Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

495. COLUMBIA SCDG 3917 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ ΑΣΤΡΙΝΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΦΑΣΟΥΛΑΣ ΖΑΧΑΡΗΣ- ΓΚΙΚΑ ΒΟΥΛΑ 1970

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ζαχαριουδάκης Αστρινός- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Φασουλάς Ζαχάρης- Γκίκα Βούλα COLUMBIA SCDG 3917 Καμάρι σ' έχει το χωριό - Νάμουν αητός 1970- 45rpm- 7''
 
«Ένας ιερός τόπος της μουσικής μας ιστορίας, το εμβληματικό «Δισκοπωλείο Νίκος Ξυλούρης» είναι πλέον παρελθόν καθώς δεν άντεξε άλλο τους νέους, δύσκολους για τη δισκογραφία, καιρούς παρά τις άοκνες και συγκινητικές προσπάθειες του φύλακα Άγγελου της μνήμης του Νίκου Ξυλούρη, Ουρανίας Ξυλούρη.
Το αηδόνι της Κρήτης νοίκιασε αυτόν τον χώρο το 1978 και λειτούργησε επίσημα το 1979.
Όπως αφηγείται η κα Ουρανία Ξυλούρη, η αγαπημένη του γυναίκα και θεματοφύλακας της μνήμης του:
«Το 1979 ο Νίκος ήταν πλέον άρρωστος στην Αμερική και τα παιδιά το εγκαινίασαν μόνα τους. Το όραμά του ήταν να υπάρχει η γωνίτσα του. Ήθελε να υπάρχει μια γωνιά για τους φίλους του.»
Και αυτή η γωνιά που ονειρεύτηκε, σε πείσμα των δίσεκτων καιρών, άντεξε σχεδόν μισό αιώνα, χάρη στην αστείρευτη δύναμη και την αγάπη της κας Ουρανίας που έστεκε εκεί, υπερήφανο ριζιμιό χαράκι και τίμησε και τιμά τη μνήμη του αγαπημένου της, αλλά και εκείνη του λατρευτού γιου της Γιώργη που ως τον θάνατό του της παραστεκόταν στον αγώνα της να διατηρήσει αλώβητο τον χώρο.
Ίσως αλλού, σε μια ιδανική πολιτεία το δισκοπωλείο «Νίκος Ξυλούρης» να είχε ήδη κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο του νεοελληνικού πολιτισμού, σαν ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν καλλιτέχνη, που η φωνή του έγινε σύμβολο των αγώνων για την ελευθερία και τη δημοκρατία, έναν από τους ελάχιστους που γνώρισε την καθολική αγάπη και τον σεβασμό ενός ολόκληρου λαού. Ενός λαού που σύσσωμος θρήνησε τον πρόωρο χαμό του και τον διατήρησε ζωντανό στη συλλογική του μνήμη.
Το δισκοπωλείο άντεξε τόσο πολύ χρόνο  χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια, παρά μόνο χάρη στην αγάπη του κόσμου και την μεγάλη ποικιλία σπάνιων τίτλων της δισκογραφίας που δεν υπήρχαν πουθενά αλλού!
Επίσης ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του χώρου υπήρξε πάντα η υψηλού επιπέδου εξυπηρέτηση που παρείχαν οι εξαιρετικοί γνώστες της μουσικής που σας υποδέχονταν εκεί. 
Αν βρεθείτε κοντά στη στοά Πεσμαζόγλου περάστε από τον χώρο που στέγαζε επί 46 ολόκληρα χρόνια το δισκοπωλείο «Νίκος Ξυλούρης» και εκεί, θα το νιώσετε κι εσείς, πάντα θα κατοικεί η άφθαρτη μνήμη του «Αρχάγγελου της Κρήτης», το αδάμαστο πνεύμα της λεβεντογένας.
Μια εποχή μπορεί να τελείωσε με το κλείσιμο του δισκοπωλείου αλλά η αγάπη του κόσμου, της Κυρίας Ουρανίας και τα εμβληματικά τραγούδια του σπουδαίου μας ερμηνευτή με την στεντόρεια, καθάρια του και εκφραστική φωνή  θα τον καθιστούν πάντα έναν δικό μας αγαπημένο, έναν Άγιο του νέου ελληνικού πολιτισμού στον οποίο θα καταφεύγουμε με ειλικρινή συγκίνηση στις χαρές μας και στις λύπες.
