Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

539. PARLOPHONE GDSP 2969 ΤΖΑΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΑΤΣΑΡΟΣ ΤΑΣΟΣ 1960

Τζάρας Δημήτρης (Τάκης)- Κατσαρός Τάσος PARLOPHONE GDSP 2969 Στα Σάλωνα - Πάνω σε ψηλή ραχούλα 1960- 45rpm- 7''
 
Ο Δημήτρης Τζάρας γεννήθηκε το 1928 στην Πρέβεζα. Γόνος δύο μεγάλων μουσικών οικογενειών, μιας και η μητέρα του προερχόταν από την οικογένεια Τζέμου, ο Δημήτρης Τζάρας, υιός του περίφημου κλαριντζή της Ηπείρου Νίκου Τζάρα, από μικρός γνώρισε τη βιοπάλη και αναπόφευκτα… τη μουσική. Συγκεκριμένα, την πλούσια δημοτική μουσική παράδοση της Πρέβεζας.
Από τα εφηβικά του χρόνια θα αρχίσει την επαγγελματική του δράση στην ευρύτερη περιοχή της δυτικής Ελλάδος με βασικό του όργανο το κλαρίνο. Η κάθοδος του στην Αθήνα θα τον φέρει κοντά στους ανθρώπους του λαϊκού τραγουδιού, με τους οποίους θα συνεργαστεί όχι μόνο ως οργανοπαίκτης αλλά και ως συνθέτης. Το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του ’50 θα τον πάρει μαζί του, όπως και πολλούς άλλους Έλληνες μουσικούς, στην Αμερική. Εκεί θα αρχίσει μια δεύτερη καριέρα, σε όλες τις πολιτείες με ισχυρό το στοιχείο της Ελληνικής ομογένειας. Θα κατασταλάξει στη Φλόριντα για αρκετές δεκαετίες μέχρι να επιστρέψει ξανά στην πόλη από όπου ξεκίνησε, την Πρέβεζα.
Στα χρόνια της πολύχρονης καριέρας του θα συνεργαστεί με τους Στέλιο Καζαντζίδη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Καίτη Γκρέυ, Μαρινέλλα, Τάκη Μπίνη, Γιώτα Λύδια, Στράτο Διονυσίου και πολλούς άλλους τραγουδιστές σε Ελλάδα και Η.Π.Α., ενώ θα ηχογραφήσει τραγούδια του στις εταιρείες Columbia, Odeon και Fidelity. Στην Αμερική θα γνωρίσει και θα συνεργαστεί με τους Ιορδάνη Τσομίδη, Γιάννη Τατασόπουλο και Σταύρο Τζουανάκο, όπου θα διαπρέψουν κατά τις δεκαετίες '60 και '70 ως συνθέτες και ως μπουζουξήδες.
Σε συνεντεύξεις που έχει παραχωρήσει αναφέρει:
«Στον Μάρκο Βαμβακάρη χρωστάω πολλά. Ήταν από τις πρώτες μου συνεργασίες, κιμπάρης, σοβαρός άνθρωπος. Τον συνάντησα πρώτη φορά λίγο μετά τον Πόλεμο του ’40. Ο Μάρκος τότε είχε έρθει στην Πρέβεζα, με άκουσε με το κλαρίνο και μου είπε: “Εσύ θα μάθεις στους μουσικούς μας νέους μουσικούς δρόμους. Έρχεσαι στην Αθήνα;”. Και κατέβηκα. Εκείνος είχε ήδη μιλήσει στους συνεργάτες του για μένα. Πηγαίνω στο μπαράκι των μουσικών, που τους είχε μαζέψει όλους και εγώ τους μάθαινα μουσικούς δρόμους που δεν ήξεραν τότε: ουσάκ, σαμπάχ, αβέν. Δεν θα ξεχάσω τη φτώχεια που πέρασε αυτός ο άνθρωπος. Θυμάμαι, όταν ήρθε στην Πρέβεζα μου είπε: “Ρε Δημητράκη, μια και θα κατέβεις στην Αθήνα, πάρε μαζί σου και δυο τενεκέδες λάδι, να φάει η οικογένειά μου, που έχει να φάει μήνες λάδι”. Πράγματι, πήρα τους τενεκέδες, πήγα στην Παλιά Κοκκινιά όπου έμεναν και, μόλις με είδε η γυναίκα του, η κυρα-Βαγγελιώ, χοροπηδούσε από τη χαρά της που θα έτρωγαν λάδι. Για τόση φτώχεια μιλάμε! Καμιά φορά περνούσα από το σπίτι του, ο Μάρκος καθόταν απέξω σε μια καρέκλα, και του πήγαινα τσιγάρα. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα».
