Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

455. PANIVAR PA-175 ΚΟΥΚΛΙΝΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ- ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΑΚΗΣ ΜΙΝΩΣ 1970

Κουκλινός (Κουκληνός) Κανάκης- Κοτζαμπασάκης (Κοτσαμπασάκης) Μίνως (Μήνως) PANIVAR PA-175 Πυξίδα θέλω στη ζωή (Συρτός) - Μια Κρητικιά αγάπησα (Σούστα) 1970- 45rpm- 7''
«Ο Κανάκης Κουκλινός (βλέπε και ανάρτηση 76, 146 και 220) γεννήθηκε στη Γρηγοριά Πυργιωτίσης Ηρακλείου. Γιός του μεγάλου λυράρη Κανάκη Κουκλινού (που έπαιζε παρέα με το Γαλιανό) και που δυστυχώς τον σκότωσαν οι Γερμανοί στα Σκούρβουλα. Άφησε εφτά μηνών έγκυο την Ασπασία τη γυναίκα του και γεννήθηκε ο Κανάκης που πήρε και το όνομα του πατέρα του.
Με τη λύρα του πατέρα του έμαθε να παίζει ο Κανάκης από μικρό παιδί. Ήταν μια βιολόλυρα την οποία έχει ακόμα και σήμερα και παίζει με αυτήν. Από την εποχή του Νίκου Ξυλούρη παίζανε στα λιγοστά κέντρα του Ηρακλείου εκείνη την εποχή.
Ο πρώτος του δίσκος σαράνταπέντε στροφών ήταν ένα υπέροχο συρτό με τίτλο στη ψεύτική σου ομορφιά, αργότερα ακολούθησαν κ’ άλλοι μικροί δίσκοι (έξι προσωπικοί) με διάφορες συνθέσεις του. Σε πολλά γλέντια έπαιξε με το Μανούσο Παπατσαρά που ήταν στα πρώτα του βήματα και με τον πρώτο ξάδερφό του Αντώνη Κουκλινό και με τον άλλο ξάδερφο από τις Καμάρες Μανώλη Χατζάκη με το παρατσούκλι ‘’Χιώτης’’ και τον ‘’Μπουρνέλη’’ Γιώργη Θεοδωράκη. Επίσης με τη λύρα του συνόδεψε το μεγάλο Γιώργο Κουμιώτη στη δισκογραφία του.
Για αρκετά χρόνια ήταν στο εξωτερικό Βέλγιο, Γερμανία, διασκεδάζοντας τους Κρητικούς και όχι μόνο. Το 1979 κυκλοφόρησε τον πρώτο μεγάλο του δίσκο με τον Μίνω Κοτζαμπασάκη και τον Νίκο Πατενταλάκη με τον τίτλο ‘’’Τα κανόνια του Κανάκη’’ που περιέχει μέσα ένα πεντοζάλη με το μοναδικό ασκομαντουρίστικο παίξιμο του Κανάκη.»
«Ο Μίνως Κοτζαμπασάκης γεννήθηκε το 1939 στο χωριό Καλογέρου του Αμαρίου Ρεθύμνου και έζησε εκεί τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής. Έχει έναν αδερφό ο οποίος είναι γιατρός, ο ίδιος όμως δεν προχώρησε στα γράμματα και πήγε σε ηλικία έντεκα ετών στην πόλη του Ρεθύμνου όπου τελείωσε τρεις τάξεις του γυμνασίου και στη συνέχεια έμαθε την τέχνη του επιπλοποιού. Άνοιξε μάλιστα σε λίγα χρόνια ένα επιπλοποιείο στο Καμαράκι στο κέντρο της πόλης.
Με το λαγούτο ασχολήθηκε τυχαία όταν ένας χωριανός του που είχε λαγούτο του έδειξε λίγο τα πατήματα. Παρατήρησε λοιπόν ότι ο Μίνως είχε μουσικό αυτί και πολύ εύκολα μπόρεσε να βγάλει σχετικά καλά ένα τραγούδι και του είπε να συνεχίσει.
Ο Μίνως άρχισε να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να μάθει λαγούτο και πήγαινε στου λαγουτιέρη Μάρκου Φουρναράκη ο οποίος διατηρούσε ραφείο και το βράδυ του έδειξε μερικά πράγματα με πρώτο τραγούδι το «Ζωή σαν δε μου χάρισες» που μετά έγινε μεγάλη επιτυχία.
Έτσι σε λίγο καιρό μπορούσε να παίζει κάποια τραγούδια χωρίς ωστόσο να είναι έτοιμος για να βγει σε πάλκο. Όμως σε έξι μήνες ο λυράρης Γιώργος Σκουλουφιανάκης από τους Αποστόλους ήταν καλεσμένος να παίξει στον γάμο του Κοτσίφη από τους Βολιώνες και έψαχνε λαγουτιερη οπότε ρώτησε τον Φουρναράκη αλλά εκείνος δεν ήταν διαθέσιμος και του πρότεινε τον Μίνω ο οποίος αν και είχε αντιρρήσεις θεωρώντας ότι δεν ήταν έτοιμος τελικά δέχτηκε.
Έτσι το πρώτο του γλέντι ήταν σε αυτό τον γάμο και θυμάται ότι το χέρι του πρήστηκε διότι δεν ήταν συνηθισμένος.