Υ.Γ. Κάθε μου επίσκεψη στο δισκοπωλείο των Ξυλούρηδων ήταν ένα ευλαβικό προσκύνημα σε μια Ελλάδα ευγενική και γενναιόδωρη, που τα τελευταία της ίχνη χάνονται βίαια κάτω από τον οδοστρωτήρα του ατομισμού και της αυταρέσκειας.»
Εξαιρετικό το παραπάνω κείμενο του Χρήστου Ασημακόπουλου για το Ogdoo.gr.  
«Γνωστός και καταξιωμένος λυράρης ο Αστρινός Ζαχαριουδάκης γεννήθηκε στη Μεσαρά, αλλά εδώ και 50 χρόνια ζει στην Αττική, όπου είναι αμέτρητες οι εμφανίσεις του σε κρητικές εκδηλώσεις και σε κρητικά κέντρα της Αθήνας.
Πέρα, ωστόσο, από λυράρης ο Αστρινός είναι και ένας εξαιρετικός δάσκαλος, όσον αφορά την εκμάθηση της λύρας σε μικρούς μαθητές. Ίσως να μην είναι υπερβολή, ότι έχει μάθει λύρα σε περισσότερα από 500 παιδιά. Ορισμένα, μάλιστα, από αυτά έχουν εξελιχθεί σε φτασμένους, επαγγελματίες λυράρηδες.»
«Η Βούλα Γκίκα γεννήθηκε στο Άργος στις 8 Ιανουαρίου του 1933 και είναι Ελληνίδα τραγουδίστρια του λαϊκού τραγουδιού.
Λίγο πριν από τον πόλεμο του '40, η οικογένειά της μετακόμισε στον Πειραιά. 
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική της καριέρα σε ηλικία 18 ετών παρά τα δύσκολα ήθη της εποχής. Πολύ σύντομα αναδείχθηκε σε σπουδαία ρεμπέτισσα τραγουδώντας δίπλα σε μεγάλους λαϊκούς τραγουδιστές της εποχής όπως οι Στέλιος Καζαντζίδης, Στράτος Διονυσίου, Μιχάλης Μενιδιάτης, Πάνος Γαβαλάς, κ.ά.
Η Βούλα Γκίκα, ποτέ δεν έγινε μεγάλη φίρμα, «πρώτο όνομα» που λένε, παρόλο που θεωρείτο ίσως το σημαντικότερο γυναικείο σεγόντο την περίοδο 1955 – 1965, τη χρυσή δεκαετία του λαϊκού τραγουδιού.
Το 1970, η Βούλα Γκίκα κάνει σεγόντο στον νεαρό Μανώλη Μητσιά στα «Δεν είναι αυλή να δροσιστείς» και «Έλα αύριο βράδυ στις εννιά», τα δύο πρώτα τραγούδια της συνθέτριας Ελένης Καραΐνδρου.
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης δεν συνεργαζόταν με καμία άλλη για τα σεγόντα του. Οι φωνές τους ηχογραφήθηκαν μαζί σε τραγούδια σαν το «Νά ’τανε το ’21» (1969) των Σταύρου Κουγιουμτζή – Σώτιας Τσώτου (η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού πριν του Γιώργου Νταλάρα), το «Μίλησε μου» και το «Φιλντισένιο καραβάκι» των Μάνου Χατζιδάκι – Νίκου Γκάτσου από την «Επιστροφή» (1970) σε ενορχήστρωση Δήμου Μούτση.
Παρέμεινε στα λαϊκό στερέωμα περισσότερο από τρεις δεκαετίες συμμετέχοντας σε πολλές και μεγάλες επιτυχίες. Σύζυγός της ήταν ο λαϊκός συνθέτης Νίκος Καρανικόλας, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2003.
Η Βούλα Γκίκα έφυγε απ’ την ζωή τον Ιούλιο του 2024. Έμεινε στην ιστορία του τραγουδιού ως η «βασίλισσα του σεγόντου»
Όπως και στην ανάρτηση 138 με το  COLUMBIA SCDG 3892, έτσι και σήμερα έχουμε τους ίδιους καλλιτέχνες δυο λύρες Ψαρονίκος και Αστρινός, δυο λαούτα Ψαρογιάννης και Φασουλάς και για σεγόντο την Βούλα Γκίκα αντί για την Ουρανία. Όμορφα παιξίματα, ειδικά στον συνδυασμό με τις δύο λύρες στο ¨Καμάρι σ’ έχει το χωριό¨. Να σημειωθεί ότι τα τραγούδια τα συμπεριέλαβαν σε μετά θάνατο συλλογές του Ψαρονίκου.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Τρίτη 6 Μαΐου 2025