«Τον Καζαντζίδη τον γνώρισα, όταν εγώ υπηρετούσα στη Χωροφυλακή. Ο Στέλιος ήταν ένα ατίθασο παιδί στο Νέο Ηράκλειο, όπου μαζί με άλλους νέους της εποχής εκείνης έπαιρναν μπουζουκάκια και κιθάρες, και πήγαιναν στις ταβέρνες και έλεγαν κάνα τραγούδι για να βγάλουν κανένα φραγκάκι. Ο Καζαντζίδης έγινε από την Γκρέυ. Αν δεν ήταν η Γκρέυ, ο Στέλιος μπορεί και να μην ήταν τίποτα σήμερα. Σε αυτά που σας λέω βάζω την υπογραφή μου, γιατί τα έζησα. Μάλιστα, τότε ήμουν στο πρώτο σχήμα που μπήκε σπόντα ο Στέλιος. Μου είπε τότε η Γκρέυ: “Θα τον πάρουμε αυτόν, Τζάρα;”. Κι εγώ της απάντησα: “Τι να τον κάνουμε, Καίτη; Είναι απομίμηση του Τσαουσάκη”. Εκείνη ήταν κάθετη: “Εγώ τον αγαπάω και θέλω να τον έχουμε μαζί μας”.
Ο Στέλιος πριν από την Γκρέυ είχε τη Σεβάς Χανούμ και όλα αυτά τα ξέρω, γιατί εγώ εκείνη την εποχή είχα μια μοτοσικλέτα, με την οποία πηγαίναμε παντού μαζί. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι, όταν στήσαμε το πρώτο συγκρότημα Γκρέυ – Καζαντζίδης, εγώ την Γκρέυ την έβρισκα καθημερινά στο σπίτι του Καζαντζίδη στη Νέα Ιωνία, όπου ζούσε με την κυρα-Γεσθημανή, και ο Στέλιος ήταν φαντάρος. Η Γκρέυ πλήρωνε τα πάντα. Από τα φαγητά μέχρι και το ρεύμα του σπιτιού. Η Γκρέυ έχει δώσει αγώνα για τον Στέλιο. Ωστόσο, εκείνος δεν ήταν σταθερός χαρακτήρας. Με την άγνωστη Αμερικάνα σύζυγο του Στέλιου στην Αμερική εγώ τους πάντρεψα. Εγώ πλήρωσα το γαμήλιο τραπέζι, εγώ τα πάντα» αποκαλύπτει.
«Είχαμε τηλεφωνηθεί με τον Στέλιο προκειμένου να κάνουμε μια συνεργασία. Εκείνος ήταν στην Ελλάδα, εγώ στην Αμερική. Σχεδιάζαμε να αγοράσουμε μαζί το θέατρο Βέμπο και εκεί ο Στέλιος να έδινε συναυλιακού τύπου παραστάσεις.
Μιλάμε τώρα για τη δεκαετία του ’70, τότε που η φήμη του Καζαντζίδη ήταν στο ζενίθ. Επέστρεψα στην Αθήνα και πήγα στο μπαράκι των ηθοποιών, από όπου πήρα τηλέφωνο τον Στέλιο που βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη. Δώσαμε ραντεβού να συναντηθούμε στη Θεσσαλονίκη, ώστε να σχεδιάσουμε διάφορα καλλιτεχνικά. Στο μέρος όπου βρεθήκαμε ήταν ένας τύπος που μου κέρασε τον καφέ. Ούτε που τον ήξερα. Ήταν ένας διευθυντής από την τότε ΥΕΝΕΔ. Ήθελαν να πείσουν τον Στέλιο να κάνουν τη ζωή του σίριαλ και παράλληλα τα τραγούδια του να παίζονται σε κινηματογραφικές αίθουσες. Τότε η δισκογραφική εταιρία ODEON τού είχε απαγορεύσει να τραγουδάει σε δίσκους, μια και τον είχε “δέσει” με ρήτρα. Ο Νικολάου, έτσι λεγόταν, με πήγε στον πρόεδρο της τότε ΥΕΝΕΔ, ονόματι Πυλαρινός. Εκείνος μού έδωσε ένα γράμμα για να το δώσω στον Στέλιο.
Το σενάριο και η σκηνοθεσία της σειράς θα ήταν του Γιάννη Δαλιανίδη και στο αυτί μού είπε: “Πες στον Στέλιο θα του δώσουμε και τρία ζεστά εκατομμυριάκια”. Πήρα το γράμμα και πήγα ξανά στη Θεσσαλονίκη να το παραδώσω στον Στέλιο. Τότε έβγαζε το ούζο “Υπάρχω”. Επέστρεψα στην Αθήνα και πήγα στους φίλους μου, τον Διονυσίου και τον Βοσκόπουλο, να τους πω για τα σχέδιά μας. Ωστόσο, για άλλη μία φορά ο Στέλιος έστησε εμένα, έστησε και ολόκληρη ΥΕΝΕΔ. Τσαντίστηκα, πήρα το αεροπλάνο και γύρισα στην Αμερική».
