Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2025

473. OLYMPIC OEX 5004 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΑΣΚΟΞΥΛΑΚΗ ΧΡΥΣΟΥΛΑ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1966

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Σηφογιωργάκη (Ασκοξυλάκη) Χρυσούλα- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης) OLYMPIC OEX 5004 Ερωτόκριτος Νο4 (Πλευρά Α1) - Ερωτόκριτος Νο4 (Πλευρά Β1) 1966- 45rpm- 7''
«O Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Πρόκειται για ένα έμμετρο μυθιστόρημα που εκτείνεται σε 10.012 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Γράφτηκε στη Σητεία και στο Ηράκλειο γύρω στο 1600 μ.Χ., στην ακμή της Κρητικής Αναγέννησης, η οποία δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα τις αναγεννησιακές σχολές της Δύσης. Αφηγείται τον μεγάλο έρωτα του Ερωτόκριτου, ενός νέου που είχε όλες τις χάρες, αλλά δεν ήταν βασιλόπουλο, και της βασιλοπούλας Αρετούσας. Η υπόθεση έχει πολλά κοινά με το έργο Paris et Vienne του Γάλλου Pierre de la Cypède, το οποίο εκδόθηκε το 1487, αλλά το κρητικό αριστούργημα είναι ασύγκριτα υπέρτερο λογοτεχνικά και νοηματικά. Η υπόθεσή του οργανώνεται σε πέντε ενότητες. Έρωτας, παλικαριά, δοκιμασία, πόλεμος, λύτρωση.
Η ιστορία τοποθετείται σε μια μυθική Αθήνα όπου ζουν ο βασιλιάς Ηράκλης και η βασίλισσα Αρτέμη με τη μοναχοκόρη τους την Αρετούσα, μια ασύγκριτη στη χάρη και στην ομορφιά κοπέλα. Ο νεαρός Ερωτόκριτος, γιος του συμβούλου του βασιλιά, του Πεζόστρατου, ερωτεύεται την πριγκίπισσα και εκμυστηρεύεται τον έρωτά του στον φίλο του Πολύδωρο. Ο φίλος του προσπαθεί να μεταβάλει τη γνώμη και τα συναισθήματα του Ερωτόκριτου, τον συντροφεύει όμως στο νυχτερινό τραγούδι κάτω από το παράθυρο της Αρετούσας και του συμπαραστέκεται όταν ο βασιλιάς στέλνει δέκα ανθρώπους να πιάσουν τον άγνωστο τραγουδιστή (Στο σημερινό δισκάκι ο Σηφογιωργάκης κάνει αναφορα σε αυτό το κομάτι του μυθιστορήματος) .
Η Αρετούσα αρχίζει να ερωτεύεται τον άγνωστο νέο, ο Ερωτόκριτος όμως πείθεται να ταξιδέψει στην Έγριπο (Εύβοια), προκειμένου να ξεχάσει τα συναισθήματά του. Κατά την απουσία του ο πατέρας του αρρωσταίνει και η νεαρή πριγκίπισσα, όταν τον επισκέπτεται μαζί με τη μητέρα της, ανακαλύπτει στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου τα τραγούδια και τη ζωγραφιά της. Μετά την επιστροφή του ο Ερωτόκριτος καταλαβαίνει ότι η Αρετούσα έχει μπει στην κάμαρά του και έχει ανακαλύψει την ταυτότητά του. Τέλος στην ανησυχία του δίνει η διαπίστωση ότι η Αρετούσα φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αγάπη του……»
Το σημερινό δισκάκι αποτελεί μέρος από 7 45άρια (στο σύνολο) που κόπηκαν το 1966 για την RCA Victor (το σημερινό με κωδικό δίσκου EPAg7023). Αργότερα επανακυκλοφόρησαν το 1969 από τις ίδιες μήτρες από την Olympic Records. Τα ίδια τραγούδια περιλαμβάνονται και σε LP δίσκους στην RCA και Olympic και αργότερα (δεκαετία 80) στην Fidelity Special. Ο Σηφογιώργης είχε ξεκινήσει από το 1963 να δουλεύει πάνω στον Ερωτόκριτο. Φυσικά στα φωνητικά της Αρετούσας η γυναίκα του Χρυσούλα Ασκοξυλάκη. Στο λαούτο ο Μαρκογιάννης και όχι ο Μαράκης όπως αναγράφει στο οπισθόφυλλο του δίσκου.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