494. VICTOR 63513 ΛΑΪΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ 1909

Άγνωστη λαϊκή ορχήστρα Κωνσταντινούπολης- ((Πιθανά ορχήστρα Γιάννη Καλαϊτζόγλου- αδελφοί Ψωμαθιανοί (Ψαμαθιανοί): Καλαϊτζόγλου Γιάννης (Γιάγκος- Γιαγκούλης- Παντελόνας)- Καλαϊτζόγλου Βασίλης (Βάσος) VICTOR 63513 Χασάπικο - Σούστα 1909- 78rpm- 10''

Οι πρώτες ηχογραφήσεις αρμόνικας προέρχονται όλες από την Κωνσταντινούπολη. Κρίνοντας από τον μεγάλο αριθμό ηχογραφήσεων αρμόνικας που έγιναν μεταξύ 1903 και 1910 από τις μεγάλες εμπορικές δισκογραφικές εταιρείες, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μουσική αρμόνικας αποτελούσε σημαντικό μέρος της ελληνικής μουσικής σκηνής στην Κωνσταντινούπολη πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι πιο δημοφιλείς μουσικοί ήταν ο Ιωάννης Αγιαζματζής, ο Γιάνγκος (= Υ(ο)άννης ή ο Βασίλης;) Ψαμαθιανός (γνωστός και ως Ψωμαθιανός, Ψαματυάλη ή Παντελώνας) και τα σύνολα του Πέτρου Ζουναράκη (ή Ζουναράς) και του Μήτσου (=Δημήτρης· άγνωστο επώνυμο). Το 1909 ένα ελληνικό κουαρτέτο οργάνων έκανε ηχογραφήσεις στο Κάιρο της Αιγύπτου. Τα ονόματα των τεσσάρων μουσικών είναι άγνωστα. Ούτε είναι γνωστό αν επρόκειτο για τοπικό ελληνοαιγυπτιακό σύνολο, ή για ομάδα από την Κωνσταντινούπολη ή την Αθήνα που επισκέφτηκε την Αίγυπτο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Αθήνα καθιερώθηκε ως νέο μουσικό κέντρο και γνώρισε την άνοδο καλλιτεχνών όπως ο Andóni(o)s Amirális (ή «Papatzís», όπως τον αποκαλούσαν συνήθως- βλέπε ανάρτηση 295) και τον Stéfo (άγνωστο επίθετο). Εκτός από τις σόλο ηχογραφήσεις, ο τελευταίος συνόδευε και την τραγουδίστρια Kiría Pipína (Πιπίνα). Και δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε τον Μιχάλη Τρίμη, το περίφημο σύνολο του Γιάννη Καλαϊτζόγλου με τον Βασίλη Ψαμαθιανό και τον όχι και τόσο γνωστό  Ιωάννη Φώκιο (ή Χιώτη).
Ο Γιάγκος και ο Βάσος τα δύο αδέρφια, το κανονικό τους επώνυμο Καλαϊτζόγλου με καταγωγή από την Ψωμάθεια. Ο Γιάγκος παίζει πάντα αρμόνικα και τραγουδάει ενίοτε σε μερικές ηχογραφήσεις που γράφουν Γιαγκούλης. Όπου δεν υπάρχει το Γιαγκούλης εμφανίζεται ο Βασίλης ως τραγουδιστής με την χαρακτηριστική ψιλή του φωνή αλλά στην αρμόνικα είναι ο αδερφός του. Ο Γιάγκος χαμηλών τόνων καλλιτέχνης συνόδευσε τις περισσότερες ηχογραφήσεις της Πολίτικης δισκογραφίας που υπάρχουν αρμόνικες και σε άλλους καλλιτέχνες όπως Ζουναράκη, Κώτσο Βλάχο κ.α
Να σημειωθεί ότι περισσότερες από τις μισές ηχογραφήσεις των δυο αδελφών δεν έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής από τους συλλέκτες καθώς οι δίσκοι ειδικά της περιόδου 1907-1908 είναι εξαιρετικά σπάνιοι.
Οι δυο καλλιτέχνες κράτησαν ζωντανή και διέσωσαν την ταβερνιάρικη λαϊκή παράδοση της Πόλης, είναι ότι πιο σημαντικό έχουμε για την δισκογραφία της Πόλης για εκείνη την εποχή. Μετά από έρευνα βρέθηκε ότι ο  Γιάγκος, είχε μαγαζί στην Πόλη μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 30 που πούλαγε μουσικά όργανα (αρμόνικες κ.α.), δίσκους κλπ.
Όπως αναφέραμε παραπάνω, συνήθως αρμόνικα έπαιζε ο Γιάγκος Ψαμαθιανός και κιθάρα με τραγούδι ο Βάσος. Έτσι αναφέρει η παραπάνω (πρώτη) φωτογραφία που βρέθηκε (στην αρμόνικα είναι ο Γιάννης Καλαϊτζόγλου και δίπλα με την κιθάρα ο Βασίλης).
Κοιτάζοντας τον κατάλογο (που θα βρείτε στο φάκελο) με τις ηχογραφήσεις που περιέχουν αρμόνικα, παρατηρώ ότι 20-03-1909 ηχογραφήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη δέκα τραγούδια με αρμόνικα. Τα έξι είναι με την ορχήστρα του Ζουναράκη. Οπότε μένουν τα άλλα τέσσερα αγνώστου καλλιτέχνη (το ¨Χασάπικο¨ και η ¨Σούστα¨ μέσα σε αυτά). Διαβάζοντας παραπάνω, αναφέρετε ότι την ορχήστρα Ζουναράκη συνόδευε με αρμόνικα ο Ψαμαθιανός (λογικά ο Γιάγκος). Οπότε με κάθε επιφύλαξη πιθανότατα είναι οι Ψαμαθιανοί στη σημερινή πλάκα γραμμοφώνου, που επί τη ευκαιρία ηχογράφησαν και τέσσερα δικά τους κομμάτια, χωρίς όμως να αναγράφονται στις ετικέτες.  
Όπως και να έχει, έχουμε δυο εξαιρετικά εκτελεσμένα κομμάτια. Το ¨Χασάπικο¨  σε κάνει να θες να σηκωθείς να το χορέψεις (πράγμα σπάνιο για παλιές ηχογραφήσεις) και η ¨Σούστα¨ να αναρωτιέσαι πόσο δίκιο είχε ο Μουντάκης. Να σημειωθεί ότι με την αρμόνικα αντικαθιστούσαν από το βιολί μέχρι το κλαρίνο. Μεγάλες οι δυνατότητες του οργάνου σε συνδυασμό με τις ικανότητες του οργανοπαίκτη φυσικά.
Στο φάκελο θα βρείτε μία εξαιρετική έρευνα πάνω σε όλες τις ηχογραφήσεις αρμόνικας από τις αρχές του 1900.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

493. ODEON DSOG 2805 ΚΙΤΣΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ- ΜΠΑΤΖΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΚΙΤΣΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ 1962

Κιτσάκης Αλέκος (Το αηδόνι της Ηπείρου)- Μπατζής Βασίλης- Κιτσάκη Βασιλική ODEON DSOG 2805 Χρόνια εδώ στα ξένα - Αηδονάκι θα γινώ 1962- 45rpm- 7''