Τα καλά σχόλια που άκουσε από τον κόσμο τον έκαναν να συνεχίσει και να μαθαίνει πολλά τραγούδια της εποχής χωρίς να έχει κάποιον δάσκαλο.
Στη συνέχεια τον κάλεσαν στον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό Χανίων όπου έπαιζε με διάφορους λυράρηδες όπως ο Γεράσιμος Σταματογιαννάκης, ο Καλαϊτζάκης (Πήλινος), ο Νίκος Σωπασής και άλλοι ενώ εκεί γνώρισε τον Μιχάλη Παπαδάκη ή Πλακιανό, την ανιψιά του Ασπασία Παπαδάκη, τον Νίκο Ξυλούρη (Ψαρονικο) και άλλους. Παράλληλα στο Ρέθυμνο σε διάφορες εκδηλώσεις ή παρέες έπαιξε με πρωτομάστορες όπως ο Λαγός, ο Καρεκλάς και ο Καραβίτης ο Πλακιανός και ο Μουντάκης.
Το 1959 παρουσιάστηκε στο ΚΕΒΟΠ Χαϊδαρίου να υπηρετήσει την πατρίδα όπου γνώρισε τον Νίκο Βενιανάκη και παίζανε στον ελεύθερο χρόνο τους διασκεδάζοντας τους αξιωματικούς και οπλίτες. Όταν απολύθηκε επέστρεψε στο χωριό του και γνωρίστηκε με τον Σπύρο Σηφογιωργάκη ο οποίος τότε έπαιζε με τον Μάρκο Φουρναράκη και παίξανε μαζί σε γλέντι στο χωριό Όρος Ρεθύμνου με μεγάλη επιτυχία.
Η πρώτη του επαφή με δισκογραφία ήταν με τον Ηρακλειώτη λυράρη Αρχοντή Λιαπάκη και όταν κυκλοφόρησε ο δίσκος τον άκουσε ο Γαγάνης στο δισκοπωλείο του και φώναξε τον Θανάση Σκορδαλό να ακούσει την εισαγωγή με το λαγούτο ο οποίος ζήτησε να γνωρίσει τον Κοτζαμπασάκη και έτσι άρχισε η συνεργασία τους πράγμα που ανέβασε πολύ τον Αμαριωτη λαγουτιερη και το όνομα του ακούστηκε παντού. Το πρώτο τους γλέντι έγινε στην ταβέρνα του Γαβαλά, στα Μισίρια, και τότε ο Μίνως συνόδευε τον Σκορδαλό σόλο και πάσο. Ήταν δηλαδή η ζυγιά. Με τον Σκορδαλό συνεργάστηκε μερικά χρόνια που του έχουν μείνει αξέχαστα μέχρι που εκείνος πήγε στην Αθήνα και τότε συνεργάστηκε για τρία χρόνια με τον Γεράσιμο Σταματογιαννάκη ενώ στη συνέχεια γνωρίστηκε με τον Νίκο Σωπασή με τον οποίον έπαιξαν σε όλο τον Μυλοπόταμο.
Το 1970 με τον Ροδάμανθο Ανδρουλάκη και τον Μανώλη Κακλή έγραψαν στην PANIVAR του Βαρδουλάκη την πρώτη μεγάλη τους επιτυχία με τίτλο «Θα τηνε κάψω την καρδιά» και ακολούθησαν άλλες επιτυχίες σε έξι δίσκους του Ροδάμανθου – Κακλή. Παράλληλα έγραψε επιτυχίες του Κλάδου με τον Κακλή με κορυφαία το τραγούδι «Κάνε τον πόνο μου χαρά».
Εκείνη την εποχή ανέβηκε στην Αθήνα με τον Ροδάμανθο και τον Κακλή για μια βδομάδα και έμεινε τελικά 33 χρόνια διότι συνεργάστηκε με πολλούς λυράρηδες και έπαιζε κάθε βράδυ εκτός μίας μέρας που είχαν ρεπό.
Στην περιοχή του Ιλίου, επί της Λεωφόρου Θηβών, άνοιξε το δικό του κρητικό κέντρο που τι ονόμασε «Μίνωας» και το διατήρησε για δώδεκα χρόνια στο οποίο έπαιζε ο ίδιος με τον Παντελή Δερμιτζάκη, τον Βασίλη Καρεφυλλάκη και άλλους λυράρηδες.
Συνεργάστηκε δισκογραφικά με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης, ο Μανώλης Κακλής, ο Λεωνίδας Κλάδος, ο Νίκος Μανιάς, ο Νίκος Σωπασής, ο Μανώλης Μανουράς, ο Κώστας Βερδινάκης, ο Νίκος Σταυρακάκης, ο Μανώλης Καρπουζάκης,ο Κανάκης Κουκλινός, ο Αρχοντής Λιαπάκης, ο Βασίλης Κατσαμάς, ο Κώστας Παπουτσάκης και άλλοι ενώ στο πάλκο έχει συνεργαστεί με πάρα πολλούς που δεν τους θυμάται όλους.
Έχει διδάξει λαγούτο για μια πενταετία στον Φουρφουρά και νιώθει περήφανος όταν βλέπει σήμερα μαθητές του να παίζουν σε γλέντια και να προοδεύουν.»
Το σημερινό δισκάκι έκοψε με δυο διαφορετικές ετικέτες. Οι πολύχρωμες (ζευγάρι) παρακάτω από την συλλογή του φίλου Ιδομενέα από Ρέθυμνο. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