472. CASTRO CAS 101 ΚΑΜΑΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1973

Καμάρης Δημήτρης- Τσαγκαράκης Δημήτρης (Τσαγκαροδημήτρης) CASTRO CAS 101 Κόψε τσι Θε μου τα φτερά (Συρτός) - Αναστορούμαι τα παλιά (Κοντιλιές) 1973- 45rpm- 7''
«Ο Δημήτρης Καμάρης (βλέπε και ανάρτηση 137) γεννήθηκε το Φλεβάρη του 1943, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Αδερφός του ο Κώστας Καμάρης (πέντε στο σύνολο αδέρφια) που παίζει λαούτο. 
Δισκογραφικά έχει πέντε 45άρια (στην castro,  rythmophone, music-box και δύο στην panivar), τρία LP (δύο προσωπικούς δίσκους και ένα με τον Λάμπρο Χαριτάκη), περίπου δεκαπέντε κασέτες και δυο cd.
Έχει συνεργαστεί δισκογραφικά με τους: Τσαγκαράκη Δημήτρη, Ξυλούρη Γιάννη, Παπατσαρά Μανούσο, Φασουλά Ζαχάρη, Καμάρη Κώστα, Χαριτάκη Λάμπρο και με τον Κοτσαμπασάκη Μίνω. Επίσης έχει συνεργαστεί σε γλέντια και εκδηλώσεις με τον Μαρκογιάννη, Νίκο Μανιά, τον Κακλή, τον Νίκο Καδιανό και τον Φουκάκη.»
«Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης ήταν ένας πολύ καλός λαουτιέρης που έπαιξε με πολλούς μουσικούς στο διάστημα 1955-1975. Επαιξε και ηχογράφησε με τους:Καλομοίρη,  Μουντόκωστα, Ψαρονίκο, Μιχάλη Τζαγκαράκη, Δημήτρη Καμάρη, Κοκολογιάννη, Μελεσσανάκη Ζαχαρία, Γιώργο Σταυρουλάκη (Αντισκαριανό), Γιάννη Κακουλάκη και τον λυράρη Μιχάλη Κρασαδάκη. Ήταν αδελφός του Μιχάλη Τζαγκαράκη (Τσαγκαρομιχάλη).
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο. Επίσης είχε την εταιρεία Castro στην οποία κυκλοφόρησε αρκετές κασέτες κατά τη δεκαετία του 70, μεταξύ των οποίων μία του Σκορδαλού και μία εκπληκτική του Γαργανουράκη.»
¨Κόψε τσι Θε μου τα φτερά, σπάσε τσι το τιμόνι,
γιατί θαρρεί πως βρίσκεται αυτή στον κόσμο μόνη¨
Αρκετά όμορφα παιξίματα από Καμάρη- Τσαγκαροδημήτρη στο σημερινό πρώτο δισκάκι της δισκογραφικής Castro. Η Castro έκοψε τρία 45άρια με το ένα από αυτά να έχει δυο διαφορετικές ετικέτες.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025

471. PANIVAR PA-212 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΦΟΥΚΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1970