«Ο Αλέκος Κιτσάκης γεννήθηκε το 1934 στο Ριζοβούνι Πρεβέζης από γονείς γεωργοκτηνοτρόφους. Το ταλέντο του φάνηκε πολύ νωρίς και το γεύτηκαν πρώτα οι λαγκαδιές και τα ρουμάνια της ιδιαίτερης πατρίδας του. Οι χωριανοί του πρόσεξαν αμέσως το καθαρό και λαγαρό μέταλλο της φωνής του και άρχισαν να τον καλούν στις διάφορες εκδηλώσεις τους. Τον Οκτώβριο του 1946 κατεβαίνει στην Αθήνα και πηγαίνει με συγγενή του στην Πανηπειρώτικη συνομοσπονδία. Εκεί τον είδαν: οι Μάρκος Θάνος , Κων/νος Σταμάτης και Αχιλλέας Ζώης όπου του ζήτησαν να τραγουδήσει την "Τζαβέλαινα".
Ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν στο θέατρο της "Κυβέλης". Τραγούδησε την "Τζαβέλαινα" και πριν τελειώσει, ο κόσμος όρθιος και γεμάτος ενθουσιασμό χειροκροτούσε. Αυτή η εμφάνιση στην Αθήνα στέφθηκε από επιτυχία και αποτέλεσε την αρχή μιας δύσκολης αλλά θριαμβευτικής πορείας. Η Κοτοπούλη τον γνώρισε στην τότε βασίλισσα Φρειδερίκη η οποία σε συνεννόηση με την Πανηπειρώτικη τον έστειλε με δικά της έξοδα σε ιδιωτικό σχολείο. Τα καλοκαίρια 1951 και 1952 ο Αλέκος Κιτσάκης τραγουδάει στην πλατεία Σκουφά Άρτας και γίνεται χαμός. 
Το 1952 εγκαταλείπει την Πάτρα και έρχεται στην Αθήνα. Ο Αλέκος Κιτσάκης φοίτησε στο Εθνικό Ωδείο 6 χρόνια και απέκτησε πλούσια μουσική παιδεία και κατάρτιση, πράγματα που τον βοήθησαν στην μετέπειτα επαγγελματική του σταδιοδρομία. Αποφασίζει μόνος του να πάει στην ODEON την κατοπινή Μίνως Μάτσας και ζητάει να τον ακούσουν. Στην αρχή δεν τον δέχονται, αλλά αυτός επιμένει και ο μαέστρος Σπύρος Περιστέρης τον ακούει. Έξαλλος από ενθουσιασμό μαζεύει τους πάντες και δηλώνει πως ένα μεγάλο ταλέντο ανατέλλει. Το 1954 γραμμοφωνεί σε συνεργασία με τον κλαρινίστα Βάϊο Μαλλιάρα τα τρία πρώτα του τραγούδια "Γιατί είναι μαύρα τα βουνά", "Σταυρούλα μαυρομάτα", "Τα πήρανε τα πρόβατα".
Το 1956 γυρίζει σε συνεργασία με τον Βασίλη Μπατζή σε δίσκους τα 4 επόμενα τραγούδια του "Βλαχοθανάσης", "Βασίλω μου σ' αντάμωσα", "Λίτσα Βαγγελίτσα μου", "Περιστεράκια όμορφα". Η επιτυχία πρωτοφανής το 1960 με τα τραγούδια "Οι κλέφτες" και "Πάμε στο λόγγο για ξύλα". Έτσι ο κόσμος αρχίζει να τον αποκαλεί το ΑΗΔΟΝΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ. Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους και καλύτερους δημοτέχνες στο κλαρίνο όπως: Τάσος Χαλκιάς, Βασίλης Σαλέας, Βασίλης Σούκας, Βαγγέλης Σούκας, Γιάννης Βασιλόπουλος, Μάκης Μπέκος, Θανάσης Χαλιγιάννης, Βασίλης Μπατζής, Γρηγόρης Καψάλης, Φίλιππος Ρούντας, Χρόνης Καψάλης, Ναπολέων Ζούμπας, Ναπολέων Δάμος, Σταύρος Καψάλης. Επίσης συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με τον Γιώργο Κόρο.
Απεβίωσε στα Ιωάννινα, 2 Φεβρουαρίου 2015.»
«Ο Βασίλης Μπατζής γεννήθηκε στο Εκκλησοχώρι Ιωαννίνων το 1923 και πέθανε 14 Μαρτίου του 1993. Ήταν γιος του Περικλή (Κλη) Μπατζή.
Συνεργάστηκε πολλά χρόνια στο κέντρο "Έλατος" με τον Νίκο Καρακώστα και πήρε πολλά απ αυτόν, ώστε το παίξιμό του να μοιάζει πολύ με του Καρακώστα. Ακέραιος και παραδοσιακός μουσικός, ήταν ίσως ο τελειότερος μετά την "παλιά φρουρά".
Έπαιζε εξίσου καλά το Ηπειρώτικο, το Μωραΐτικο, ακόμα και τα καμπίσια με ξεχωριστό δικό του τρόπο, δημιουργώντας τη δική του "σχολή" το Μπατζίδικο παίξιμο.
Χαρακτηριστικό είναι το παίξιμό του στο τραγούδι "Περιστεράκια όμορφα".
Με τον Αλέκο Κιτσάκη ηχογράφησε πάνω από 100 τραγούδια.
Σύμφωνα με τη Δέσποινα Μαζαράκη («Το λαϊκό κλαρίνο», Εκδόσεις «Κέδρος», σελ. 25-26), η «σκλήθρα» (σόι) των Μπατζαίων είναι η πιο αντιπροσωπευτική οικογένεια μουσικών της ηπειρώτικης περιοχής του Πωγωνίου, με παράδοση που χάνεται στον χρόνο. Γι’ αυτό και τα χορευτικά πωγωνίσια κομμάτια λέγονται και «μπατζήτικα».»
".....να χορεύεις Πωγωνίσιο και γλυκά θα σε φιλήσω, με κλαρίνο του Μπατζή και Ζιτσιώτικο κρασί....".  
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