«Η Μαρινέλλα -η Κίτσα, όπως τη φωνάζαμε τότε- ήταν και είναι πολύ άξια. Γι’ αυτό και ανέβηκε στο υψηλότερο βάθρο και θεωρείται σήμερα κορυφαία. Δουλέψαμε πολύ μαζί με τη Μαρινέλλα και τον Καζαντζίδη. Βοηθούσε όλους όσους ήταν τριγύρω της. Δεν θα ξεχάσω στα πρώτα της βήματα, όταν ο Στέλιος είχε ήδη γίνει φίρμα, η Μαρινέλλα ήταν πολύ φτωχή κοπέλα. Ο Στέλιος δεν της είχε πάρει ούτε ένα παλτό. Και όταν ήταν να βγάλουμε αναμνηστικές φωτογραφίες για να στείλουμε σε καρτ ποστάλ, με το παλτό της γυναίκας μου έβγαζε φωτογραφίες, γιατί δεν της έπαιρνε τίποτα ο Στέλιος. Από την άλλη, εγώ είχα πικραθεί μαζί του, γιατί χωρίς να μου το πει, μου πήρε κάποια τραγούδια και τα ηχογράφησε σε στούντιο εκτός Columbia. Ένα από αυτά είναι και το τεράστιο “Μου ’βαλες μεγάλο πόνο στην καρδιά”, που έχει μόνο την υπογραφή του Στέλιου, χωρίς τότε να πάρει την έγκρισή μου. Όμως, επειδή εγώ έφευγα στην Αμερική, όπου έμεινα 60 χρόνια, ούτε έδωσα σημασία ούτε ήθελα να προχωρήσω νομικά τα πράγματα. Κάτι ανάλογο πρέπει να έγινε και με τον Νικολόπουλο».
«Αφού πικράθηκα με τον Στέλιο, πήγα στο μπαράκι των μουσικών. Ο Γιάννης Χαριτόπουλος που είχε το μαγαζί μού είπε: “Ρε Δημήτρη, ήρθε ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη και ψάχνει για δουλειά στο τραγούδι”. Αυτός ήταν ο Στράτος Διονυσίου, που μόλις είχε κατέβει στην Αθήνα. Το βράδυ τον πήρα και πήγαμε τσάρκα στα μαγαζιά. Με ήξεραν και τους ήξερα όλους. Η πρώτη μας στάση ήταν ο πολύ καλός μου φίλος, ο Βαγγέλης ο Περπινιάδης. Ήταν καλοκαίρι και το μαγαζί άρχιζε το πρόγραμμα εκείνη την ώρα. Τον σύστησα στον Περπινιάδη και του ζήτησα να τον δοκιμάσει σε δύο τρία τραγούδια. Ο Βαγγέλης τού έδωσε το μικρόφωνο και, μόλις τον ακούσαμε, πάθαμε σοκ με τη φωνή του… Έπιασε αμέσως δουλειά. Όμως και τον Αγγελόπουλο εγώ τον βρήκα.
Ο Μανώλης πουλούσε χαλιά στους δρόμους της Αγίας Βαρβάρας πριν γίνει τραγουδιστής. Έτσι τον γνώρισα. Ήρθε, λοιπόν, κάποια στιγμή, με βρήκε και μου είπε: “Μπαρμπα-Τζάρα, εγώ τραγουδάω και θέλω να γίνω τραγουδιστής”. Αφού μου έκαναν το τραπέζι στο τσαντίρι, τον σύστησα σε διάφορα κέντρα. Είχε ωραία φωνή και πολύ νταλκαδιάρικη. Στο σινάφι του ήταν βασιλιάς. Έτσι τον φώναζαν. Τα καλοκαίρια, όταν θέλαμε να τον βρούμε, πηγαίναμε στο Καβούρι. Ήταν παντρεμένος με την Αννούλα και κάθε καλοκαίρι έφτιαχναν εκεί ένα σαν τσαντίρι και την άραζαν. Το Καβούρι τότε δεν ήταν τίποτα… Αλάνες. Ωραίος άνθρωπος και χαμηλών τόνων».
Όμορφα παιξίματα από τον Δημήτρη Τζάρα στο σημερινό δισκάκι, που παρεμπιπτόντως αναγράφει στις ετικέτες ότι τα τραγούδια είναι διασκευές. Στο τραγούδι ο Τάσος Κατσαρός που δυστυχώς δεν έχω βιογραφικά στοιχεία παρά μόνο την παραπάνω φωτογραφία που την χρωστάω στον Βασίλη Χατζηαντωνίου (greekdiscography) και τον ευχαριστώ για την προσφορά του.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 
 



Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025

538. RCA VICTOR 47_48g 2238 ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ 1961

Δερμιτζάκης Ιωάννης (Δερμιτζογιάννης)- Δερμιτζάκης Εμμανουήλ RCA VICTOR 47-48g 2238 Ήσουνα φως μου στα μακριά (Στειακές κονδυλιές) - Ο χωρισμός είναι πληγή (Στειακές κονδυλιές) 1961- 45rpm- 7''
«Ο Ιωάννης Δερμιτζάκης (Δερμιτζογιάννης) ήταν ένας από τους περισσότερο γνωστούς εκπροσώπους της μουσικής παράδοσης της ανατολικής Κρήτης και συγκεκριμένα της επαρχίας Σητείας και συγκαταλέγεται στους παραδοσιακούς μας μουσικούς που έκαναν γνωστή και αγαπητή την κρητική μουσική στην υπόλοιπη Ελλάδα, ιδιαίτερα μάλιστα στα Δωδεκάνησα, που συγγενεύουν μουσικά με την Κρήτη και κατεξοχήν με τη Σητεία.
Γεννήθηκε το 1907 στη Μαρωνιά Σητείας (ήταν δηλ. χωριανός του κορυφαίου Στειακού λυράρη Ιωάννη Σολιδάκη ή Κιρλίμπα, πράγμα που συνεπάγεται γόνιμη διαπροσωπική σχέση) και άφησε τον κόσμο τούτο το 1984. Κληρονόμος της εξαίρετης στειακής μουσικής παράδοσης, ο Δερμιτζογιάννης ήταν «πολυσύνθετος, δημιουργικός, παραγωγικός, ποιητάρης δόκιμος, βιολάτορας, λυράρης δεξιοτέχνης, γλυκόλαλος εκφραστικός τραγουδιστής...
Η σάτιρα και τα ευτράπελα έμμετρα σχόλια των συνηθειών και των καταστάσεων του μεταπολεμικού κόσμου είναι ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του παραγωγής που τυπώθηκε και σε βιβλία αλλά πέρασε και στους δεκάδες δίσκους του Δερμιτζογιάννη που περιέχουν τις μουσικές διαδρομές του απ' άκρου σ' άκρο της Κρήτης, τις δικές του δημιουργίες, τις δοξαριές και τα τραγούδια του» (Μαν. Δουλγεράκης, βιογραφικό του Δερμιτζογιάννη στη σειρά δίσκων «Πρωτομάστορες της Κρητικής Μουσικής Ιστορίας», Κρητικό Μουσικό Εργαστήρι).
Ο Δερμιτζογιάννης εξέδωσε δύο βιβλία με τις μαντινάδες και τις ρίμες του, γνήσια λαϊκή ποιητική έκφραση της κοινωνικής και πολιτικής επικαιρότητας της εποχής του, τη «Φιλοσοφία της ζωής» και τις «Κρητικές Μαντινάδες». Διατηρούσε κατάστημα δίσκων στη Σητεία, πράγμα που συνέβαλε ιδιαίτερα στη διάδοση της τοπικής δισκογραφίας, το οποίο λειτουργεί ακόμη από τους κληρονόμους του.
 «Με τον Δερμιτζογιάννη, που χρησιμοποιεί πλατιά τα σύγχρονα μέσα -δίσκους, ραδιόφωνο, τυπογραφείο- το ιδιότυπο κρητικό τραγούδι γίνεται προσιτό στην σπουδή και στην εντρύφηση, στη μελέτη του ερευνητή, στη χαρά του γλεντοκόπου. Στον πρώτο δίνει τη γνώση, στον δεύτερο την ευκαιρία μιας πηγαίας και πληθωρικής ξεφάντωσης.» (Βαγγ. Σκουβαράς, καθηγ. Πανεπιστημίου Αθηνών).
Στο σημερινό δισκάκι ο Δερμιτζογιάννης μαζί με τον γιο του Μανώλη στην κιθάρα. Στις ετικέτες του δίσκου στην πρώτη πλευρά ο κωδικός δίσκου ξεκινάει με 48g ενώ στη δεύτερη με 47g. Στο φάκελο θα βρείτε και τις ετικέτες με 48g και τις δυο πλευρές από το αρχείο του φίλου Ιδομενέα από το Ρέθυμνο. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025

537. ODEON DSOG 2880 ΤΖΙΝΕΥΡΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΝΤΑΟΥΝΤΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΜΑΝΙΑΤΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1962

Τζινευράκης (Τζανευράκης-Τζινεβράκης) Εμμανουήλ- Νταουντάκης Εμμανουήλ- Μανιατάκης Γεώργιος (Γιώργης) ODEON DSOG 2880 Τ' αμαρτωλά σου χάδια (Συρτός) - Ζητιάνα να πλανάσαι (Πεντοζάλη) 1962- 45rpm- 7''
«Σπουδαίος μουσικός ο Μανώλης Τζινευράκης (βλέπε και ανάρτηση 298). Τεχνίτης στο βιολί, αλλά και στο θιαμπόλι. Γεννήθηκε το 1924 στα Νοχιά Κισσάμου και καταγόταν από την μουσική οικογένεια των Τζινευράκηδων. Πολυτάλαντος μουσικός, γνώστης της τοπικής μουσικής κουλτούρας, δίδασκε, επιδιόρθωνε όργανα και παρόλη την αναπηρία του (είχε τραυματιστεί στο πόδι στα χρόνια του εμφυλίου) έδινε το παρόν σε κάθε εκδήλωση που τον καλούσαν.
Από μικρό παιδί έμαθε θιαμπόλι και ήταν ο μοναδικός που έπαιζε συρτό με θιαμπόλι.
Βιολί του έμαθε ο Βολάνης από την Καληδονία, προπολεμικά.
Έμεινε στην Νέα Χώρα στα Χανιά το 1954 όταν ήταν ήδη φτασμένος μουσικός.
Συνεργάστηκε με τον Μανώλη Θεοδωράκη, τον Μανώλη Νταουντάκη, τον Γιώργη Γομπάκη, τον Ναύτη, τον Π. Καστάνη, Π. Καρμπαδάκη και άλλους πολλούς. Το ρεπερτόριο του ήταν πλουσιότατο από συρτά, πεντοζάλη, Ρουμαθιανή σούστα, κοντυλιές, καλαματιανά, νησιώτικα κ.α. Δυστυχώς, αυτός ο σημαντικός μουσικός έφυγε πολύ ξαφνικά από την ζωή το 1985, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σήμερα, οι παλιές ηχογραφήσεις του, μας θυμίζουν την όμορφη δεξιοτεχνία του, αλλά και την σπουδαία του προσφορά στα μουσικά δρώμενα των Χανίων.»
«Βετεράνος καλλιτέχνης του βιολιού ο Μανώλης Νταουντάκης. Από τους μουσικούς που ασχολούνται ερασιτεχνικά με την μουσική, αλλά σίγουρα κατέχουν υψηλή θέση για την συνολική προσφορά τους. Γεννήθηκε στην Κουκουναρά Κισάμου και παίζει βιολί πολλά χρόνια. Τραγουδάει στο γνήσιο κισαμίτικο ιδίωμα, όπως βέβαια παίζει και με έντονο κισαμίτικο ύφος. Έχει συνεργαστεί κατά καιρούς με διάφορους λαγουτιέρηδες όπως ο αδελφός του ο Γιώργης, ο Πέτρος Καρμπαδάκης κ.α. Οι μουσικές γνώσεις του είναι πολλές και δεν διστάζει να τις μεταδίδει σε όποιον του το ζητήσει.»
Στο σημερινό δισκάκι, αρκετά τα τυπογραφικά λάθη από την Odeon. Στην πρώτη πλευρά και το ¨Τ’ αμαρτωλά σου χάδια¨ έχουμε τον Μανώλη Τζινευράκη και όχι Τζανευράκη στο βιολί ενώ αναγράφει ότι παίζει λύρα ο Γιώργης Μανιατάκης (και όχι Μανιαδάκης) που το ποιο πιθανό είναι να παίζει λαούτο. Στο τραγούδι ο Μανώλης Νταουντάκης.
Στη δεύτερη πλευρά και το ¨Ζητιάνα να πλανάσαι¨  στο τραγούδι ο Μανώλης Νταουντάκης, στο βιολί ο Μανώλης Τζινευράκης και στο λαούτο ο Γιώργης Μανιατάκης.
Για τον Μανιατάκη δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