Σκουλάς Βασίλης (Καλαθάς)- Φουκάκης Δημήτρης PANIVAR PA-212 Ντελίνα (Κοντυλιές) - Θα κάνω μεταμόσχευση (Συρτός) 1970- 45rpm- 7''
«Θα µπορούσε να πει κανείς πως γεννήθηκε µε το δοξάρι στα χέρια του· αυτό που επτά δεκαετίες τώρα αποτελεί προέκταση όχι των άκρων του αλλά της ψυχής του. Ο ζωντανός θρύλος της κρητικής µουσικής Βασίλης Σκουλάς µιλά στις “διαδροµές” για τη λύρα του, τις καταστάσεις που “γέννησαν” το µεράκι του, τη δύναμη της κρητικής µουσικής, αλλά και την ανάγκη διατήρησης κι εξέλιξης ταυτόχρονα της ουσίας της παράδοσης.
Πρωτοπιάσατε τη λύρα στα 7 σας. Τόσα χρόνια µετά τι είναι για εσάς το δοξάρι; Χάνεται ο ενθουσιασµός µε το πέρασµα των ετών;
Το δοξάρι είναι προέκταση της ψυχής µου· βρίσκεται δίπλα µου από αυτήν την ηλικία κι ακόµη πιο µικρός. Για να πορευτώ τόσες δεκαετίες σε µια ευχάριστη διαδροµή, ήταν πολύ σηµαντικό να µην µε κουράσει και να µην το κουράσω. Αυτό, λοιπόν, µε κρατά µέχρι και σήµερα φρέσκο. Φυσικά, υπάρχει η κούραση κι από την καθηµερινότητα, όταν πιάσω όµως το όργανο και ξεκινάω να τραγουδώ δια µαγείας φεύγουν όλα και βρίσκοµαι σε έναν άλλον κόσµο.
Είστε µεν από καλλιτεχνική οικογένεια, αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα. Πόσο εύκολο ήταν να ασχοληθείτε µε τη µουσική κι όχι µε κάτι άλλο;
Ήταν οι συνθήκες τέτοιες εκείνη την εποχή που αναγκαζόσουν κατά κάποιο τρόπο να προσαρµοστείς µε την ατµόσφαιρα. Εγώ γαλουχήθηκα στο καφενείο του παππού µου πρώτα και του πατέρα µου ύστερα, το οποίο αποτελούσε σηµείο συνάντησης για τους ανθρώπους του χωριού, της γειτονιάς. Κάπως έτσι δηµιουργούνταν οι παρέες, τα πειράγµατα και οι καταστάσεις που κρατούσαν και προσέφεραν µέχρι και 20 ώρες διασκέδασης. Έµαθα να παρατηρώ και να διαβάζω τους ανθρώπους, ενώ µαγνητοφωνούσα κιόλας φωνές. Σιγά – σιγά εξελίχθηκε όλο αυτό· στην αρχή που πρωτόπιασα τη λύρα ήταν σαν παιχνίδι για µένα, διότι είχαµε στερήσεις και δεν είχαµε την πολυτέλεια για πολλά πράγµατα. Αυτό το παιχνίδι µού έβγαζε µεράκι κι ερωτισµό, τα οποία βέβαια διαπίστωσα πολύ αργότερα.
Πώς γίνεται ένα τόσο δα χωριό όπως τα Ανώγεια να έχει “γεννήσει” τόσους σπουδαίους καλλιτέχνες;
Έχει περάσει το γονίδιο από τη µεριά µου και τη µεριά των Ξυλούρηδων. Ο προπάππους µας µε τον Ξυλούρη έπαιζε λύρα, ο παππούς µου έπαιζε λύρα, ο αδερφός του παππού µου λύρα (ο οποίος ήταν επίσης του Ξυλούρη), ο πατέρας µου µετέπειτα λαϊκός ζωγράφος, ο θείος µου µεγάλος ποιητής, ο Χαιρέτης πρώτος µου ξάδελφος. Πιστεύω παίζουν ρόλο τα χρόνια εκείνα, οι καταστάσεις, ακόµη κι η υψοµετρική διαφορά και το κακοτράχαλο του µέρους ετούτου. Οι άνθρωποι που ζούσανε σε αντίξοες συνθήκες, δηµιουργούσανε και καταθέτανε το “µερακλίκι” τους στις παρέες µέσω της ποίησης, της µελωδίας κοκ.
Η µουσική σας αλλά κι εσείς ο ίδιος έχετε ταξιδέψει σε πολλά µέρη που υπάρχουν Έλληνες και Κρητικοί συγκεκριµένα. Η κρητική µουσική τελικά δεν γνωρίζει σύνορα;
Η µουσική δεν έχει σύνορα, είναι διεθνής γλώσσα. Σηµασία έχει πόσο θα σε αγγίξει και θα σε συγκινήσει το κάθε άσµα. Κι ο µη Κρητικός, ο µη Έλληνας, εµπνέεται από τη µουσική µας, την αγκαλιάζει και µάλιστα υποκλίνεται µε µια σχεδόν ευλάβεια σε αυτήν. ∆εν έχει σηµασία από πού είσαι, ποιος και τι είσαι, αλλά τι σε συγκινεί, σε εκφράζει κοκ. Η νοσταλγία του Κρητικού στο εξωτερικό είναι πολύ µεγάλη. Παλαιότερα δε, πηγαίναµε οι καλλιτέχνες να παίξουµε έξω και βλέπανε στα πρόσωπά µας τα της πατρίδας. Η ουσιαστική ταυτότητα εξάλλου είναι οι ρίζες µας. Όσο πιο αποµακρυσµένος είσαι, τόσο πιο έντονο το αίσθηµα.