492. PANIVAR PA 249 ΚΟΥΜΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1970

Κουμιώτης (Κουμιωτάκης-Καμαράτος) Γεώργιος PANIVAR PA 249 Ώπα ώπα - Ο σπιτονοικοκύρης 1970- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Κουμιώτης (παλαιότερες αναρτήσεις 47, 73, 163, 219, 270, 362, 382 και 445) γεννήθηκε στο Τεφέλι Ηρακλείου στις 10-8-1931 .Πατέρας του ήταν ο Μιχάλης Κουμιωτάκης και μητέρα του η Μαρία το γένος Νουράκη.
Η Καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε από πολύ μικρό να μάθει λαγούτο σε ηλικία 16 χρονών και να παίζει σε γλέντια στην περιοχή του Ηρακλείου με τον παλιό λυράρη Γαβρίλη Σταυρουλάκη από τα Πιτσίδια όπως και με άλλους συντοπίτες λυράρηδες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ένας λαουτιέρης μπαίνει στα Ανώγεια ,που μέχρι τότε την λύρα την συνόδευε το μαντολίνο. Τον είχε φέρει ο αείμνηστος Νίκος Ξυλούρης. Ο Γιώργος Κουμιώτης ήταν το πρώτο λαγούτο που μπήκε στα Ανώγεια και σε αυτή την αλήθεια συναινεί ο μετέπειτα μεγάλος λαουτιέρης Γιάννης Ξυλούρης αδερφός του Νίκου.
Η συνεργασία του με τον Νίκο Ξυλούρη είχε αρχίσει. Αχώριστοι συνεργάτες και φίλοι πια εμφανίζονται σε γλέντια ,γάμους και άλλες εκδηλώσεις σε όλη την Κρήτη με πολύ μεγάλη επιτυχία.
Επιστέγασμα της πολύχρονης συνεργασίας τους ήταν ο πρώτος δίσκος γραμμοφώνου του Νίκου Ξυλούρη «Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές»  και το καλαματιανό «Νησιωτοπούλα μου» στο οποίο συντροφεύει στο τραγούδι τον Νίκο η σύντροφός του Ουρανία. Ένας δίσκος μια συνεργασία στην οποία συνέβαλε με το λαγούτο του ο Γιώργος Κουμιώτης για την οποία έχει μιλήσει πάρα πολλές φορές στο παρελθόν ο ίδιος με καμάρι και νοσταλγία.
Στα επόμενα χρόνια συνεργάζεται με όλη την τότε ανερχόμενη Ανωγειανή μουσική οικογένεια με Μανουρά, Καλομοίρη, Ψαραντώνη και Βασίλη Σκουλά .
Αρχές της δεκαετίας του 1960 γνωρίζει την σύντροφο της ζωής του Μαρία Αλεξανδράκη με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά την Βάνα και τον Μιχάλη.
Για την αγαπημένη του Μαρίκα ο Γιώργος Κουμιώτης έγραψε το καλαματιανό «Η Μαριώ η Κρητικιά» το οποίο ηχογραφεί το 1961 και για πρώτη φορά ακούγεται η γλυκιά φωνή του Γιώργου Κουμιώτη αποτυπωμένη στο Βινύλιο.
Η προσωπική καλλιτεχνική πορεία του έχει πια αρχίσει, με αγνότητα, αυθορμητισμό και πλούσια φαντασία εμπνευσμένος από πραγματικά γεγονότα της καθημερινότητας, του έρωτα, της αγάπης, του πόνου και της Κρήτης, γράφει στίχους και τους επενδύει με το μοναδικό προσωπικό του ύφος με μουσική.
Αυτό το προσωπικό ύφος, οι άψογες μελωδίες του, η ανεπανάληπτη εκφραστική ερμηνεία του ανάλογα με το θέμα του κάθε τραγουδιού τον καθιερώνει στην συνείδηση κάθε Κρητικού ανάμεσα στους μεγάλους δημιουργούς της Κρητικής μουσικής.
Στο επόμενο διάστημα ηχογραφεί ένα δίσκο με τον Γιώργο Καλομοίρη και ένα με τον Βασίλη Σκουλά ο οποίος και θα βαφτίσει την κόρη του την Βάνα.
Λίγο μετά τον θάνατο του Σοφοκλή Βενιζέλου ένα τραγούδι σκορπά ρίγη συγκίνησης σε όλη την Κρήτη αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα .ήταν το τραγούδι η δική του σύνθεση «Της Κρήτης τα παιδιά» , ένα καλαματιανό που αναφερόταν στον θάνατο του Σοφοκλή Βενιζέλου και που στο τραγούδι αυτό τον συνόδευε στην λύρα ο αείμνηστος Παντελής Σταυρουλάκης .
Με δικό του πια μουσικό σχήμα έχοντας συνεργάτη στην λύρα τον Γιάννη Καδιανάκη και τα αδέρφια του Γιάννη και Μανόλη εμφανίζονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με μεγάλη επιτυχία ενώ παράλληλα ηχογραφεί δεκάδες τραγούδια που γίνονται γνωστά και αγαπημένα…..
Ο Γιώργος Κουμιώτης έφυγε σε ηλικία 77 ετών το 2008».
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία σε παλαιότερες αναρτήσεις. Το σημερινό δισκάκι ηχογραφήθηκε και κόπηκε το 1970. Το 1971 ξανακόπηκε με κωδικό επίσης PA 249 αλλά είχε τα τραγούδια τον ¨Σπιτονοικοκύρη¨ και αντί για το ¨Ώπα ώπα¨ ήταν ¨Ο Γολγοθάς¨. Το δισκάκι με τον ¨Γολγοθά¨ θα αναρτηθεί στο μέλλον.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