 

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

454. COLUMBIA SCDG 3168 ΠΕΤΡΙΔΗΣ ΓΩΓΟΣ- ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ 1962

Πετρίδης Γώγος (Γιώργος- Ο Πατριάρχης της Ποντιακής λύρας)- Θεοδωρίδης Χρύσανθος (Αηδόνι του Πόντου) COLUMBIA SCDG 3168 Μοιρολόγι (Οϊ. οϊ, οϊ) -Εμέν και σεν που θα χωρίζ (Ομάλ) 1962- 45rpm- 7''
«Ο Γώγος Πετρίδης (1917 ή 1918-1984) ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Πόντιους λυράρηδες. Αποκαλείται «ο Πατριάρχης της Ποντιακής λύρας». Γεννήθηκε το 1917 (ή το 1918) στο Φαντάκ’, ένα χωριό κοντά στην Όλασσα, της Τραπεζούντας. Ήρθε στην Ελλάδα το 1922 και εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στη Καλαμαριά. Ο πατέρας του, Σταύρης Πετρίδης, ήταν γνωστός λυράρης από τον Πόντο και άνθρωπος γλεντζές, που ξόδευε τα χρήματά του σε γλέντια με αποτέλεσμα ο γιος και η γυναίκα του να ζουν πολύ δύσκολα. Για το λόγο αυτό η μητέρα του Γώγου Πετρίδη ήταν πολύ αρνητική στη προοπτική και ο γιός της να ασχοληθεί με τη λύρα.
Ο Γώγος Πετρίδης πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και στη συνέχεια, το 1941, πήγε στη Νέα Σάντα, στο Κιλκίς, όπου ζούσαν μακρινοί συγγενείς του πατέρα του και εργάστηκε ως κουρέας για να ζήσει. Στη διάρκεια της Κατοχής ασχολήθηκε και με το τρίχορδο μπουζούκι και φέρεται να είχε γνωριστεί με τον Τσιτσάνη, ο οποίος λέγεται ότι τον παρότρυνε να αφήσει το μπουζούκι, καθώς δε θα μπορούσε να κερδίσει αρκετά χρήματα, και να ασχοληθεί με τη λύρα. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του σαράντα άρχισε η συνεργασία του με την Εύξεινο Λέσχη Θεσσαλονίκης, που διήρκεσε περίπου τριάντα πέντε χρόνια. Ο Πετρίδης λάμβανε ένα ποσό για να συνοδεύει το χορευτικό συγκρότημα της Λέσχης και να συμμετέχει στη ραδιοφωνική της εκπομπή καθώς και ένα ποσό για να συνοδεύει παραστάσεις του θεατρικού τμήματος της Λέσχης.
Παράλληλα έπαιζε σε γάμους και γιορτές στη Καλαμαριά και σε διάφορα ποντιακά χωριά ενώ είχε πάρει και άδεια μικροπωλητή στην Αγορά Μοδιάνο. Ο Γώγος Πετρίδης εμφανίστηκε στη δισκογραφία με δύο δίσκους γραμμοφώνου των 78 στροφών σε συνεργασία με το Νίκο Σπανίδη, το 1950. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε η συνεργασία του με το Χρύσανθο Θεοδωρίδη, με τον οποίο εμφανιζόταν σε ποντιακά κέντρα της Θεσσαλονίκης, και μαζί του φωνογράφησε δύο δίσκους γραμμοφώνου των 78 στροφών.
Στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα ηχογράφησε για λογαριασμό της εταιρίας VERAN τρεις δίσκους των 45 στροφών και το 1982 για λογαριασμό της εταιρίας VASIPAP ένα δίσκο με το Κώστα Καραπαναγιωτίδη. Παράλληλα υπάρχουν πολλές ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις από τις ραδιοφωνικές εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης και τις εμφανίσεις του Πετρίδη σε κέντρα διασκέδασης. Ο Γώγος Πετρίδης ήταν νυμφευμένος και είχε τρεις γιούς».
«Ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης (Οινόη Κοζάνης, 22 Δεκεμβρίου 1934 – Πολίχνη Θεσσαλονίκης, 30 Μαρτίου 2005), γνωστός απλά και ως Χρύσανθος, ήταν Έλληνας τραγουδιστής. Ήταν ένας από τους γνωστότερους τραγουδιστές ποντιακής μουσικής και ένας από τους κατά γενική ομολογία καλύτερους ερμηνευτές της. Η πολύ ψιλή φωνή του και το ιδιαίτερο ηχόχρωμα της, έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν της καλλιτεχνικής του πορείας.
Σύμφωνα με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο υπήρξε μία από τις επτά φωνές του πλανήτη. Γεννήθηκε το 1934 στην Οινόη Κοζάνης από γονείς Έλληνες του Πόντου που κατάγονταν από το Πεζιρκιάν Κιατσίτ (σήμερα Εσκί Γκετσίτ στην Τουρκία) του δήμου Σελήμ, επαρχίας Καρς του Καυκάσου. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του και εγγράφηκε στο Βαλταδώριο γυμνάσιο της Κοζάνης. Η δολοφονία του πατέρα του Κωνσταντίνου από συμμορία παρακρατικών το 1947, αναγκάζει την οικογένειά του να καταφύγει στη Δραπετσώνα του Πειραιά. Εκεί ο νεαρός Χρύσανθος θα αναγκαστεί, μαζί με τα αδέλφια του, να αγωνιστεί για να βιοποριστεί. Ταυτόχρονα θα μεταγραφεί στο Α’ Πρότυπο Γυμνάσιο Πειραιώς (σημερινή Ιωνίδειος Πρότυπος Σχολή).
Στα μαθητικά του χρόνια και πιο συγκεκριμένα στο Γυμνάσιο άρχισε να ασχολείται με το ποντιακό τραγούδι. Την περίοδο από το 1951 μέχρι το 1958 είχε τραγουδήσει σε προγράμματα ραδιοφωνικών σταθμών με τα συγκροτήματα των Ποντίων λυράρηδων (κεμεντζετζήδων στα ποντιακά) Παπαβραμίδη και Σπανίδη. Το 1959, μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα μέχρι το 1975. Τότε συνεργάστηκε με το λυράρη Γώγο Πετρίδη και μαζί εισήγαγαν την ποντιακή μουσική στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, αρχίζοντας από την Καλαμαριά και την Πολίχνη Θεσσαλονίκης εμφανιζόμενοι στις μπουάτ.
Ο Χρύσανθος ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο το 1954, ο οποίος ήταν 78 στροφών. Έπειτα ηχογράφησε τριάντα περίπου ποντιακούς δίσκους 45 στροφών, γράφοντας και τους στίχους στα περισσότερα, με καθαρά ποντιακή παραδοσιακή μουσική επένδυση όπως και στους δίσκους 33ων στροφών του. Εκτός από το ποντιακό τραγούδι, από το 1973 άρχισε συνεργασία με τον μουσικοσυνθέτη Χριστόδουλο Χάλαρη στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι, συμμετέχοντας στους δίσκους «Ακολουθία» με τον Νίκο Ξυλούρη και τη Δήμητρα Γαλάνη, «Πάθη Απόκρυφα», «Δροσουλίτες» (μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη) και ηχογραφεί τον «Μεγαλέξανδρο» για την ομώνυμη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Στη δισκογραφία του συμπεριλαμβάνεται και ένας δίσκος συνεργασίας με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Το 1967 νυμφεύθηκε την Αναστασία Παχατουρίδου, η οποία τον συντρόφεψε μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης καθιερώθηκε ως βάρδος του ποντιακού ελληνισμού, τραγουδώντας για 50 χρόνια, εκφράζοντας τα συναισθήματά των Ποντίων, οι οποίοι του έχουν αποδώσει τον χαρακτηρισμό «αηδόνι του Πόντου». Πέθανε στις 30 Μαρτίου 2005, σε ηλικία 71 ετών, από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η σορός του ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα, όπου απέτισαν φόρο τιμής χιλιάδες Πόντιοι.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία θα βρείτε στις πληροφορίες. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