Έχετε κάτι πολύ οικείο και σας νιώθουν όλοι δικό τους άνθρωπο πια. Αυτή η χρόνια παρουσία στο καλλιτεχνικό στερέωµα δεν σας έβαλε σε πειρασµό να ξεστρατίσετε ποτέ;
Ήµουν πάντα ο εαυτός µου. Ξέρεις όλα µεταφέρονται στις συζητήσεις των προπαππούδων µας, των παππούδων, των γονιών µας κ.λπ. και κρινόµαστε καθηµερινά. Είναι η στάση ζωής µου τέτοια και δεν το κάνω για να πάρω τα εύσηµα.
Σας χαρακτηρίζουν τη ζωντανή µουσική ιστορία της Κρήτης. Νιώθετε την πίεση και την ευθύνη πίσω από αυτές τις λέξεις;
Αισθάνοµαι την ευθύνη του να µην παρεκκλίνω από αυτό που είµαι. Αυτό µού παρέδωσαν οι πρόγονοι, µε γαλουχήσανε άνθρωποι που είχαν ένα µεγαλείο ψυχής κι ανθρωπιάς και λειτουργήσανε ως πρότυπα για µένα, ακολουθώντας µε µέχρι σήµερα…
Υπάρχει τα τελευταία χρόνια µια τάση επιστροφής στις ρίζες και την παράδοση, γενικότερα. Σας βρίσκει σύµφωνο η παράδοση να “παντρεύεται” µε κάτι πιο φρέσκο και έτσι να ξανανιώνει κατά κάποιο τρόπο;
Η παράδοση δεν πρέπει να µένει στάσιµη, αλλά να εξελίσσεται διαρκώς µε τα νέα δεδοµένα, µε ευλάβεια και σοβαρότητα όµως, να µην ευτελίζεται.
Επόµενο είναι κάθε γενιά να προσθέτει κάτι, το οποίο αν αξίζει θα περάσει και στην επόµενη για να πορευτεί µε αυτό, αλλιώς θα το απορρίψει. Εξελισσόµαστε, αλλά να µην ξεχνάµε να “ακουµπάµε” και πίσω στα ουσιαστικά που έχει να µας δώσει η παράδοση.
Αν περιγράφατε ή καλύτερα τραγουδούσατε την Κρήτη σε έναν ξένο, µε ποιο τραγούδι θα το κάνατε;
Με ένα ριζίτικο, µε έναν αµανέ, µε Ερωτόκριτο… σε πολλές περιπτώσεις δεν ξέρουν π.χ. ούτε καληµέρα να πουν στα ελληνικά, έχουν όµως µια µουσική παιδεία κι εισπράττουν σε βάθος χρόνου τη µελωδία και τον στίχο του τραγουδιού. Μπαίνουν στη διαδικασία να το νιώσουν. Το ριζίτικο εξάλλου µιλάει από µόνο του.
Τα κρητικά γλέντια είναι ξακουστά. Υπάρχει όµως σεβασµός στον καλλιτέχνη και στον ίδιο τον κόσµο όπου έχετε βρεθεί;
Προσωπικά έχω εισπράξει µόνο σεβασµό, όπως κι έδωσα αντίστοιχα. Τη σηµερινή εποχή έχουµε ξεφύγει λίγο στα γλέντια µε τα µεθύσια και τις κούπες αλλά και τα έκτροπα µε τους πυροβολισµούς, κάτι που δεν χρειάζεται ούτε είναι της παράδοσης. Δυστυχώς, µέσα από αυτές τις καταστάσεις γίνονται κι ατυχήµατα και χάνονται ζωές. Πρέπει να γίνει σαφές ότι η παράδοση δεν είναι αυτό.»
«Ο Δημήτρης Φουκάκης (βλέπε και ανάρτηση 158) γεννήθηκε το 1936 στον Πανασό Ηρακλείου και ήταν ένας σπουδαίος καλλιτέχνης με σπάνια δεξιοτεχνία στο λαούτο. Συμμετείχε σε δεκάδες δίσκους στη μεγάλη του αυτή μουσική διαδρομή.
 Άξιος αντιπρόσωπος της παλιάς γενιάς της Κρητικής Παραδοσιακής Μουσικής, ο Δημήτρης Φουκάκης. Ιδιαίτερο, χαρακτηριστικό το περίτεχνο συνοδευτικό παίξιμο που άφησε εποχή και σίγουρα θα μελετηθεί από τους νεότερους. Πολλές συνεργασίες και δισκογραφίες στο ενεργητικό του. Είχε συνεργαστεί με Ν.Ξυλούρη, Θ. Σκορδαλό, Β.Σκουλά, Γ.Κουφαλιτάκη, Γ.Καλομοίρη, Ν.Σωπασή, Μ.Τζαγκαράκη, Ζ.Κριτσωτάκη, Μ.Λουμπάκη, Γ.Παπαδάκη.
Απεβίωσε το 2017.»
Το πρώτο προσωπικό δισκάκι του Καλαθά η σημερινή ανάρτηση (έχει κόψει νωρίτερα με τους Κουμιώτηδες στην Odeon και θα αναρτηθεί σε επόμενη ανάρτηση). Στο λαούτο ο Δημήτρης Φουκάκης. Το δισκάκι έκοψε με δυο διαφορετικές ετικέτες. Στις μεν αναφέρετε ο Φουκάκης ενώ στις άλλες όχι. Επίσης η ¨Ντελίνα¨ αναγράφεται και ¨Η Ντελίνα¨. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και έτσι έκοψε και στην Αυστραλιανή Melody.
Να ευχαριστήσω τον Ιδομενέα από Ρέθυμνο για τα σκαναρίσματα του περιοδικού Κρήτη.
Την συνέντευξη του Σκουλά θα την βρείτε εδώ και στις πληροφορίες.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 
 
