβουες παρέες γύρω από τις παρασιές το χειμώνα, στα στενά ή στις αυλές το καλοκαίρι, για να αποσπερίσουν και να τραγουδήσουν τους καημούς και τις πίκρες τους, πολύ συχνά με την συνοδεία μαντολίνου, ξεφεύγοντας από τα προβλήματα της σκληρής καθημερινότητας.
Το μαντολίνο, το οποίο κυριαρχούσε στα περίχωρα του Ρεθύμνου πριν ο Σταύρος Ψυλλάκης ή Ψύλλος πρωτοεμφανίσει το λαούτο στην περιοχή στα πρόθυρα της Κατοχής, ήταν τόσο η συντροφιά όσο και το μέσο έκφρασης του πατέρα του μικρού Μανιά, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να διασκεδάζει με αυτό φίλους και συγχωριανούς. Ο ήχος εκείνου του μαντολίνου και οι μαντινάδες της εποχής στις βεγγέρες υπήρξαν τα πρώτα μουσικά ακούσματα του Νίκου Μανιά, ήδη από το περιβάλλον του σπιτιού του. Ακούσματα που στην πορεία διευρύνθηκαν, στα γλέντια και πανηγύρια του χωριού, όπου συμμετείχαν τοπικοί καλλιτέχνες, δεξιοτέχνες της εποχής, όπως ο περίφημος Ψύλλος. Η λαχτάρα του για ενεργή συμμετοχή σε μουσικές παρέες και η καληκέλαδη φωνή του έγιναν γρήγορα αντιληπτές από συγγενείς και συγχωριανούς. Ο αδερφός του πατέρα του, μετανάστης στην Αμερική, σε ένα ταξίδι του στη Κρήτη μετά το τέλος του πολέμου, του δώρισε μια λύρα, το δημοφιλέστερο όργανο στην ευρύτερη περιοχή του Ρεθύμνου. «Η λύρα δεν ταίριαζε στα χέρια μου» ήταν αυτό που σύντομα ανακάλυψε και ζήτησε από τον μεγάλο αδερφό του Γιάννη να του πάρει ένα λαούτο. Εκείνος, μολονότι δεν συμφωνούσε ιδιαίτερα με την επιλογή του μικρού του αδερφού, του αγόρασε τελικά ένα λαούτο από τον γνωστό οργανοποιό Μ.Φραγκιαδάκη στα Χανιά, λαούτο που σώζεται ακόμα και που δεν άργησε, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, να αποδώσει καρπούς στα χέρια του 16χρονου τότε Νίκου Μανιά. Αυτό ήταν και το μουσικό όργανο που θα υπηρετούσε για τα επόμενα 60 χρόνια, με την πρώτη του ζωντανή εμφάνιση να πραγματοποιείται σε γάμο στο χωριό του το 1947 με λυράρη τον Κυριάκο Μαυράκη από τη Φυλακή Αποκορώνου.
Επόμενη καθοριστική ώθηση στην καριέρα του, καθώς ασχολούνταν πλέον επαγγελματικά με την μουσική, συνιστά η γνωριμία με τον Κώστα Μουντάκη σε πανηγύρι στον Κουρνά Αποκορώνου το 1953. «Θα έρθεις στο Ρέθυμνο να κάνουμε πρόβες για να γράψουμε δίσκο» του είπε ο Μουντάκης μετά το τέλος του πανηγυριού, έχοντας αμέσως διαπιστώσει τις ικανότητες του. Την ίδια χρονιά ολοκληρώνεται και η πρώτη δισκογραφική δουλειά με τον Μουντάκη με τίτλο: «Σαν το ζητιάνο έρχομαι», σε δίσκο 78’ στροφών. Αυτός ο δίσκος ήταν το εφαλτήριο μιας 26χρονης συνεργασίας που απέδωσε σπουδαίους σκοπούς και τραγούδια, μια νέα παρακαταθήκη που, λειτουργώντας ως σύνδεσμος με μνήμες από τη μουσική παράδοση του νησιού, έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης κρητικής μουσικής. Σύνδεσμος με θρυλικούς μουσικούς, ήδη προ του 1900, όπως οι Ρεθεμνιώτες γέρο-Πίσκοπος (Νικόλαος Πισκοπάκης) και Νικήστρατος (Νικήστρατος Αλεξανδράκης) και ο Χανιώτης Νικόλαος Κατσούλης ή Κουφιανός κι αργότερα με ένα ολόκληρο πλήθος που συνθέτει το μωσαϊκό στο οποίο ανήκουν και οι λεγόμενοι «Πρωτομάστορες» της κρητικής μουσικής, εκείνοι δηλαδή που είχαν τη δυνατότητα να ηχογραφήσουν τραγούδια και σκοπούς από το 1920 έως περίπου το 1955. Μεταξύ αυτών, οι Ρεθεμνιώτες λυράρηδες Ροδινός, Καραβίτης, Λαγουδάκης ή Λαγός, Καλογρίδης, Καρεκλάς, Πασπαράκης ή Στραβός, Παπαδογιάννης, Καντέρης ή Καντερογιώργης αλλά και ο αποκορωνιώτης Πιπεράκης ή Χαρίλαος, οι λαουτιέρηδες  Ψυλλάκης ή Ψύλλος, Μπερνιδάκης ή Μπαξεβάνης και Κουρκουλός από το Ρέθυμνο, Μαυροδημητράκης και Κουτσουρέλης από την Κίσσαμο, ο Ρεθεμνιώτης Φουσταλιεράκης ή Φουσταλιέρης στο μπουλγαρί, οι βιολάτορες Χάρχαλης, Μαρινάκης ή Μαριανός, Σαριδάκης ή Μαύρος, Παπαδάκης ή Ναύτης από την Κίσσαμο, Δερμιτζάκης ή Δερμιτζογιάννης και Καλογερίδης από τη Σητεία. Οι λυράρηδες Θανάσης Σκορδαλός και ο Κωστής Μουντάκης αποτελούν τη γέφυρα των Πρωτομαστόρων με τις επόμενες γενιές της κρητικής μουσικής δισκογραφίας.
Πολύ αργότερα, αφού ο σπουδαίος συνεργάτης του είχε φύγει από τη ζωή, ο Νίκος Μανιάς θα δηλώσει από καρδιάς σε συνέντευξή του: «Ο Μουντάκης ήταν άρτιος καλλιτέχνης, γεννημένος γι’ αυτό. Ήταν λόγιος της κρητικής μουσικής με αρετές στην σύνθεση, το παίξιμο και το τραγούδι μοναδικές. Ήταν μεγάλη απώλεια ο χαμός του». Το 1958, Κώστας Μουντάκης και Νίκος Μανιάς ξεκίνησαν πολύμηνη περιοδεία στην Αμερική, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Είχαν έτσι την τύχη να γίνουν αποδέκτες της λαχτάρας των απόδημων Κρητών για την μουσική του τόπου τους, αλλά και να βιώσουν την απαράμιλλη φιλοξενία τους και τον μοναδικό, γνήσιο και αυθεντικό τρόπο διασκέδασής τους. «Έχω μείνει σε σπίτι κουμπάρου μου πάνω από δύο μήνες…. Και μάλιστα του κουβαλούσα και παρέα. Κάναμε μερόνυχτα να κοιμηθούμε…. Από χοροεσπερίδα σε χοροεσπερίδα και από σπίτι σε σπίτι…. Ανεξίτηλες αναμνήσεις όπου κι αν ταξίδεψα», αναπολεί ο Επισκοπιανός καλλιτέχνης. Ακολούθησαν την δεκαετία του ΄60 άλλα τρία ταξίδια στην Αμερική με το Μουντάκη, με την ίδια πάντα επιτυχία. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο Νίκος Μανιάς είχε εμφανιστεί σχεδόν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης μαζί, μεταξύ άλλων, με το Νίκο Σωπασή, το Λεωνίδα Κλάδο, το Νίκο Ξυλούρη, τον Βασίλη Σκουλά, διασκεδάζοντας με την φωνή και το λαούτο του τους απανταχού Κρητικούς και όχι μόνο, αφού το ρεπερτόριο της εποχής επέβαλε και τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά» μοτίβα (πχ βαλς, τάνγκο), με τα οποία μπορούσε να διασκεδάσει το σύνολο της ελληνικής Διασποράς. Είχε επισκεφτεί την Αμερική, τον Καναδά, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αυστρία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Αυστραλία, την Κίνα κ.α., δημιουργώντας τον δικό του κύκλο ένθερμων και αφοσιωμένων θαυμαστών. Σε ορισμένα ταξίδια συνόδεψε τον «Όμιλο Βρακοφόρων Κρήτης» σε διεθνή μουσικοχορευτικά φεστιβάλ, κατακτώντας συχνά την πρώτη θέση, ενώ δεν ξέχασε ποτέ το ταξίδι του στην Χαβάη όπου και του ζητήθηκε να διδάξει την τέχνη του λαούτου, τις λίγες μέρες της παραμονής του, στα εκεί ελληνόπουλα.