453. DECCA 31183 ΠΕΡΔΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1950 (Ηχογραφήσεις 1937-1940)

Περδικόπουλος Δημήτρης- Περιστέρης Σπύρος- Καλλέργης Μιχάλης- Ανεστόπουλος Γιώργος DECCA 31183  Όμορφο χωριό (Καλαματιανός) - Βασιλικός μυρίζει εδώ (Τσάμικο) 1950 (Ηχογραφήσεις 1937-1940) - 78rpm- 10''
«Ο Μιχάλης Καλλέργης γεννήθηκε το 1900 (μπορεί και 1902)  στον Κότρωνα Λακωνίας. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όπου υπηρέτησε ως στρατιώτης, εγκαταστάθηκε στα Μανιάτικα του Πειραιά και εργαζόταν ως τραγουδιστής στα δημοτικά κέντρα της Αθήνας Έλατο, Πλάτανο, στου Μαυρομάτη στο Βοτανικό κ.α. Συνεργάστηκε και ηχογράφησε με τον Νίκο Καρακώστα, και τον Γιώργο Ανεστόπουλο αρκετά τραγούδια σε δίσκους γραμμοφώνου. Η φωνή του ήταν χαρακτηριστική, καθαρή και διαπεραστική. Στην διάρκεια της Γερμανικής κατοχής πήγε και έμεινε τρία χρόνια στην Αρκίτσα Αταλάντης, όπου τον φιλοξενούσε ο κλαρινίστας Γιώργος Ανεστόπουλος. Ενώ ήταν στην Αρκίτσα, το 1943 κάποιοι αντάρτες έκαναν σαμποτάζ σε βάρος των Γερμανών και αυτοί για αντίποινα μπήκαν στο χωριό και συνέλαβαν μεταξύ των άλλων και τον Μιχάλη Καλλέργη. Τον ρωτούσαν ποιος είναι κι αυτός τους απαντούσε οργανοπαίχτης.
Οι Γερμανοί νόμισαν ότι είναι όργανο-μέλος κάποιας οργάνωσης αντιστασιακών και τον χτύπησαν άγρια στο κεφάλι. Στη συνέχεια τον φυλάκισαν για κάποιες μέρες, ώσπου μεσολάβησε ο πρόεδρος της Αταλάντης Ηλίας Κανδώρας και ο γιατρός Βελόπουλος και τον άφησαν. Από τον ανηλεή όμως ξυλοδαρμό ο Μιχάλης Καλλέργης υπέστη νευρικό κλονισμό. Το 1946 σταμάτησε οριστικά το τραγούδι. Ο ψυχικός του κόσμος κλονίστηκε ανεπανόρθωτα και το 1947 κλείνεται στο δημόσιο ψυχιατρείο Αθηνών στο Δαφνί, όπου και έμεινε δέκα χρόνια. Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου 1957.
Έχει τραγουδήσει 79 τραγούδια δημοτικά από τα οποία τα 35 είναι δικές του συνθέσεις. Το πρώτο τραγούδι που τραγούδησε είναι το « Τρικαλινιά μου πέρδικα» τον Νοέμβριο 1934 και τον συνοδεύει στο κλαρίνο ο Νίκος Καρακώστας. Ο γιος του Τάκης Καλλέργης διετέλεσε επί χρόνια βασικό στέλεχος στο λαϊκό συγκρότημα του Βασίλη Τσιτσάνη.»
«O Δημήτρης Περδικόπουλος γεννήθηκε το 1914 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και έκανε διάφορες εργασίες για να βοηθήσει την οικογένειά του. Δούλευε, μάλιστα, για να στέλνει χρήματα και στην αδερφή του Μαργαρίτα, που σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Σε ηλικία 19 χρονών, όμως, ενώ μετέφερε σταφίδα με το κάρο ενός πλούσιου Φιλιατρινού για τον οποίον δούλευε, το κάρο έπεσε στη θάλασσα και το άλογο πνίγηκε. Φοβούμενος για τις συνέπειες του λάθους του, ο Περδικόπουλος έφυγε αμέσως στην Αθήνα. Αυτή η πράξη απελπισίας έμελλε να του αλλάξει την ζωή.
Στην Αθήνα, με την προτροπή και τη βοήθεια φίλων του μουσικών ηχογράφησε το 1929 τον πρώτο του δίσκο με δύο αμανέδες. Μάλιστα όπως η  τραγουδίστρια Pόζα Eσκενάζυ θυμάται, «Το 1929 στο ξενοδοχείο Tourist στην Αθήνα είχαμε φωνοληψία και θυμάμαι ότι ήταν η τελευταία ημέρα, γιατί την επόμενη θα έφευγε το μηχάνημα που ερχότανε απ’ έξω. O Tούντας ήταν εκεί και τραγούδησε πρώτα ο Περδικόπουλος, μετά ο Στελλάκης Περπινιάδης, η Αγγελική Παπάζογλου και εγώ». Άρα, ο Περδικόπουλος ήταν ο πρώτος στην Ελλάδα που τραγούδησε σε δίσκο!