536. HIS MASTER'S VOICE 7PG 2806 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΙΕΡΩΝΥΜΙΔΗΣ ΒΥΡΩΝ 1960

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Ιερωνυμίδης Βύρων HIS MASTER'S VOICE 7PG 2806 Ψάχνω γυρεύω ερευνώ (Κοντυλιές Ηρακλειώτικες) - Τση μάγισσες ερώτησα (Συρτός Μελαμπιανός) 1960- 45rpm- 7''
«Ο Θανάσης Σκορδαλός γεννήθηκε το Δεκέμβρη του 1920 στο Σπήλι του δήμου Λάμπης (πρώην επαρχίας Αγίου Βασιλείου) του νομού Ρεθύμνου. Πρωτόπιασε, όπως λέει, τη λύρα σε ηλικία 9 χρονών: Εννέα χρόνων ήμουνα σαν έπιασα τη λύρα, με πίστη την αγάπησα κι απόφαση το πήρα.
Σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Βήμα Ρεθύμνης», το Σάββατο 24 Μαρτίου 1951, διαβάζουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα σχετικά με την παρουσία τους στα μουσικά δρώμενα του Ρεθύμνου:
Ένα μπράβο. Αξίζει να γραφούν δύο ακόμη λόγια για το χορό της Λύρας. Ήταν, χωρίς αμφισβήτηση, ο επιτυχέστερος χορός των απόκρεω, απέδειξε δε πόσον εξακολουθεί να συγκινείται ο λαός μας με τους Κρητικούς χορούς και την λύρα.
Ο κ. Θανάσης Σκορδαλός έδειξε όλη την οργανοτικότητά του, κατορθώσας να συγκεντρώσει τόσον κόσμο, να δημιουργήσει τόσο κέφι. Άξιοι χορευτές, όπως ο κ. Σταμάτης Παπαδάκις, ωραίες Σπηλιανές και Ρεθεμνιώτισσες προσέδωσαν γραφικότητα στη βραδιά της οποίας το μουσικό μέρος εκράτησε λαμπρότατα ο κ. Σκορδαλός στη λύρα, οι κ. Ι. Μπερνιδάκις και Μαρκογιαννάκις στο λαγούτο. Η ορχήστρα του κ. Νίκου Περπιράκι αρίστη, όπως πάντοτε.
Αξίζει επίσης να εξαρθεί η ευγενής και φιλάνθρωπος χειρονομία του κ. Σκορδαλού υπέρ του Φιλόπτωχου Ταμείου εις ο εδώθησαν αι εισπράξεις εκ του λαχείου. Αξία ίσης εξάρσεως είναι και αι προσφοραί διά την επιτυχίαν του λαχείου και του σκοπού του, των κ. καταστηματαρχών της πόλεως.
Ο Θανάσης Σκορδαλός αποδέχεται τα ακούσματα και την τεχνική όλων των λυράρηδων της εποχής, τα βιώνει και δημιουργεί τη βάση για το δικό του ξεκίνημα. Σίγουρα επηρεάστηκε από τους προγενέστερούς του Σπηλιανούς λυράρηδες Γιώργη Μαρκογιαννάκη ή Μαρκογιώργη (πατέρα των Μαρκογιάννηδων), Στεφανή Βασιλάκη, Στρατιδάκη, Καπετανάκη, αλλά και τους Ανδρέα Ροδινό, Χαρίλαο Πιπεράκη, Αντώνη Παπαδάκη ή Καρεκλά, Μανώλη Λαγό, το θρυλικό Μιχάλη Παπαδάκη ή Πλακιανό κ. ά. Πήρε τις μελωδίες όπως τις άκουσε, τις τελειοποίησε, έδωσε τον δικό του χαρακτήρα και το ύφος του και άνοιξε ένα νέο δρόμο στην τεχνική της λύρας: αυτό που λέγεται «σχολή του Θανάση Σκορδαλού» στην κρητική μουσική.
Όταν ο Θανάσης Σκορδαλός ήταν 27 χρονών (1947), τον άκουσε για πρώτη φορά ο τότε πρόεδρος του Κόμματος των Φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος και ενθουσιάστηκε τόσο που τον διόρισε υπάλληλο στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Τράπεζας Ελλάδος, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε αργότερα. Αποκατεστημένος πλέον επαγγελματικά αφιερώθηκε στην αγαπημένη του λύρα, πραγματοποιώντας εμφανίσεις στους απανταχού Κρήτες της διασποράς σε Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Αφρική.