 


Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

470. ΧΡΥΣΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ GMC-1011 ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ- ΣΑΛΕΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ 1969

Ζαχαρόπουλος  Ζαχαρίας- Σαλέας (Παναγιωτόπουλος) Νίκος- Αραπάκης (Παύλου) Αλέκος ΧΡΥΣΟ ΜΙΚΡΟΦΩΝΟ GMC-1011 Ιτιά - Λιβανατέϊκο 1969- 45rpm- 7''

«Ο Νίκος Σαλέας (Παναγιωτόπουλος- βλέπε και ανάρτηση 186 και 263) γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Τα πρώτα του βήματα τα πήρε απ' τον πατέρα του Κώστα Σαλέα που έπαιζε ζουρνά. Την εποχή που το άστρο του Χαραλάμπου Μαργέλη, Νίκου Καρακώστα, Βάϊου Μαλλιαρά, Κώστα Γιαούζου κ.α. κορυφαίων σολίστ του κλαρίνου έδυε, δυο άλλα, του ιδίου τουλάχιστον διαμετρήματος, δίνουν στο κλαρίνο νέα υπόσταση. Δεν ήταν άλλα από αυτά του Βασίλη Σαλέα (αδερφός του Νίκου) και του Βαγγέλη Σούκα.

Εμφανίστηκε σε πολλά μεγάλα κέντρα των Αθηνών της χρυσής εκείνης εποχής, αλλά και στην επαρχία. Αδελφοί του ήταν οι επίσης κλαρινίστες Γεράσιμος και Βασίλης (ο Μεγάλος). Ο τωρινός Βασιλάκης Σαλέας (ο νεότερος) είναι γιος του.»

«Ο Αλέξανδρος Παύλου ή Αραπάκης (βλέπε και ανάρτηση 110, 263 και 405), όπως ακριβώς αναγραφόταν το όνομά του στο δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας, ανήκε στην πέμπτη γενιά μιας οικογένειας παραδοσιακών μουσικών με καταγωγή από τη Σούρπη του Αλμυρού Βόλου. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Παύλου, αλλά στον κόσμο ήταν γνωστός με το παρωνύμιο Αραπάκης, το οποίο κληρονόμησε από τον πατέρα του και οφειλόταν προφανώς στο μελαψό τους χρώμα.

Πατέρας του ήταν o επίσης ξακουστός βιολιτζής Γιώργος Παύλου-Αραπάκης, που έφυγε από τη Σούρπη σε ηλικία 18 χρονών και ο δρόμος του τον έφερε στα Ψαχνά της Εύβοιας. Εκεί παντρεύτηκε με τη Βασιλική Ντάβου γύρω στα 1915, με την οποία απέκτησαν επτά παιδιά, τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια. Το τέταρτο κατά σειρά παιδί ήταν ο Αλέκος, που γεννήθηκε το 1921.

Το μουσικό ταλέντο του Αλέκου Αραπάκη εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς. Πριν καλά-καλά πάει στο Δημοτικό σχολείο, έπαιζε μαντολίνο, αλλά πολύ σύντομα άφησε το μαντολίνο κι έπιασε το βιολί, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα και του παππού του, που ήταν και οι δάσκαλοί του. Τελειώνοντας το Δημοτικό, ήταν κιόλας ένας επαγγελματίας βιολιτζής και τον καλούσαν να παίζει σε γάμους και πανηγύρια με διάφορες μουσικές κομπανίες.
Η εξέλιξή του υπήρξε εντυπωσιακή και, πριν ακόμη κλείσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του, το όνομά του συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα ονόματα των δημοφιλών οργανοπαιχτών της εποχής. Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα το 1948, έχοντας φτάσει σε ηλικία 27 ετών, παντρεύτηκε τη Ζαχαρού Μποϊντά από την Αμάρυνθο (Βάθια) της Εύβοιας και μετοίκησε από τα Ψαχνά στο χωριό της γυναίκας του. Καρπός του γάμου του ήταν οι δύο γιοι του, ο Γιώργος και ο Βασίλης.

Ιδιαίτερα δημιουργική ήταν στη συνέχεια η επί σειρά πολλών ετών συνεργασία του με τη Δόμνα Σαμίου, την οποία συνόδευε και στη δισκογραφία και σε πλήθος συναυλιών εντός και εκτός Ελλάδας.

Αξίζει, επίσης, να αναφερθεί ότι είχε παίξει τόσο στο Ηρώδειο όσο και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Ενδεικτικό της μεγάλης του αναγνώρισης είναι και το γεγονός ότι προσκλήθηκε να παίξει μαζί με τον θρυλικό βιολιστή Jehudi Menuhin (Γιεχούντι Μενουχίν) σε μια διαφημιστική ηχογράφηση στη Γαλλία.
Ο Αλέκος Αραπάκης δεν άφησε στιγμή το αγαπημένο του βιολί έως το τέλος της ζωής του. Απεβίωσε στις 12 Ιανουαρίου 2006 στην Αθήνα, σε ηλικία 85 ετών.»

Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).