 H γλυκιά και ζεστή φωνή του Δημήτρη Περδικόπουλου έκανε αμέσως εντύπωση και ο νεαρός τότε ερμηνευτής δεν άργησε να καθιερωθεί  ανάμεσα στους κορυφαίους  της εποχής. Άρχισε να τραγουδάει στα μεγάλα αθηναϊκά κέντρα, ενώ παράλληλα έγραψε μερικά από τα αθάνατα τραγούδια του: «Αιγιώτισσα», «Γερακίνα», «Σιγά σιγά την άμαξα», «Τι έχεις Φρόσω μ’ κι όλο κλαις» κ.ά.
Μέχρι το 1935 τραγουδούσε και ηχογραφούσε κυρίως αμανέδες, αλλά και σμυρναίικα τραγούδια. Από εκείνη την χρονιά και μέχρι τον θάνατό του αφοσιώθηκε στα δημοτικά τραγούδια.
Το 1936, ο Βασίλης Τσιτσάνης, άγνωστος μέχρι τότε, ήρθε από τα Τρίκαλα στην Αθήνα.  Εκεί συνάντησε τον Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος επρόκειτο να γίνει φίλος του και δάσκαλός του.
Επίσης, ο Δημήτρης Περδικόπουλος συνεργάστηκε με αρκετούς καλλιτέχνες σε κέντρα και πανηγύρια στην επαρχία. Μερικοί από αυτούς ήταν η Γεωργία Mηττάκη, ο Γιώργος Παπασιδέρης, ο Kώστας Pούκουνας και η Pίτα Aμπατζή. 
Μετά τον πόλεμο κυριάρχησε το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι, με αποτέλεσμα το δημοτικό να χάσει τις παλιές του δόξες. Ακόμα και δημοτικοί ερμηνευτές στράφηκαν στα ρεμπέτικα, ωστόσο ο Περδικόπουλος επέμενε να τραγουδάει δημοτικά, παρόλο που είχε ξεκινήσει με σμυρναίικα και αμανέδες. Κατά καιρούς έγραφε κάποια τραγούδια που πουλούσε σε γνωστούς συνθέτες της εποχής κι εκείνοι τα μετέτρεπαν σε ρεμπέτικα, έτσι ώστε να βγάζει τα απαραίτητα για να συντηρεί τον εαυτό του και την οικογένειά του. Πολλά από αυτά τα τραγούδια αποτέλεσαν μέρος της αθάνατης μουσικής μας παράδοσης, αλλά έγιναν γνωστά από άλλους καλλιτέχνες με αποτέλεσμα το όνομα του Περδικόπουλου να μένει στο «παρασκήνιο».
H υγεία του άρχισε να κλονίζεται άσχημα και στις αρχές Ιουνίου του 1952  μεταφέρθηκε καταβεβλημένος στο Λαϊκό Νοσοκομείο. Το βράδυ της 15ης Ιουνίου, o Δημήτρης Περδικόπουλος, σαν να το είχε διαισθανθεί,  είπε το τελευταίο του τραγούδι στο κρεβάτι του νοσοκομείου ¨Φέρτε μια κούπα με κρασί…¨. Την επόμενη μέρα  άφησε την τελευταία του πνοή.»
Ο σημερινός δίσκος γραμμοφώνου κόπηκε το 1950 στην Αμερική. Ουσιαστικά πρόκειται για split (διαφορετικοί τραγουδιστές) δίσκο. Η πρώτη πλευρά ¨Όμορφο χωριό¨ με τον Περδικόπουλο κυκλοφόρησε σε δίσκο Odeon το 1940. Στη δεύτερη πλευρά ο Μιχάλης Καλλέργης με το ¨Βασιλικός μυρίζει εδώ¨ που κυκλοφόρησε πάλι σε δίσκο Odeon το 1937 με τον Γιώργο Ανεστόπουλο στο κλαρίνο.
Διάλεξα χρονολογικά να αναφερθώ πρώτα στον Μιχάλη Καλλέργη. Εξαιρετικός στο Πελοποννησιακό τσάμικο με την σφραγίδα του Ανεστόπουλου στο κλαρίνο.
Στην πρώτη πλευρά ο Δημήτρης Περδικόπουλος (περισσότερα βιογραφικά στην ανάρτηση 212)  σε ένα Καλαματιανό εκτελεσμένο με περίτεχνο τρόπο. Δύσκολο να καταλάβεις αν παίζει κιθάρα ή μαντολίνο. Σε συνέχεια των δυο προηγούμενων αναρτήσεων με Σαρρημανώλη και Ψαρογιάννη που τα παιξίματα σε δυσκολεύουν να καταλάβεις αν πρόκειται για μπουζούκι ή μπουλγαρί ή λαούτο.
Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Μιχάλη Καλλέργη αλιεύθηκαν από το rebetikosealab.   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024