491. COLUMBIA DG 7176 ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1955

Κουτσουρέλης Γιώργος- Μουντάκης Κώτσας (Μουντόκωστας)- Τζιμάκης Γιώργος (Τσαγκαράκης-Τζαγκαράκης) COLUMBIA DG 7176 Πεντοζάλια Ρεθυμνιώτικα - Συρτός Κισσαμίτικος Μεσογειανός 1955- 78rpm- 10''
Άχι πάντοτε είναι περιττό στον δυστυχή το γέλιο,
έλα μικρή μου αγάπη, γιατί ο πόνος στην καρδιά έχει βαθύ θεμέλιο
Άχι το γέλιο είναι μηχανή τον πόνο κομματιάζει,
έλα γι’ αυτό κανείς  πολλές φορές γελά και αναστενάζει
Άχι καίγομαι μες  τα βάσανα και λιώνω μες τα πάθη,
έλα γιατί επρόδωσες σκληρά μια μπιστεμένη αγάπη.
Τώρα, αν έπρεπε να διαλέξω μία και μόνο πλάκα γραμμοφώνου, που να εμπεριέχει τα βασικότερα στοιχεία Κρητικής μουσικής ιδιοσυγκρασίας, θα ήταν η σημερινή (έρχονται ήδη οι σκέψεις σας στο μυαλό μου- μιλάω προσωπικά). Σύνθεση, μαντινάδες (φωτιά) και λαούτο ο Κουτσουρέλαρος και λύρα-τραγούδι Μουντόκωστας στα ¨Πεντοζάλια Ρεθυμνιώτικα¨ και Τζιμάκης στο ¨Συρτό Κισσαμίτικο Μεσογειανό¨. Φυσικά το βιογραφικό παρακάτω, τιμής ένεκεν στον Κουτσουρέλη. Μουντής και Τζιμάκης, τεράστιοι αλλά..το 1955 είναι ακόμα υπό την ¨επίβλεψη¨ του Γιώργου.
«Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είναι ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς και εκτελεστές της Κρητικής μουσικής. Γεννήθηκε στο Καστέλι Κίσσαμου το 1914, σε ένα χώρο και μια οικογένεια που είχε αναδείξει πλήθος μουσικών και η καλλιέργεια της παράδοσης ήταν καθημερινή υπόθεση πολλών.
Όπως είχε πει ο ίδιος, από μικρό παιδί γοητεύτηκε από την Κρητική μουσική που είναι μια παράδοση από γενιά σε γενιά, που παρουσιάζει μια ιδιαίτερη μορφή ποιήσεως, χαρακτηριζόμενη από ιδιόρρυθμη έκφραση σε ρυθμό, σε αρμονία, σε χρώμα, χρόνο, τόνο και γενικά σε μελωδία. «Η Κρητική μουσική ριζώθηκε μέσα μου και αυτό πιστεύω συνετέλεσε γιατί ο πατέρας μου ήταν ένας από τους σημαντικότερους οργανοπαίκτες λαουτιέρης της εποχής του».
Εκτός όμως από τον πατέρα παρά πολλά άτομα της οικογένειας Κουτσουρέλη έπαιζαν διάφορα όργανα, λαγούτα, λύρες, βιολιά, μαντολίνα, ακόμα και κλαρίνο. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης μπολιασμένος από την γοητεία της Κρητικής μελωδίας, τις πενιές, τις δοξαριές, τα τραγούδια, το γοητευτικό κορμί της Κρητικής παράδοσης, άρχισε από τα πρώιμα παιδικά του χρόνια (5 ετών) να κουρδίζει και να χρησιμοποιεί τη σκούπα της μάνας του για να παίξει τις μελωδίες του μιμούμενος τ' άλλα μέλη της οικογένειας μουσικών.
Στο Δημοτικό σχολείο, κάτοχος πια μαντολίνου, έφτασε να παίζει πραγματικά τους ωραίους σκοπούς του, για να χορέψουν οι δάσκαλοι και οι συμμαθητές του. Πολύ γρήγορα ο Γιώργης Κουτσουρέλης παρακινούμενος από τον πατέρα του, αλλά περισσότερο ωθούμενος από την μυστική εκείνη λαχτάρα του προικισμένου καλλιτέχνη που τον οδηγεί στα πεπραγμένα του, άφησε τις παιδικές μουσικές περιπλανήσεις και ασχολήθηκε πολύ σοβαρά πια με το λαγούτο, το όργανο της ζωής του.
Έτσι στα 10 του χρόνια ήταν ένας αξιόλογος άρτιος λαουτιέρης που στα 12 χρόνια του είχε γίνει τέλειος επαγγελματίας, πολύ σωστός και περιζήτητος συνεργάτης από κορυφαίους καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής, βιολιτζήδες και λυράρηδες της εποχής εκείνης όπως ήταν ο Γιώργης Μαριάνος, ο Νικόλαος Χαρχαλής ο περίφημος λυράρης Νικόλαος Κατσούλης ή Κουφιανός και από άλλους.
Πολύ νωρίς σε ηλικία μόλις 16 χρόνων μπήκε στο χώρο της δισκογραφίας αρχίζοντας από το 1930 να παράγει, να ηχογραφεί και να κυκλοφορεί δίσκους, πρώτα με το Μαριάνo, στην Κολούμπια, μετά με τον σπουδαίο Ρεθεμνιώτη λυράρη Αλέκο Καραβίτη, κτλ. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης θυμάται πάντα με συγκίνηση τη βραδιά που έπαιζε στη λέσχη φιλελευθέρων στις 15 Δεκεμβρίου 1932, επ' ευκαιρία της ονομαστικής γιορτής του Ελευθέριου Βενιζέλου. Ο ίδιος ο πρόεδρος παρών στον εορτασμό, ευχαριστήθηκε τόσο πολύ που κάλεσε τους καλλιτέχνες, Μαριάνο και Κουτσουρέλη στο σπίτι του να παίξουν και να γλεντήσουν μαζί του και με τους στενούς του φίλους.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης αναγνωρισμένος από νωρίς σαν εμπνευσμένος δημιουργός Κρητικής μουσικής και δεξιοτέχνης καλλιτέχνης, εμφανίζεται με διάσημους λυράρηδες και βιολιτζήδες, ή και σαν σολίστας του λαγούτου. Με τον σπουδαίο λυράρη Νικόλαο Κουφιανό εμφανίζεται στο εθνικό στάδιο Αθηνών μαζί με συγκροτήματα απ' όλη την Ελλάδα. Συχνές ήταν και οι εμφανίσεις του στις εκδηλώσεις των Κρητών σε Αθήνα Πειραιά και Θεσσαλονίκη.
Αμάν αμάν σφάλμα μεγάλο έκανα, μάγισσας θυγατέρα,
αμάν αμάν και χάρισα σου την καρδιά και πέταξες την πέρα,
Αμάν αμάν εχάρισα σου την καρδιά και το όφελος μου ποιο΄ναι,
                                          μ΄ άφησες πάθη και καημούς και πόνους να με τρώνε.