 


 


Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

469. RECOR BK-019 ΜΑΪΚΑΝΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ 1962

Μαϊκαντής (Μαηκαρτής) Ιωάννης- Αρβανίτης Χριστόφορος RECOR BK-019 Που είσαι Λενιό δεν φαίνεσαι (Καλαματιανό) - Στη Ρούμελη (Τσάμικος) 1962- 45rpm- 7''
«Ο Γιάννης Μαϊκαντής γεννήθηκε το 1921 στη Σπολαϊτα Αγρινίου. Διέπρεψε σαν τραγουδιστής στα πανηγύρια του Αγρινιώτικου κάμπου, που ήταν πολύ απαιτητικά, λόγω της ιδιορρυθμίας των χορευτών. Στη συνέχεια ανέβηκε στην Αθήνα όπου γραμμοφώνησε με τον Βασίλη Μπεσίρη μερικά τραγούδια. Ήταν ο συνεχιστής του Σεραφείμ Γεροθεοδώρου ειδικά στα καθιστικά και στα κλέφτικα. Τολμώ να πω ότι τα απέδιδε ίσως και καλύτερα, γιατί δεν έβαζε μέσα το ψαλτικό στοιχείο που πέρναγε ο Γεροθόδωρος. Η βροντώδης φωνή του έσπαγε κυριολεκτικά τζάμια! Ήταν χωρίς αμφιβολία ένας σπουδαίος τραγουδιστής.
Γραμμοφώνησε 3 τραγούδια στις 78 στροφές το 1950 και πολύ αργότερα 4 στις 45 στροφές.»
Ο Χριστόφορος Αρβανίτης, με καταγωγή από την Ναύπακτο, στο κλαρίνο, Λίγα τα βιογραφικά στοιχεία και το φωτογραφικό υλικό στη σημερινή ανάρτηση, με τη βοήθεια του καναλιού του Γιώργου Υφαντή και το greekdiscography του Χατζηαντωνίου. Να σημειωθεί ότι η εταιρία Recor του Κουτσοθανάση εξαγόρασε τις μήτρες της Αμερικάνικης Nina και έκοβε ως Phono Recor (βλέπε τα σχόλια της ανάρτησης από τον φίλο Angelo Lymp). Επίσης τα λάθη στις ετικέτες είναι του Μαϊκαντή που τον αναφέρουν Μαηκαρτή και τη Ρούμελη που βγάζει μάτι.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