452. RCA VICTOR 48g 2529 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1964

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ξυλούρης Ιωάννης (Ψαρογιάννης) RCA VICTOR 48g 2529 Ν' άθελα κλαίω τακτικά (Συρτός) - Μαλεβυζιώτικος πηδηχτός (Ηρακλειώτικος) 1964- 45rpm- 7''
 
«Ο Γιάννης Ξυλούρης γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου το 1943. Ανήκει κι αυτός στη μεγάλη οικογένεια των Ξυλούρηδων, που εδώ και τέσσερις γενιές τροφοδοτεί με θεσπέσιους ήχους την Κρητική – και όχι μόνο – μουσική. Εγγονός του Kαραμουζαντώνη που έγραψε ιστορία με τη λύρα του, αδερφός του Νίκου Ξυλούρη και του Ψαραντώνη, ο Γιάννης Ξυλούρης δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει κι αυτός τον ίδιο δρόμο των άξιων λυράρηδων και τραγουδιστών.
Στα πέντε του χρόνια το 1948, ήρθε σε επαφή με το πρώτο του όργανο το μαντολίνο και στη συνέχεια με το λαούτο και τη λύρα. Μαθητής ακόμα του δημοτικού, ο Γιάννης μιλεί με τα παραδοσιακά μουσικά όργανα της πατρίδας του εκείνη τη μυστική γλώσσα που μονάχα όσοι έχουν ένα ιερό πάθος να τους καίει τα σωθικά, μπορούν να μιλήσουν. Δώδεκα χρονών συνοδεύει, με το λαούτο στο χέρι, τον αδερφό του Νίκο. Δεκατεσσάρων χρονών το 1957, πραγματοποιεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μαζί με το Νίκο Ξυλούρη. Δεκαεπτά χρονών το 1960, θεωρείται ήδη ένα από τα καλύτερα λαούτα της Κρήτης και οι πιο σπουδαίοι λυράρηδες επιδιώκουν συνεργασία μαζί του.
Το λαούτο του έχει συνοδέψει τους πιο γνωστούς λυράρηδες του νησιού. O Γιάννης Ξυλούρης όμως δεν περιορίστηκε στο λαούτο και στο μαντολίνο, τα δύο όργανα που λάτρεψε από παιδί. Ανοίχτηκε σε άλλους ορίζοντες, στη λύρα, στο τραγούδι, στη σύνθεση δικών του τραγουδιών. Προικισμένος με μια σπάνια φαντασία και με μια άψογη τεχνική, ο Γιάννης Ξυλούρης άρχισε να συνθέτει σύγχρονα Κρητικά τραγούδια που θα τα ζήλευαν πολλοί καταξιωμένοι – και σπουδασμένοι – συνθέτες μας.
Γνωρίζοντας καλά τη μουσική του τόπου του ως αυθεντικό ταλέντο, αξιοποιεί το μουσικό και καλλιτεχνικό του ένστικτο και ξεδιπλώνει τη σύνθεση με την ίδια ευκολία που τραγουδά μαντινάδες ή δονείται στο ρυθμό ενός χορού.  Ο Γιάννης πατά σταθερά στην παράδοση, αλλά προσπαθεί να αξιοποιήσει και τις αρετές της έντεχνης μουσικής προκειμένου να συγκροτήσει και να τοποθετήσει σε στέρεες βάσεις την πρότασή του. Έντονη είναι η καλλιτεχνική του παρουσία με πολλές συναυλίες και εμφανίσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Στη πολύχρονη μουσική του σταδιοδρομία συνεργάστηκε εκτός από τους αδερφούς του Νίκο και Αντώνη και με τον Κώστα Mουντάκη, κυρίως τη δεκαετία του ’60, καθώς και με το Βασίλη  Σκουλά, ξεκινώντας ένα μοναδικό και μακρύ κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λαγουτιέρη στην Κρητική μουσική την εποχή εκείνη.
Δημιουργική υπήρξε επίσης και η συνεργασία του με διάφορα μουσικά σχήματα από την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου, τη Mικρά Ασία και με γνωστούς Έλληνες μουσικοσυνθέτες που καθόρισαν με τη δουλειά τους το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι.
O Γιάννης Ξυλούρης είναι ο καλλιτέχνης που κυριάρχησε στο λαούτο, και έχει να παρουσιάσει μια μοναδική τεχνική, αποτέλεσμα της οποίας, υπήρξε μια πληθώρα έξοχων εκτελέσεων, σε δεκάδες δίσκους, που έχουν τη σφραγίδα της τελειότητας.»
Ξυλούρηδες στο σημερινό δισκάκι με τον Ψαρογιάννη να δίνει ρεσιτάλ λαούτου. Από τα ωραιότερα παιξίματα που θυμίζει και μπουζούκι σε διάφορα σημεία. Λανθασμένα αναφέρει ότι παίζει λύρα ο Ψαρονίκος στην πρώτη πλευρά αφού ακούγεται καθαρά μόνο λαούτο. Στο Μαλεβυζιώτικο πηδηχτό βέβαια ο Ψαρονίκος με τη λύρα κεντάει. Τα βιογραφικά παραπάνω για τον Ψαρογιάννη καθότι έχουμε πολλές αναφορές στον Ψαρονίκο σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2024