Μέσα στη δεκαετία του 1950 συνεργάστηκε και με το μεγάλο τραγουδιστή Νίκο Μανιαδάκη ή Μανιά, με τον οποίο είχαν και αρκετά γόνιμη δισκογραφική συνεργασία («Πότε θα κάνει ξαστεριά», «Περνάς και δε με χαιρετάς», «Στερουσιανή μου πέρδικα» κ.ά.).
Αξίζει να αναφέρουμε και τη συμβολή της κόρης του Μαίρης, που σε πολλά τραγούδια του πατέρα της συμμετέχει με τη θαυμάσια φωνή της: «Τα περασάρικα πουλιά», «Κλάψε με μάνα κλάψε με», «Θέλω να ξαναγαπήσω», «Θάλασσα μπλάβη κι αλμυρή», «Τση νύχτας το περπάτημα» κ.ά.
Στα περίπου 65 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας του συνεργάστηκε επίσης και με τους λαγουτιέρηδες Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, Δημήτρη Φουκάκη, Μανούσο Πανταγιά, Σταμάτη Μαυροδημητράκη («Επίστεψα στα λόγια σου»), Μάρκο Νενεδάκη («Ένας ψαράς γερο-ψαράς», «Με μαχαιριές πληρώνονται», «Αμαριώτικα πεντοζάλια», «Χανιώτικος συρτός», «Μυλοποταμίτικες κοντυλιές»), Πέτρο Καρμπαδάκη, Αντώνη Αποστολάκη, Μιχάλη Φραγκιαδάκη («Εκάηκα μέσ’ στη φωτιά”), Δημήτρη Βερύκοκο («Μάγισσας τέχνη έμαθες», «Πολλές πληγές μου άνοιξες», «Μα τέλος πάντων πες μου το», «Δώσε μου πίσω την καρδιά», «Να σ’ αποφύγω προσπαθώ», «Το μπαλκονάκι»), Γιώργο Μετζάκη, Πέτρο Καρμπαδάκη, Μανούσο Παπατσαρά, Δημήτρη Σκουλά, Μανώλη Κακλή και πολλούς άλλους.
Εκτός από τις κόρες του Μαίρη και Λίτσα, στο τραγούδι τον συνόδεψαν οι Γιώργης και Μαρία Σμπώκου, Βύρων Ιερωνυμίδης (σημερινό δισκάκι- πρώτη πλευρά) κ.ά.»
Ο Ross Daly μεταξύ άλλων είχε πει για το Σκορδαλό: «Το Σκορδαλό τον τιμούσαν ιδιαίτερα οι καλοί χορευτές εξαιτίας της ακριβούς ρυθμικής φρασεολογίας του, που έδενε απόλυτα με τους αυτοσχεδιασμούς τους, καθώς και για τη μοναδική ικανότητά του πάντα να διαλέγει την κατάλληλη μελωδία για τον κάθε χορευτή. Σχεδόν όλοι οι καλύτεροι χορευτές της Κρήτης συμφωνούν στο ότι για το χορό δεν υπήρξε κανένας σαν τον Θανάση Σκορδαλό. Αυτή η πτυχή της κρητικής μουσικής είναι εξαιρετικά σημαντική. Ο λυράρης δεν είναι συναυλιακός καλλιτέχνης, αντίθετα είναι ο «τελετάρχης» μιας γιορτής, που ταυτόχρονα ορίζεται από μια αυστηρή τάξη και ένα πνεύμα έκστασης. Αυτή η λεπτή ισορροπία θυμίζει τα όσα περιγράφονται στα αρχαία κείμενα σχετικά με διονυσιακές γιορτές. Πολλοί λυράρηδες σήμερα μπορούν να δημιουργήσουν ένα ξέφρενο κέφι αλλά μάλλον κανείς τους δεν μπορεί να πετύχει την τέλεια ισορροπία πειθαρχίας και έκστασης που χαρακτήριζε το γλέντι του Σκορδαλού. Αυτή η ισορροπία είναι ενδεχομένως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της Κρητικής μουσικής».
Στο σημερινό δισκάκι, στο ¨Ψάχνω γυρεύω ερευνώ¨ τραγουδάει ο Βύρων Ιερωνυμίδης. Ο Σκορδαλός μετέπειτα το τραγούδησε και ο ίδιος με αλλαγμένους στίχους και μελωδία. Στη δεύτερη πλευρά ένας συρτός ¨Μελαμπιανός¨ όπως αναγράφεται και τση μάγισσες ερώτησα. Πόσο βοηθάνε αυτά τα ακούσματα στην ψυχολογία και ψυχοσύνθεση, πραγματικές ηλιαχτίδες στην τοξική κοινωνία που μας περιβάλει….
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2025