468. PARLOPHON B.21683 ΡΟΔΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1933

Ροδινός Ανδρέας- Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης- Μπαξές) Ιωάννης PARLOPHON B.21683 Ρεθυμιώτικη Πεντοζάλη - Ρεθυμιώτικο Συρτό 1933- 78rpm- 10''
Ο Ανδρέας Ροδινός (βλέπε και ανάρτηση 178) γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Ο πατέρας του, φούρναρης στο επάγγελμα, καταγόταν από το Ατσιπόπουλο, ενώ η μητέρα του Χρυσούλα το γένος Μαμαγκάκη καταγόταν από τα γειτονικά Φραντζεσκιανά Μετόχια.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα στην ηλικία των 14 χρονών από ένα συγγενή της μητέρας του (πιθανόν τον λυράρη από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια Βαγγέλη Καλαϊτζάκη), ενώ η μαρτυρία του αδερφού του ότι ο μικρός Ανδρέας κάθονταν και έπαιζε ώρες λύρα με τους συνομήλικους Τουρκοκρητικούς γείτονες του μαρτυράει το ζήλο του για τη μουσική.
Η επιθυμία του για ζωή ήταν έντονη. Όπως και για τη λύρα. Ένα περιστατικό διηγείται ο Ρεθεμνιώτης γιατρός Nίκος Λυράκης με κείμενό του στο περ. «Προμηθεύς Πυρόφορος» (Δεκέμβριος 1980), που αναδημοσιεύθηκε στην εφημ. «Eλευθερία» του Pεθύμνου, φ. της 21/22-3-98, σελ. 12:
“…το έτος 1917-18 που τελείωσα το Γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνάντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς τον Ανδρέα, παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Είχα ακούσει από καιρό πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ τον ρώτησα: Πότε επιτέλους θα την μάθεις αυτή τη λύρα; Να την, μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Εγώ, Νίκο, συνεχίζει, θα την μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα μεσάνυχτα να παίξω χωρίς να μιλώ· όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω… Εγώ κατόπιν τα διηγήθην και στη συνέχεια προήλθε μία σύγχυση στο ιστορικό αυτό”.
Ο Ροδινός από τα 16 του χρόνια, γύριζε τα χωριά του Ρεθύμνου αρχικά, αλλά και του Αποκόρωνα και των Σφακίων αργότερα, προς αναζήτηση παλιών σκοπών και μελωδιών. Διδάχτηκε επίσης, από παλιούς και έμπειρους λυράρηδες της πόλης του Ρεθύμνου, όπως το Νικήστρατο (για λίγο καιρό γιατί πέθανε στα πρώτα του βήματα του Ανδρέα) και το Γέρο-Πισκόπη.
Στα 17 του δημιούργησε το δικό του συγκρότημα (“ζυγιά”) με τον λαουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλο από την Επισκοπή Ρεθύμνου. Ήταν πλέον ένας εκπληκτικός και καταξιωμένος λυράρης. Λέγεται επίσης ότι ήταν ιδιαίτερα ευφυής και άριστος μαθητής.
Ο Ανδρέας Ροδινός ήταν ερασιτέχνης αλλά και εύπορος οικονομικά και αυτό ήταν από τα χαρακτηριστικά του καθώς ποτέ δεν είδε τη λύρα ως επάγγελμα και αποστρεφόταν τους φιλάργυρους συναδέλφους του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στο μοναδικό γλέντι που δέχτηκε χρήματα (8 Σεπτέμβρη του 1932) στο μεγάλο πανηγύρι της Παναγιάς στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου και στο οποίο μαζεύτηκαν 6-7 χιλιάδες δραχμές, έσπευσε να τα δωρίσει στην εκκλησία και με τα οποία χτίστηκε εικονοστάσι που σώζεται ως σήμερα.
Θρυλική έχει μείνει η εμφάνιση του μαζί με τον Χαρίλαο Πιπεράκη τον ξακουστό λυράρη της εποχής που ζούσε στην Αμερική και καταγόταν από το Ξεροστέρνι Αποκορώνου και το γέρο-Καντέρη επίσης από τον Αποκορώνα στην προκυμαία του Ρεθύμνου το καλοκαίρι του 1930. Βραδιά κατά την οποία μετά τους δύο μεγάλους λυράρηδες, ο Ροδινός με τη συνοδεία του Ψίλλου (Σταύρου Ψιλλάκη) στο λαούτο, “έδωσε εξετάσεις” και ενθουσίασε τα πλήθη παίζοντας λύρα μέχρι τα ξημερώματα.
Αφού λοιπόν τελείωσε το γυμνάσιο συνέχισε να ασχολείται με πάθος με τη μουσική, έχοντας πλέον ως συνεργάτη τον λαουτιέρη με τη καταπληκτική φωνή Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη). Ο Ροδινός δε σταματά να καλλιεργεί την τέχνη του, να ερευνά, να χώνεται όλο και πιο βαθιά στη μελέτη της κρητικής μουσικής παράδοσης. Γυρνούσε στα χωριά, συναναστρεφόταν με τους γεροντότερους, ρωτούσε για παλιούς σκοπούς, μελωδίες, τραγούδια. Με τις ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο του δοκιμάζει παλιές και νέες μελωδίες και σκοπούς τους οποίους προσφέρει άμεσα στο ακροατήριο του.
Κάποια στιγμή ο Ανδρέας Ροδινός θα πρέπει να ασχολήθηκε και με την οργανοποιία. Όχι τόσο άμεσα, όσο συμβουλευτικά. Πολλοί μιλούν για την επιρροή του στη μορφή της σύγχρονης λύρας που όχι άδικα έχει αποδοθεί κυρίως στο Μανώλη Σταγάκη. Ο Μανώλης Σταγάκης μας παρέδωσε αυτό που οι σύγχρονοι λέμε Κρητική λύρα, αλλά σίγουρα οι επιρροές του από τις παρεμβάσεις του Ανδρέα Ροδινού, του οργανοποιού Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά και του μαραγκού και οργανοποιού Αντώνη Μαράκη ή Μαραντώνη από την Κοξαρέ Αγίου Βασιλείου (για τον οποίο θρυλείται ότι είναι ο κατασκευαστής της κύριας  λύρας του Ροδινού) ήταν καθοριστικές.
Το 1933 κατατάχθηκε στο στρατό όπου καθηλώθηκε για 6 μήνες στο νοσοκομείο, εξαιτίας μιας πλευρίτιδας που τελικά αποδείχτηκε μοιραία καθώς επιβάρυνε την ήδη άσχημη ψυχολογική του κατάσταση. Ο θρύλος μιλάει για τον αδιέξοδο έρωτα του για μία “ξένη ξανθιά γυναίκα, μεγαλύτερη σε ηλικία από τον ίδιο, αλλά και παντρεμένη”.
Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης που παρουσίασε, ύστερα από επιμονή των φίλων του, ανέβηκε στην Αθήνα και ηχογράφησε δύο δίσκους 78 στροφών (ο σημερινός και αυτός στην ανάρτηση 178) με συνοδεία στο λαούτο από το τον Γιάννη Μπερνιδάκη.
Πήρε το απολυτήριο του και μεταφέρεται στους Νίππους, ένα ύψωμα στα δυτικά του Ρεθύμνου ψάχνοντας για τον καθαρό αέρα που θα βοηθούσε στην αρρώστια του.
Ο Νίκος Αγγελής σε μια όμορφη αναφορά του στον Ανδρεά Ροδινό περιγράφει:
“…Υπάρχει στο δυτικό Ρέθεμνο ένα ύψωμα γεμάτο αμπέλια και δέντρα. Οι Νίπποι. Πάνω απ’ τη «βίγλα», εφτακόσια μέτρα ψηλά, βγορίζουν εβδομήντα χωριά Χανιά και Ρέθεμνος. Εκεί ψηλά ήταν η καλύβα του Ροδινού μονάχη. Εκεί ψηλά ο πληγωμένος νέος προσπαθούσε να νικήσει την αρρώστια που τού ’τρωγε τα στήθεια. Περνούσαν δραγάτες και τού ’φερναν τα νέα του κόσμου. Περνούσαν ακόμη φίλοι και ξένοι να του πουν «περαστικά».
Κάθε βράδυ έβλεπαν οι ζευγάδες απ’ τα γυροχώρια τις φωτιές του κι’ οι πιο κοντινοί άκουαν την πονεμένη λύρα του να γεμίζει παράπονο τα σκοτάδια. Έβλεπε κι’ εκείνος κάτω τον τόπο που αγάπησε. Ήταν κάτω τα χωριά. Κάτω γλεντούσαν και χόρευαν. Θυμόταν τη μικρή του ιστορία. Όταν τον κοίταζαν χιλιάδες μάτια να παίζει…”.
Τέλη του 1933 μεταφέρεται σε σανατόριο στα Μελίσσια Αττικής. Μετά από μήνες χωρίς βελτίωση, το Γενάρη του 1934 επιστρέφει στο Ρέθυμνο και στις 9 Φεβρουαρίου 1934, “φεύγει” σε ηλικία μόλις 22 χρονών. Την ημέρα της κηδείας του φάνηκε πόσο αγαπητός ήταν καθώς έκλεισαν όλοι τα μαγαζιά τους και όλο το Ρέθυμνο ακολούθησε την νεκρική πομπή. Ο μύθος του όμως έμεινε για πάντα.
«Αύριο φεύγω Πλάτανε και μάδησε τα φύλλα,
για δε θα ξανακούσεις πια, του Ροδινού την λύρα»
«Ξύπνα Αντρέα Ροδινέ παίξε γλυκά τη λύρα,
ν' αναστηθούνε οι νεκροί που ‘ναι βαθειά στο μνήμα»
«Ξύπνα καημένε Ροδινέ να δεις τον Μπαξεβάνη,
που παίζει το λαγούτο του και ζάφτι δεν το κάνει»
«Να με χτικιάσεις πολεμάς σα και το Ροδινάκι,
απού το χτίκιασε και αυτό, της λύρας το μεράκι».
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