451. CRITI GR-103 ΣΑΡΡΗΜΑΝΩΛΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΚΩΣΤΟΥΡΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ- ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ 1970

Σαρρημανώλης (Σαριμανώλης- Σαρημανώλης) Νίκος- Κωστουράκης Αντώνιος- Γιαννακόπουλος Νίκος  CRITI GR-103 Είχα πληγές και γειάνανε - Η σκουριασμένη κλειδαριά 1970- 45rpm- 7''
«Ο Νίκος Σαρημανώλης (βλέπε και ανάρτηση 422) γεννήθηκε το 1919 στη Μικρά Ασία και ήρθε στα Χανιά σε ηλικία τριών χρονών. Έμαθε μπουζούκι μέσα στη δεκαετία 1930. Παράλληλα άνοιξε κουρείο (το 1937) μαζί με τον Ασσυλόγιστο στον πλάτανο βόρεια της Αγοράς. Έπαιξε σε όλα τα μαγαζιά της πόλης, στης Μαρίνας, στου Λαμπαθέ, Λούκουλο, Τρύφωνα κ.α. Μέχρι και το 1980 το κουρείο ήταν ένα μικρό ωδείο. Έκανε μαθήματα σε πολλούς Χανιώτες, μεταξύ άλλων, Στέλιο Σούλιαρη, Κωστή Μπερτάκη, Ηρακλή Μαυράκη, Μανώλη Φλεμετάκη, Ρούσσο Λειβαδιτάκη κ.α. Όταν βγήκαν τα κασετόφωνα έφτιαχνε κασέτες με μαθήματα.
Το 1970 ο Βαγγέλης Ζαμπετουλάκης, εμπειρ. τοπογράφος και συνθέτης δημιούργησε τη δισκογραφική εταιρεία Criti όπου μεταξύ άλλων ηχογράφησε το Σαρρημανώλη σε δύο τραγούδια (σημερινό δισκάκι). Στην πρώτη πλευρά το ¨Είχα πληγές και γειάνανε¨ όπου συμμετέχει ο μπουζουξής Νίκος Γιαννακόπουλος, που έχει φύγει από τη ζωή.
Στη δεύτερη ένας παλιός σταφιδιανός (ταμπαχανιώτικο ή μανέ) τον Καρότσα, με τίτλο "Η σκουριασμένη κλειδαριά". Κιθάρα παίζει ο δάσκαλος μουσικής Αντώνης Κωστουράκης, δραστήριος μέχρι και σήμερα ως διευθυντής χορωδίας.
Ο Σαρρημανώλης ακούγεται επίσης στις ηχογραφήσεις ριζίτικων του Μιχάλη Βλαζάκη με πρωτοτραγουδιστή τον Γεωργ.Γρυλλάκη  και μικρή χορωδία, όπου παίζει στις εισαγωγές, ταξίμια και χανιώτικο συρτό.
Ο Σαρημανώλης ένας από τους τελευταίους ρεμπέτες μπουζουκτσήδες των Χανίων, απεβίωσε το 1995.
Σε παλαιότερη συνέντευξη του ο Σαρρημανώλης θυμάται: «Τα ταμπαχανιώτικα παίζονταν πάρα πολύ στην πόλη των Χανίων απ’ όλους σχεδόν τους παλιούς που έπαιζαν στα Χανιά και στα πέριξ, δηλ. Ταμπακαριά, Κάτω Σούδα, στα Νεροκούρου, στα Τσικαλαριά, στη Χαλέπα, στη Νέα Χώρα κλπ, ανεξαρτήτως οργάνου και περισσότερο με μπουλγαρί βέβαια. Παιζόντουσαν στα καφενεία, στις ταβέρνες και σε τεκέδες, που ειδικά στην κατοχή ήταν πάρα πολλοί γιατί οι Γερμανοί αφήνανε ελεύθερα να φουμέρνουνε και πήγαιναν μαυραγορίτες, μερακλήδες, λαθρέμποροι, αγαπητικοί. Εκεί παίζανε με διάφορα όργανα, αλλά κυρίως με μπουζούκια, μπαγλαμάδες και λιγότερο με μπουλγαριά». Θυμάται παλιούς όπως τον Βερναδάκη τον Κώστα, τον Πρωτογερή, τον Κοτζαμάνη, τον Βλάχο, τον Κουρκουμελή, που έπαιζαν μπουλγαρί, και άλλους επίσης τον Αντώνη Παπαμαρκάκη ή Τσεσμέ, τον Δαχτυλά τον Αλέκο, τον Χατζηγιώργη, που έπαιζαν σαντούρι, και με τους οποίους συνεργάστηκε σε μαγαζί της εποχής. Οι περισσότεροι που έπαιζαν σαντούρι, λέει, ήταν μαθητές του Λουκά του Μπέρτου.