Ο Νικός Μανιάς, εκτός της μακρόχρονης συνεργασίας του με τον Κώστα Μουντάκη, αποτέλεσε μοναδικό δίδυμο, ιδίως σε ζωντανές εμφανίσεις, με τον επίσης μεγάλο λυράρη Θανάση Σκορδαλό (διάσημο για την τεχνική του, τη ρυθμικότητα και την απόλυτη απλότητα στην έκφρασή του) με σημαντικές στιγμές και δισκογραφικά («περνάς και δεν με χαιρετάς», «πότε θα κάμει ξαστεριά», «πέρδικα όμορφο πουλί» κ.α.). Συνυπήρξε δε μουσικά με όλους τους μουσικούς της γενιάς του, αλλά και αργότερα με νεότερους καλλιτέχνες, δίνοντας τους απλόχερα την ευκαιρία να αναδείξουν το ταλέντο τους. Ενδεικτικά σημειώνονται οι συνεργασίες του με τους καταξιωμένους λυράρηδες Λεωνίδα Κλάδο, Νίκο Ξυλούρη, Σπύρο Σηφογιωργάκη, Γιώργη Καλομοίρη, Γεράσιμο Σταματογιαννάκη, Γιώργη Καλογρίδη, με τον σύντεκνό του Νίκο Σωπασή, με τον Βασίλη Σκουλά, με τον Βαγγέλη Ζαχαριουδάκη αλλά και με τους νεότερους Γιώργο Χαλκιαδάκη, Μανώλη Αλεξάκη, Στέλιο Μπικάκη, Κώστα Βερδινάκη. Συνεργάστηκε και με γνωστούς λαουτιέρηδες, όπως τους Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, τον συγχωριανό και κουμπάρο του Μανώλη Κακλή, αλλά και με τους νεότερους Μιχάλη Τσουγανάκη, Στέλιο Σταματογιαννάκη, Γιώργο Μανωλιούδη, Μανόλη Βερδινάκη, Μανόλη Κονταρό και πολλούς άλλους. «Όσο κι αν διαφωνώ με τις επιλογές των νεότερων καταλαβαίνω ότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες αλλά και ο τρόπος διασκέδασης. Τα γλέντια έχουν αλλάξει….. παλιά οι γάμοι είχαν 150-200 άτομα, ενώ σήμερα έχουν 1000-2000. Τότε ο κόσμος γλεντούσε διαφορετικά. Τραγουδούσαμε χωρίς μικρόφωνα, ένα λαούτο και μία λύρα, και νομίζω ακουγόμασταν καλύτερα» είχε αναφέρει με νοσταλγία, δίνοντας το στίγμα της παράδοσης που εκπροσωπούσε. Μιας παράδοσης με αυθεντική λεβεντιά και αγνούς μερακλήδες της οποίας υπήρξε γνήσιος εκφραστής.