535. COLUMBIA DG 462 ΛΑΒΙΔΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ 1933

Λαβίδας Αθανάσιος COLUMBIA DG 462 Ήλιος (Τσάμικο) - Πλάτανος (Τσάμικο) 1933- 78rpm- 10''
«Ο Θανάσης Λαβίδας γεννήθηκε το 1881 (για άλλους 1882) στα Τρίκαλα. Ο πατέρα του, του πήρε την φλογέρα « τζαμάρα » που λένε. Έπαιρνε τη φλογέρα αυτός κι ο πατέρας του ένα βιολί 3/4 , πηγαίνανε στα λιβάδια κι εκεί του έδειχνε και του μάθαινε τα δημοτικά τραγούδια. Κατόπιν ο πατέρας του το 1890 αγόρασε γι αυτόν ένα κλαρίνο μονό, από κόκκινο ξύλο. Εξασκήθηκε δυο χρόνια και ύστερα πήγε στη Λαμία στον αδερφό του, Γιώργο Λαβίδα, που έπαιζε καλό βιολί και παίζανε μαζί στα καφέ αμάν. Έπαιζε με κλαρίνο σι μπεμόλ και αργότερα το 1923 πήρε κλαρίνο ντο. Ο Θανάσης Λαβίδας έπαιξε και με τον Νίκο Καρακώστα. Δισκογραφικά έχει περίπου έντεκα πλάκες γραμμοφώνου με τα περισσότερα τραγούδια να είναι οργανικά. Ο Θανάσης Λαβίδας έφυγε απ’ τη ζωή το 1963.»
Όμορφα παιξίματα από τον Θανάση Λαβίδα, που οι περισσότερες ηχογραφήσεις του είναι οργανικές. Στις ηχογραφήσεις του, πιθανότατα είναι με την κομπανία του, στο βιολί ο αδερφός του Γιώργος και στο λαούτο ο Στέργιος Μπλάνας, όπως μας μαρτυρά και η φωτογραφία που θα κατεβάσετε στο φάκελο.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 



Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

534. PARLOPHONE B 74350 ΜΗΤΤΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ- ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1955

Μηττάκη Γεωργία- Ανεστόπουλος Γιώργος PARLOPHONE B 74350 Μια μικρή τσελιγγοπούλα (Τσάμικο) - Μήτραινα (Κλέφτικο) 1955- 78rpm- 10''
 
"Η Γεωργία Μηττάκη (βλέπε και αναρτήσεις 50, 216, 262, 327 και 369) γεννήθηκε το 1911 στην Αυλώνα Αττικής. Το 1929 ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Το 1930 παντρεύεται με τον Γεώργιο Μηττάκη και αρχίζει την λαμπρή καριέρα της σαν τραγουδίστρια που κράτησε για 30 ολόκληρα χρόνια.
Η Γεωργία τραγούδησε κυρίως δημοτικά τραγούδια αλλά και αρκετά Σμυρναίικα και Ρεμπέτικα τραγούδια των συνθετών Σπύρου Περιστέρη, Στέλιου Παντελίδη, Κώστα Σκαρβέλη, Παναγιώτη Τούντα και άλλων συνθετών της δεκαετίας του 1930. Χαρακτηριστικό είναι ότι τραγούδησε το πρώτο τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη «Σ’ ένα τεκέ μπουκάρανε».
Το είδος τραγουδιού στο οποίο διακρίθηκε ήταν το δημοτικό. Μάλιστα δε, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 με αρχές του 1960 πραγματοποιεί δύο ταξίδια στην Αμερική, όπου και αποθεώνεται από τους Έλληνες ομογενείς. Την ίδια μάλιστα περίοδο πραγματοποιεί μερικές ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις επίσης στην Αμερική.
Το 1965 κάνει τις τελευταίες της ηχογραφήσεις πριν αποσυρθεί για λόγους υγείας. Τελικά η Γεωργία Μηττάκη άφησε την τελευταία της πνοή στις 28 Φεβρουαρίου του 1977 στην γενέτειρα της Αυλώνα."
"Ο Γιώργος Ανεστόπουλος (βλέπε παλαιότερες αναρτήσεις) γεννήθηκε στην Αρκίτσα Φθιώτιδας το 1904. Ήταν ο πρώτος κλαριντζής της περιοχής. Πριν παίξει κλαρίνο έπαιζε φλογέρα. Αυτοδίδακτος στο κλαρίνο. Λίγα πράγματα έμαθε από άλλους. Στα δεκαπέντε του χρόνια είχε αρχίσει να μαθαίνει την τέχνη του. Άρχισε από τους γάμους και τα πανηγύρια και γρήγορα έγινε γνωστός και σε άλλα διαμερίσματα της χώρας. Συνόδευσε εκατοντάδες ερμηνευτές και ερμηνεύτριες δημοτικών τραγουδιών.
Όλοι τους τον προτιμούσαν γιατί προσαρμοζόταν εύκολα στη φωνή του ερμηνευτή. Ήταν συνεπής στη δουλειά του. Αναμφίβολα μαζί με τον Νίκο Καρακώστα ήταν στην πρώτη γραμμή της παλιάς γενιάς. Είχε εντελώς δικό του τρόπο παιξίματος. Διασκέδασε για πολλές δεκαετίες τους φίλους του δημοτικού τραγουδιού με το γλυκό παίξιμό του. Πέθανε το 1979."
Εξαιρετική η φωνή της Μηττάκη σε συνδυασμό με το μουσικό της ταίρι τον Ανεστόπουλο, σε ένα πολύ δυνατό γραμμοφωνικό δίσκο.  
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