467. PANIVAR PA-152 ΒΥΖΙΡΙΑΝΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ 1969

Βυζιριανάκης (Βιζιριανάκης- Βυζιριάνης) Γεώργιος- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης) PANIVAR PA-152 Να γράψω θέλει γράμματα στου φεγγαριού τον κύκλο (Συρτός) - Ο Φιλιώτσος (Καλαματιανός) 1969- 45rpm- 7''
«Ο Γιώργος Βιζιριανάκης (βλέπε και αναρτήσεις 93, 109 και 320) γεννήθηκε το 1927 στο Μιξόρρουμα (Μυξόρρουμα) Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου (τέσσερα χιλιόμετρα από το Σπήλι). Παντρεύτηκε την Σταματίνα και απέκτησε τρία παιδιά, την Ευαγγελία, την Ειρήνη και τον Στέλιο.
Υπηρέτησε στην χωροφυλακή και αργότερα άνοιξε ταβέρνα στους Αγίους Αναργύρους Αττικής. Στην ταβέρνα του σύχναζαν αρκετοί Κρήτες καλλιτέχνες όπως Μαρκοβαγγέλης, Σηφογιώργης και Μουντάκης. Έχει συνεργαστεί εκτός από τον Γιώργο Αποστολάκη με τους: Καρμπαδάκη Πέτρο, Μαρκογιαννάκη Γιάννη και Βαγγέλη. Έπαιζε και λύρα και λαούτο. Απεβίωσε το 1988.»
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Στη δισκογραφία είχε τη μεγάλη συνεργασία με το Νίκο Μανιά, η οποία απέφερε υπέροχα τραγούδια στο ύφος των ταμπαχανιώτικων, καθώς και με το Σπύρο Σηφογιωργάκη, τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη, το Μανώλη Κακλή, τον αδερφό του Γιάννη και άλλους.
Ακολούθησαν πολλές συνεργασίες όπως με Ζ. Μελεσσανάκη, Καλογρίδη, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη, Μάρκο Φουρναράκη, Παντελή Κρασαδάκη, Γιώργο Παπαδάκη, Στέλιο Μπικάκη και Μανώλη Αλεξάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).