Έχει χαρακτηριστεί «αηδόνι της Κρήτης» και «άρχοντας της κρητικής μουσικής», τίτλοι που δικαιωματικά κέρδισε με το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, το σεβασμό απέναντι στο κοινό και τους συναδέλφους του, το πάθος του για το λαούτο, τη φυσική γοητεία του, αλλά και με το μοναδικό ηχόχρωμα και την εκφραστικότητα της φωνής του. Υπήρξε ίσως ο μόνος που μπορούσε να ερμηνεύσει τόσο άρτια μουσικολογικά τα γνωστά ταμπαχανιώτικα ή αμανέδες, αλλιώς τα αστικά ή χωραΐτικα κρητικά τραγούδια. Σταθμός για την ιστορία της κρητικής μουσικής παραμένει η δισκογραφική δουλειά που τιτλοφορείται «Κρητική Λεβεντιά» (1974) και σηματοδότησε την έναρξη της δισκογραφικής συνεργασίας του με το σπουδαίο δημιουργό Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη από το Σπήλι Ρεθύμνου, συνεργασία που απέδωσε διαχρονικές επιτυχίες αστικής μουσικής με την ερμηνεία του Νίκου Μανιά, είτε διασκευές παραδοσιακών ταμπαχανιώτικων (πχ «αμέτε με εις την εκκλησιά») ή πρωτότυπες δημιουργίες σε αυτό το ύφος (πχ «πες μου και γιάντα»). Παράλληλα, το «αηδόνι της Κρήτης» θεωρείται από τους πλέον δοκιμασμένους και έμπειρους καλλιτέχνες στην απόδοση των ριζίτικων τραγουδιών με δύναμη, χάρη και ακρίβεια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Νίκος Μανιάς πραγματοποιούσε μόνον επιλεκτικές δημόσιες καλλιτεχνικές εμφανίσεις, απολαμβάνοντας στον αγαπημένο του «κάμπο της Επισκοπής» τη συντροφιά της συζύγου του Δήμητρας, των παιδιών και εγγονιών του, αλλά και των πολύτιμων φίλων που απέκτησε σε μια δημιουργική επαγγελματική πορεία. Αποτελούσε έναν σημαντικό φορέα πολιτισμού, ενώνοντας το παλιό με το νέο, και παραμένοντας πάντα πιστός στους ήχους εκείνου του γάμου του ΄47 στο χωριό του. Τότε που του δόθηκε πρώτη φορά η δυνατότητα να ζωγραφίσει με νότες αυτό που αισθανόταν και που σηματοδότησε την αρχή ενός συναρπαστικού ταξιδιού ζωής. Το ταξίδι ζωής αυτό διακόπηκε στις 25 Μαΐου 2012. Φεύγοντας στην ηλικία των 81 ετών, ο «αρχοντας της κρητικής μουσικής» έκλεισε τον κύκλο της ζωής του ευτυχισμένος.
Τόσο για τον Μανιά όσο και για τον Μαρκοβαγγέλη έχουμε αναφερθεί και σε προηγούμενες αναρτήσεις (4, 9, 10, 19, 32, 68). Στον Μανιά χρωστούσα βιογραφικά στοιχεία στο blog και όχι ενσωματωμένα στις πληροφορίες.
Μετά από παρότρυνση αρκετών φίλων του blog, ξεκινάω το σκανάρισμα των ετικετών (δεν συγκρίνετε βέβαια με την δουλειά που κάνει ο Ιδομενέας), αλλά θα κρατήσω τα κύματα (αν και όχι Ρεθεμνιανά) για background. (Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής).  
Πληροφορίες θα βρείτε στις προηγούμενες αναρτήσεις. Φωτογραφίες και το ηχητικό…(εδώ)
 






Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

70. HIS MASTER'S VOICE 7PG 2949 ΠΑΠΑΣΙΔΕΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΣΤΑΜΕΛΟΣ ΑΠΌΣΤΟΛΟΣ 1961

Παπασιδέρης Γιώργος (Παπαϊσιδώρου-Κουλουριώτης)- Σταμέλος (Λούτζας) Απόστολος HIS MASTER'S VOICE 7PG 2949 Μαρία Πενταγιώτισσα (Τσάμικο)- Τι καπετάνιος είσαι εσύ (Τραπεζιού) 1961(Ηχογράφηση 1952)- 45rpm- 7''

Ο Γιώργος Παπαϊσιδώρου ή Παπασιδέρης γεννήθηκε στη Σαλαμίνα στις 14 Σεπτεμβρίου του 1902 όπου πέρασε όλη του τη ζωή  και απεβίωσε τον Οκτώβρη του 1977. Υπήρξε φημισμένος δημοτικός τραγουδιστής από τους κορυφαίους της γενιάς του. Από το 1928 έως το 1977 ηχογράφησε τουλάχιστον  1850 τραγούδια.