Μετά από τον πόλεμο, του 1940, τον βρίσκουμε να συνεργάζεται και πάλι με μεγάλους μουσικούς όπως με τον Κώστα Μουντάκη, τον Νίκο Ξυλούρη (αργότερα) και άλλους. Τον Γιώργη Κουτσουρέλη τον κάλεσε δυο φορές ο διακεκριμένος μουσικολόγος Roberto Leydi, που κατείχε την έδρα της μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και ήταν διευθυντής της δραματικής σχολής του Μιλάνου.
Ο καθηγητής Leydi αποκαλούσε τον Γιώργη Κουτσουρέλη «ορχήστρα». Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, γράφει για τους λόγους που τον εμπόδισαν να ανταποκριθεί στις προσκλήσεις αυτές και να εμφανισθεί στο εξωτερικό. «Για δε τις προγενέστερες προσκλήσεις που είχα να πάω στο εξωτερικό και δεν τις πραγματοποίησα δεν μετανοώ και δε λυπάμαι, διότι εκτός τα ατυχήματα που συμβαίνουν είχα οικογενειακές υποχρεώσεις — γυναίκα και 4 μικρά παιδία και τους πικραμένους γέρους γονείς μου. Γι αυτό λοιπόν προτίμησα να μείνω στον τόπο μου να κυβερνώ και να προστατεύω τα ανήλικα παιδιά μου.
Τον Γιώργη Κουτσουρέλη βράβευσε το καλοκαίρι του 1986 ο Δήμος Ηρακλείου για τις σπουδαίες υπηρεσίες του στην Κρητική μουσική παράδοση, για το πλούσιο έργο του, την πρωτοτυπία των δημιουργιών του, την δεξιοτεχνία και την μοναδικότητα των ερμηνειών του αλλά και το ήθος του, που τον αναδεικνύει σ' ένα άψογο πολίτη.
Ο Γιώργης Κουτσουρέλης πέθανε τον Ιούλιο του 1994. Ο Καθηγητής του Πανεπιστήμιου Αθηνών Γιώργης Γιατρομανολάκης, έγραψε για τον Γιώργη Κουτσουρελη. "Καθώς έβλεπα και άκουγα τον λαϊκό καλλιτέχνη να παίζει το λαγούτο του καταλάβαινα πως το όργανο αυτό δεν ηχούσε επειδή ο μάστορας απλώς έκρουε τις χορδές του. Ο ήχος του λαγούτου δεν προερχόταν απλώς μέσα από το όργανο. Ολόκληρο το κορμί του Κουτσουρέλη με όλο το βάρος των χρόνων του ηχούσε και δημιουργούσε μουσική. Το λαγούτο ήταν προέκταση της σωματικής υπόστασης του λαουτιέρη." Αυτή λοιπόν η εξαίσια σωματική σχέση κάποιου με την τέχνη του είναι που ορίζει και την γνησιότητα του. Όχι η εγκεφαλικότητα η προσποίηση, όχι η εξωτερική κίνηση και η επιτήδευση. Πουθενά στόμφος η υπερβολή, πουθενά αίσθημα στερημένο από τον παλμό και την γνησιότητα του κορμιού. Και όταν έπαιζε ο δάσκαλος και όταν τραγουδούσε σου έδινε την αίσθηση πως ξόδιαζε σώμα από το σώμα του και αίμα από το αίμα του.
Ακόμη και όταν μιλούσε ήξερες πως ότι έλεγε δεν ήταν λόγια του αέρα. Ήταν ήχος και φωνή ενός παλλόμενου κορμιού. Για τούτο και κάθε λόγος του ηχούσε αρμονικός και φυσικός. Αποδείκνυε έτσι κάτι πολύ σημαντικό για τους Κρητικούς. Ότι η βασική αρετή της Κρήτης δεν είναι η φωναχτή και πομπώδης μεγαλοστομία. Δεν είναι η εξωτερική επίδειξη και το τουριστικό τσαλίμι, η καυχησιολογία και η επιπόλαιη υπερβολή. Η μεγάλη αρετή της Κρήτης είναι όχι η εξωστρέφεια και τα παχιά λόγια, αλλά η δύναμη που προέρχεται από μια αίσθηση αριστοκρατικής ηρεμίας. Και δεν δίδω βέβαια στη λέξη αριστοκρατία πολιτική ή κοινωνική έννοια. Εννοώ αυτό που μας έδειξε ο Κουτσουρέλης, πως ο αριστοκράτης δημιουργός ακριβώς επειδή η λαϊκή του συνείδηση είναι αριστοκρατική, δεν καταδέχεται να παίξει η να τραγουδήσει προς χάρη των τουριστών εντόπιων ή ξένων.
Πως παρακολουθώντας την παράδοση μας, τα πατροπαράδοτα, όπως είπε, δεν καταδέχεται να ξεπέσει σε λαϊκίστικες κραυγές και εύκολες επιδείξεις. Μίλησε για δύσκολους σκοπούς, για δύσκολα τραγούδια και δύσκολους χορούς. Δεν έκανε κριτική σε κανένα. Έδειξε με τα χέρια του και το κορμί του, το δικό του ερωτά προς την τέχνη του και προς τη ζωή.»
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Τρίτη 22 Απριλίου 2025

490. HIS MASTER'S VOICE 7PG 8181 ΓΑΡΓΑΝΟΥΡΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΠΑΠΑΤΣΑΡΑΣ ΜΑΝΟΥΣΟΣ 1973

Γαργανουράκης Χαράλαμπος (Μπάμπης)- Ξυλούρης Ιωάννης (Ψαρογιάννης)- Παπατσάρας Μανούσος HIS MASTER'S VOICE 7PG 8181 Δεν είμαι βασιλόπουλο - Τη ζήση μου βαρέθηκα 1973- 45rpm- 7''
 
«Ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης (βλέπε και ανάρτηση 324) γεννήθηκε 28 Ιουνίου του 1946 στο Ηράκλειο της Κρήτης.. Μεγάλωσε στον Άγιο Θωμά ένα ορεινό χωριό έξω από το Ηράκλειο. Στο χωριό του μέσα σε σπουδαίους καλλιτέχνες, σε μια γειτονιά λυράρηδων μαγεμένος από τους ήχους της λύρας και του λαούτου. Mε μια τεράστια μουσική παράδοση ο Άγιος Θωμάς γέννησε μερικούς από τους πιο φημισμένους τεχνίτες της λύρας, όπως τον Γιώργη τον Mελαμπιανό, τον Mιχάλη τον Kατσαραπίδη, τον Γιώργη Φραγκιουδάκη κ.α. Ανήσυχος από γεννησιμιού του ο Χαράλαμπος, κατάλαβε από τις τελευταίες τάξεις του σχολείου ακόμη, πως δε μπορούσε να πει στο κόσμο το πως ένιωθε αυτός τη Kρήτη χωρίς την λύρα.
O μεγαλύτερος του αδερφός που 'χε μεγάλη αγάπη στη κιθάρα, κατάλαβε το μεράκι του Xαράλαμπου και σε ηλικία 12 χρονών το 1958, τον φέρνει κοντά στο πρωτομπαρμπά τους, τον Γιώργη τον Mελαμπιανό που εντυπωσιασμένος από το μεράκι του ανιψιού του έκατσε μοναχός του και του 'φτιαξε τη πρώτη του λύρα. Δεν άργησε να ξεχωρίσει το ταλέντο του. Από τα δεκατέσσερα του χρόνια το 1960 ως τα δεκαεφτά του το 1963, εγύρισε όλα τα πανηγύρια, όλα τα χωριά από το Mαλεβύζι, Mονοφάτσι, Mεσσαρά, Tέμενος, Hράκλειο, Πεδιάδα, Bιάνο. H φήμη του για τη λύρα και το τραγούδι ξεπέρασε τα όρια του νομού, έφτασε στα Xανιά, στο Ρέθυμνο, στο Λασίθι.
Στα 18 του χρόνια το 1964, μια από τις μεγάλες εταιρίες δίσκων της εποχής, ανακαλύπτει το ταλέντο του και του ζητά να γράψει το πρώτο του δίσκο 45 στροφών με το τίτλο: "Eχάρισά σου τη καρδιά". Αμέσως μετά τον στρατό κατέβηκε στο Ηράκλειο όπου το 1970, έπαιξε στο πρώτο Κρητικό κέντρο τον "Ερωτόκριτο" που είχε κρητική μουσική κάθε βράδυ. Γρήγορα η αγάπη του κόσμου για την αξεπέραστη τέχνη του και την αντρίστικη μα και όλο γλύκα φωνή του, του 'δωσε τη θέση που του άξιζε. Το καλοκαίρι του 1972 σε ηλικία 26 ετών έπαιζε στο κέντρο "Aρετούσα" και το επόμενο καλοκαίρι το 1973 στα 27 του χρόνια μόλις, τον ανακαλύπτει ο μεγάλος Kρητικός συνθέτης Γιάννης Mαρκόπουλος.
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος του εμπιστεύθηκε ορισμένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του από τα έργα του “Θητεία”, “Θεσσαλικός Κύκλος”, “Οροπέδιο”, “Αφιέρωμα”, “Τολμηρή επικοινωνία”, “Παράθυρο στη Μεσόγειο” και τα νέα του έργα “Ορφέας” και “Αναγέννηση, Κρήτη, ανάμεσα σε Βενετία και Πόλη”. Πολλά τραγούδια έγιναν μεγάλες επιτυχίες όπως “Τα λόγια και τα χρόνια”, “Κρήτη μου όμορφο νησί”, “Προσκυνώ τη χάρη σου λαέ μου”, “Στου Ψηλορείτη τη κορφή” κ.ά.
Όταν πήγα στην Αθήνα- αναφέρει ο ίδιος – το 1973, ήδη ο Νίκος Ξυλούρης είχε κάνει 2 χρόνια στη «Λύρα», τη μπουάτ, εκεί που πήγα κι εγώ για δυο χρόνια και είχε τρία χρόνια συνεχούς συνεργασίας με το Μαρκόπουλο. Κάμανε μια δισκογραφική δουλειά που έχει μείνει στην Ιστορία της Ελληνικής μουσικής. Εγώ ποτέ δεν σκέφθηκα ότι θα μπορούσα να πάω και δεν το είδα ποτέ έτσι, ότι θα πάω να αντικαταστήσω το Νίκο Ξυλούρη.
Επίσης, έχει πάρα πολλές συμμετοχές σε δισκογραφικές δουλειές βοηθώντας νέους καλλιτέχνες. Πολλά από αυτά τα τραγούδια έγιναν επιτυχίες όπως "ο ναύαρχος", "μοιάζει η ζωή μου μ' όνειρο", "Άστρα" κ.ά. που τραγουδιούνται απ' όλους τους λυράρηδες της Κρήτης.
Έχει κάνει εκατοντάδες συναυλίες ανά τον κόσμο προσκεκλημένος από τους απόδημους Έλληνες του εξωτερικού πάντα με μεγάλη επιτυχία. Είναι παντρεμένος με την Αρετή, και έχει δύο παιδιά, την Εργίνη και τον Νίκο.»
Στο σημερινό δισκάκι, μαζί με τον Γαργανουράκη, ο Ψαρογιάννης με τον Μανούσο Παπατσάρα στα λαούτα (βλέπε παλαιότερες αναρτήσεις για βιογραφικά στοιχεία). Στις ετικέτες αναγράφει Ψαρογιάννης (Ψαριγιάννης Γ.).
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).