533. PANIVAR PA-303 ΣΩΠΑΣΟΥΔΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΜΙΝΩΣ- ΚΑΤΣΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ 1970

Σωπασουδάκης (Σοπασουδάκης) Βασίλης- Κοτζαμπασάκης (Κοτσαμπασάκης) Μίνως- Κατσαμπασάκης Μιχάλης PANIVAR PA-303 Είσαι φονιάς αγάπη μου - Κρήτη μάνα μας γλυκιά 1970- 45rpm- 7''
 
Στο σημερινό δισκάκι λύρα παίζει ο Βασίλης Σωπασουδάκης. Βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω. Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί ένα βίντεο του Γιάννη Παυλιδάκη από τοπικό κανάλι της Κρήτης με τον Σωπασουδάκη να παίζει λύρα. Δισκογραφικά έχει το σημερινό δισκάκι και συμμετοχή σε ένα 45άρι συλλογή της Πάνιβαρ.
Από το αρχείο του Ιδομενέα Παπαδογιάννη (περιοδικό Κρήτη) και το διαφημιστικό που θα βρείτε στο φάκελο, βλέπουμε ότι έχει συνεργαστεί με τον λαουτιέρη Ντίνο Μπαραδάκη στο κέντρο ¨Τ’αστέρια¨. Στο σημερινό δισκάκι στα λαούτα είναι ο Μίνως (στο δισκάκι αναγράφει Μηνάς) Κοτσαμπασάκης και ο Μιχάλης Κατσαμπασάκης που πιθανόν να είναι Κοτσαμπασάκης και να είναι συγγενής με τον Μίνω. Παρακάτω σύντομο βιογραφικό για τον Μίνω Κοτσαμπασάκη μιας και αναφερθήκαμε πρόσφατα σε αυτόν.
«Ο Μίνως Κοτζαμπασάκης γεννήθηκε το 1939 στο χωριό Καλογέρου του Αμαρίου Ρεθύμνου και έζησε εκεί τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής. Έχει έναν αδερφό ο οποίος είναι γιατρός, ο ίδιος όμως δεν προχώρησε στα γράμματα και πήγε σε ηλικία έντεκα ετών στην πόλη του Ρεθύμνου όπου τελείωσε τρεις τάξεις του γυμνασίου και στη συνέχεια έμαθε την τέχνη του επιπλοποιού. Άνοιξε μάλιστα σε λίγα χρόνια ένα επιπλοποιείο στο Καμαράκι στο κέντρο της πόλης.
Με το λαγούτο ασχολήθηκε τυχαία όταν ένας χωριανός του που είχε λαγούτο του έδειξε λίγο τα πατήματα. Παρατήρησε λοιπόν ότι ο Μίνως είχε μουσικό αυτί και πολύ εύκολα μπόρεσε να βγάλει σχετικά καλά ένα τραγούδι και του είπε να συνεχίσει.
Ο Μίνως άρχισε να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να μάθει λαγούτο και πήγαινε στου λαγουτιέρη Μάρκου Φουρναράκη ο οποίος διατηρούσε ραφείο και το βράδυ του έδειξε μερικά πράγματα με πρώτο τραγούδι το «Ζωή σαν δε μου χάρισες» που μετά έγινε μεγάλη επιτυχία.
Έτσι σε λίγο καιρό μπορούσε να παίζει κάποια τραγούδια χωρίς ωστόσο να είναι έτοιμος για να βγει σε πάλκο. Όμως σε έξι μήνες ο λυράρης Γιώργος Σκουλουφιανάκης από τους Αποστόλους ήταν καλεσμένος να παίξει στον γάμο του Κοτσίφη από τους Βολιώνες και έψαχνε λαγουτιερη οπότε ρώτησε τον Φουρναράκη αλλά εκείνος δεν ήταν διαθέσιμος και του πρότεινε τον Μίνω ο οποίος αν και είχε αντιρρήσεις θεωρώντας ότι δεν ήταν έτοιμος τελικά δέχτηκε.
Έτσι το πρώτο του γλέντι ήταν σε αυτό τον γάμο και θυμάται ότι το χέρι του πρήστηκε διότι δεν ήταν συνηθισμένος.
Τα καλά σχόλια που άκουσε από τον κόσμο τον έκαναν να συνεχίσει και να μαθαίνει πολλά τραγούδια της εποχής χωρίς να έχει κάποιον δάσκαλο.
Στη συνέχεια τον κάλεσαν στον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων όπου έπαιζε με διάφορους λυράρηδες όπως ο Γεράσιμος Σταματογιαννάκης, ο Καλαϊτζάκης (Πήλινος), ο Νίκος Σωπασής και άλλοι ενώ εκεί γνώρισε τον Μιχάλη Παπαδάκη ή Πλακιανό, την ανιψιά του Ασπασία Παπαδάκη, τον Νίκο Ξυλούρη (Ψαρονίκο) και άλλους. Παράλληλα στο Ρέθυμνο σε διάφορες εκδηλώσεις ή παρέες έπαιξε με πρωτομάστορες όπως ο Λαγός, ο Καρεκλάς και ο Καραβίτης ο Πλακιανός και ο Μουντάκης….»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).