Ήταν το πέμπτο από τα εννέα παιδιά της οικογένειας του Χρήστου Παπαϊσιδώρου και της Αικατερίνης θυγ. Παναγιώτη Μπούνταλη. Τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια απασχολήθηκε σε βαριές εργασίες όπως: αγρότης, ναύτης σε εμπορικά καΐκια και καραγωγέας, έως ότου δόθηκε εξ’ ολοκλήρου στο τραγούδι. Το 1928 ο συνεργάτης της «Columbia» Λαμπρούλιας συναντήθηκε με τον Παπασιδέρη, ύστερα από μεσολάβηση του Σαλαμίνιου λαουτιέρη Σιδέρη Ανδριανού, επαγγελματία μουσικού από οικογένεια μουσικών, που ήταν κουμπάρος του Λαμπρούλια και φίλος αγαπητός του Παπασίδερη. Έκατσαν ώρες μαζί, συζήτησαν, τραγούδησαν. Ο έμπειρος Λαμπρούλιας ενθουσιάστηκε και του πρότεινε να συνεργαστεί με την «Columbia». Έτσι κι έγινε. Ο Γιώργος Παπασιδέρης βρέθηκε να ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι σε ηλικία 26 ετών, το 1928. Αφού έγινε η ηχογράφηση η «μήτρα» μεταφέρθηκε στην Αγγλία, όπου έγινε η αναπαραγωγή σε δίσκους 78 στροφών, οι οποίοι ήλθαν στην Ελλάδα μετά από έξι μήνες, το 1929,οπότε κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος. Το τραγούδι αυτό ήταν αμανές και οι στίχοι του ήταν:
«Έχω πολλά παράπονα
στο στήθος μου γραμμένα
πότε θα΄ ρθεί αυτή η στιγμή
να στα πω ένα – ένα.»
Είναι σαφές ότι η γειτνίαση της Σαλαμίνας με τον Πειραιά και οι καλλιτεχνικές επιρροές της μικρασιατικής μουσικής την εποχή εκείνη δε θα μπορούσαν να κρατήσουν το Γιώργο Παπασιδέρη μακριά από το ρεμπέτικο τραγούδι και τους αμανέδες.
Από τότε μέχρι το 1972 τραγούδησε αδιάκοπα δεκάδες τραγούδια σε δίσκους. Στην αρχή ηχογράφησε ορισμένους αμανέδες, είδος τραγουδιού που όπως ξέρουμε απαιτεί  τεράστιες φωνητικές δυνατότητες. Επίσης, τραγούδησε και ρεμπέτικα τραγούδια των Μάθεση, Τούντα, Περιστέρη, Σκαρβέλη, Μπαρούση, Ψυριώτη. Επειδή το επέτρεπαν οι φωνητικές του δυνατότητες αλλά και η παροιμιώδης αντοχή του , ηχογραφούσε πολλά τραγούδια σε μια μέρα. Έτσι κάποια φορά παρουσία του αδελφού του Δημήτρη ηχογράφησε σε μια μέρα τριάντα τραγούδια παίρνοντας το μυθικό, για την εποχή αυτή, μεροκάματο των τριάντα χιλιάδων δραχμών.
Το 1931 παντρεύτηκε την Αφροδίτη (Βίτα) θυατέρα του Ισιδώρου Τσεβά. Το 1932 απέκτησαν το μοναδικό τους παιδί, τον αγαπητό στη Σαλαμίνα γιατρό Χρήστο Παπαϊσιδώρου που απεβίωσε το 1992. Το Νοέμβρη του 1940 ο Γιώργος Παπασίδερης, συμβάλλει κι αυτός στην εμψύχωση του Ελληνικού στρατού, που πολεμούσε στην Αλβανία γράφοντας τα τραγούδια: «Μες της Κλεισούρας τα βουνά» και «Μέρα και νύχτα με το ντουφέκι». Κατά τη διάρκεια της Κατοχής τραγουδούσε κι άλλα, όπως τα: «Με δόξα να γυρίσετε», «Να’ μουν πουλί να πέταγα ψηλά στην Αλβανία», «Και σεις βουνά της Κορυτσάς». Για τα τραγούδια αυτά τον κατάτρεχαν οι Ιταλοί. Αυτά τα ηχογράφησε σε δίσκους αργότερα, το 1947. Κάποια στιγμή συναντήθηκε με τη Σοφία Βέμπο και συζήτησαν για τη φυγή τους στην Αίγυπτο. Η Βέμπο έφυγε, ο Παπασιδέρης έμεινε. Οι Ιταλοί τον είχαν στο μάτι, ένα βράδυ τον ξυλοκόπησαν άγρια. Αυτή την περίοδο τραγουδούσε στο κέντρο «Έλατος» στην Ομόνοια.
Στη διάρκεια της καριέρας του, βρέθηκε σε κάθε γωνιά της Ελλάδας ενώ αδιάκοπα βρισκόταν στα μεγάλα πανηγύρια της Αττικής, της Θήβας και της Εύβοιας μέρη για τα οποία λειτουργούσε πολύ θετικά η κοινή αρβανίτικη καταγωγή. Το 1972 πήγε στο Σικάγο της Αμερικής για ένα μήνα. Έχει ηχογραφήσει δεκάδες τραγούδια. Απ’ αυτά τα μισά περίπου είναι δικά του (στίχοι) και τα άλλα μισά παλιά δημοτικά τραγούδια (στίχοι και μουσική) που άλλα τραγούδησε όπως ήταν και άλλα συμπλήρωσε με στίχους του γιατί ήταν ξεκομμένα δίστιχα. Έχει γράψει επίσης στίχους για τραγούδια που έχουν ερμηνεύσει άλλοι τραγουδιστές.
Ο Παπασιδέρης διέσωσε δεκάδες παλιά δημοτικά από βέβαιο θάνατο και τα αναπαρήγαγε δίνοντάς τους «ζωήν αιώνιoν». Σε κάθε χωριό που πήγαινε και ιδιαίτερα στ’ απομακρυσμένα, επειδή δεν υπήρχαν ξενοδοχεία για να μείνει, συνήθως τον φιλοξενούσαν άνθρωποι του τόπου που είχαν τη δυνατότητα. Τις ώρες της ανάπαυλας συζητούσε με τους ντόπιους και κατέγραφε παλιά τραγούδια ολόκληρα ή ελλιπή τα οποία ηχογραφούσε και διέσωζε. Στις περιοχές που πήγαινε να τραγουδήσει πολλές φορές έπρεπε να μείνει μέρες για τις εκεί γιορτές, γάμους κ.λ.π.. Χαρακτηριστικό της αντοχής  του είναι ότι πολλές φορές μετά από τριήμερα γλέντια, με ελάχιστη διακοπή 2-3 ωρών ανάμεσα στα 24ωρα,παράγγελνε άλλη ορχήστρα ξεκούραστη για να συνεχίσει άλλο τόσο «γλέντι», γιατί οι μουσικοί της πρώτης είχαν πάθει υπερκόπωση. Ένα άλλο έργο που μας πρόσφερε ο Γιώργος Παπασιδέρης είναι ότι μας έδωσε ταλέντα στη μουσική και το τραγούδι, που αλλιώς μπορεί να είχαν χαθεί. Στις περιοδείες που έκανε γνώριζε νέους μουσικούς και τραγουδιστές και σε όσους διέβλεπε ταλέντο τους έφερνε στην «Columbia» σαν συνεργάτες του, που ξεκινούσαν την καριέρα τους κάνοντας δίσκο μαζί του. Έτσι πολλοί απ’ αυτούς που βοήθησε ο Παπασιδέρης στα πρώτα τους βήματα είναι σήμερα αναγνωρισμένοι και μερικοί κορυφαίοι στο είδος τους. Αναφέρουμε τον Γιώργο Κόρο, τον Γιάννη Βασιλόπουλο, τη Σοφία Κολλητήρη και την Τασία Βέρρα.
Στην Σαλαμίνα ο Γιώργος Παπασιδέρης τραγουδούσε στα μεγάλα πανηγύρια της Παναγίας της Φανερωμένης, στα μαγαζιά του Παναγιώτη Σκαλίθρα και Σωτήρη Παπασωτηρίου (Πούφη),της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στο Αιάντειο (Μούλκι),στα μαγαζιά του Βασίλη Βασιλείου (Σπανού) και στου Χρήστου Γαβριήλ (Κολωνάκι).Της Αγίας Μαρίνας στην Κακή Βίγλα στο μαγαζί του Ντίνου Πούτου. Στο πανηγύρι της Φανερωμένης τραγούδησε ανελλιπώς επί 25 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με άριστους σολίστες, στο κλαρίνο με τους: Νίκο Καρακώστα, Κώστα Γιαούζο, Απόστολο Σταμέλο, Νίκο Ρέλλια, Γιώργο Ανεστόπουλο, Βασίλη Σαλέα τον παλιό, Χαράλαμπο Μαργέλη, Τάσο Χαλκιά, Βάϊο Μαλιάρα, Αντώνη Λαβίδα, Παναγιώτη Πέππα (από Θήβα), Παναγιώτη Κοκοντίνη, Γιάννη Βασιλόπουλο, Βασίλη Μπατζή, Πέτρο Καλύβα, Θανάση Σαλέα, Νίκο Ξηρό, Γιάννη Κυριακάτη, Θόδωρο Αγαπητό, Γιάννη Καραγιάννη, Κώστα Ανατσαλόπουλο, Γιώργο Καρακό. Στο βιολί με τους: Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιό), Γιάννη Δραγάτση (Ογδοντάκη), Γιώργο Κόρο, Αλέκο Αραπάκη, Ιάκωβο Ηλία, Ανέστη Αρβανιτόπουλο, Θεμιστοκλή Αγγελή, Δημήτρη Λαβίδα, Παναγιώτη Σαρίκα, Γιώργο Αραπάκη.
Η φωνή του έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου, γι’ αυτό και τραγουδούσε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Η τελευταία φορά που τραγούδησε ήταν στα Τρίκαλα της Κορινθίας, την ημέρα του Σταυρού (14-9) στο πανηγύρι. Μετά από 24 μέρες απεβίωσε, στις 8 Οκτωβρίου του 1977 από ανακοπή. Ο κορυφαίος του δημοτικού μας τραγουδιού άφησε την τελευταία του πνοή στο νησί που γεννήθηκε και έζησε αφήνοντας πίσω του έναν πραγματικό θησαυρό δημοτικής μουσικής.
 
 
«Ο Απόστολος Σταμέλος γεννήθηκε το 1901 στη Δόμβραινα της Θήβας. Σταμέλος ήταν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, Λούτζας το επίθετό του. Ο πατέρας του ήταν σιδηρουργός. Εννέα χρονών έπαιζε νταουλάκι και φλογέρα με γλωσσίδι (με στόμιο κλειστό). Δέκα χρονών έπιασε κλαρίνο και είκοσι βγήκε στα πανηγύρια. Έκανε μάθημα με το Νικήτα Κωτσόπουλο και τον Κώστα Καραγιάννη στη Λιβαδειά, με τον Αμέτη στο Βόλο. Δυο χρόνια έπαιξε με τον Γιάννη Κυριακάτη. Υπήρξε μεγάλος κλαρινίστας με χαρακτηριστικό γλυκό και απαλό παίξιμο. Έπαιξε κλαρίνο σε εκατοντάδες δίσκους, συνοδεύοντας αξιόλογους ερμηνευτές του καιρού του. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα «Να ήμουν στην Αράχωβα», με το Γιώργο Νάκο και «Συννέφιασε ο Παρνασσός» με το Γιώργο Παπασιδέρη. Έπαιξε για κάμποσα χρόνια και στην Αμερική. Πέθανε το 1980 σε ηλικία 79 ετών. Επίσης έχει συνεργαστεί και με: Αραπάκη Δημήτρη, Εσκενάζυ Ρόζα, Νάκο Γιώργο, Αμπατζή Ρίτα, Μπενέτο Δημήτρη, Σέμση Δημήτρη (Σαλονικιός), Βασιλοπούλου Γεωργία, Μοσχονά Οδυσσέα και άλλους πολλούς. Φυσικά συνεργάστηκε και με τον Παπασιδέρη σε αρκετά τραγούδια. Πολλά είναι και τα τραγούδια στα οποία παίζει σόλο κλαρίνο, με χαρακτηριστικό ήχο.»
Επανακυκλοφορία το σημερινό δισκάκι. Ημερομηνία ηχογράφησης 1952 (από τις καλές δεκαετίες για το δημοτικό τραγούδι). Στα Σάλωνα (Άμφισσα) σφάζονται παλικάρια, για την Μαρία από την Πενταγιού Φωκίδας και στο Χρυσό Φωκίδας θυσιάζονται τα έρμα τα ζωντανά. Από τα πολυτραγουδισμένα η Μαρία η Πενταγιώτισσα. Στο b-side (αν και στην Ελλάδα δεν συναντάμε τον όρο αυτό) το φοβερό ¨Τι Καπετάνιος είσαι εσύ¨, της τάβλας λένε στο χωριό μου, τραπεζιού (εξευγενισμένα) η His Master Voice.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)