Ταμπαχανιώτικα έπαιζαν και ο Κουφιανός και ο πατέρας του Ναύτη. Μας λέει επίσης ότι το 1936 ήρθε στα Χανιά η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά», (ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γεώργιος Μπάτης και ο Αρτέμης Δελιάς) και έπαιξαν στη Σπλάντζια. Από τότε επηρεάστηκε τόσο πολύ και αποφάσισε να πάρει δικό του μπουζούκι, ενώ πριν έπαιζε με όργανα άλλων, του Μαστοράκη, του Κασιώτη. Λέει ακόμα ότι πριν έρθει ο Μάρκος στα Χανιά γλεντούσαν και έπαιζαν ως επί το πλείστον ταμπαχανιώτικα. Μετά βγήκαν πολλοί που έπαιζαν μπουζούκι.
«Υπήρχε κάποιος που είχε καφενείο στα σκαλάκια της Αγοράς, ο Πρωτογερής, και έπαιζε μπουλγαρί και θυμάμαι που έρχονταν Ρεθυμνιώτες πλούσιοι, τους έπαιζε και γλεντούσαν μέρες ατέλειωτες. Υπήρχε του Μούνταβρη το καφενείο που ήταν και τεκές.
Υπήρχε ένας από το Βαμβακόπουλο που έπαιζε με ούτι τα ταμπαχανιώτικα, που τον έλεγαν Πρόδρομο. Υπήρχε μετέπειτα μια κομπανία Εβραίων, ο ένας έπαιζε κιθάρα, ο άλλος μαντολίνο και ο άλλος βιολί και έπαιζαν πολλά πράγματα αλλά έπαιζαν και ταμπαχανιώτικα.
Την ίδια εποχή περίπου βγήκαμε και εμείς, δηλαδή εγώ, ο Ναύτης, οι Σαπουνήδες, ο Χαρίδημος ο Κουρκουμελής, ο Βασιλοδημήτρης, το φτωχάκι ο Γιώργης και άλλοι, αλλά επειδή εμείς παίζαμε και ρεμπέτικε και κρητικά και ταμπαχανιώτικα, παίζαμε με μπουζούκι τρίχορδο. Υπήρχαν δύο καφενεία-τεκέδες στη Σπλάντζια, του Μπάρμπα Μανώλη του Στρογγυλού και του Μούνταβρη, και του Τρικούπη στα Λενταριανά. Μαγαζιά ήτανε του Λαμπαθέ που παίζαμε με τον Ναύτη στου Μπόλαρη, της Μαρίνας στο λιμάνι, του Τρύφωνα στη Νέα Χώρα. Από μένα βγήκε ο Κατινάρης, ο Βασιλοδημήτρης και άλλοι πολλοί. Το φτωχάκι ο Γιώργης έπαιζε κρητικά στο μπουζούκι, το επίθετο του δεν το θυμάμαι.» Αναφέρει επίσης τον Κουτσουρέλη τον Γιώργη, τον Φουσταλιέρη, κάποιον Περικλή από τα Περβόλια Χανίων, τον Ροζάκη, τον Τζιμάκη και άλλους.».»
Τα στοιχεία για τους σημερινούς σκοπούς από σχολιασμό του Γιώργη Βαβουλέ.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


 

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2024

450. HIS MASTER'S VOICE 7PG 3600 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1966

Μανιάς Νίκος (Μανιαδάκης- Αηδόνι της Κρήτης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) HIS MASTER'S VOICE 7PG 3600 Ο Κρητικός στην ξενιτειά - Δεν σ' αγαπώ και μάθε το (Ρεθυμνιώτικο συρτό) 1966- 45rpm- 7''
«Ο Νίκος Μανιάς (Μανιαδάκης) γεννήθηκε το 1931 στην Επισκοπή Ρεθύμνου.
Τελευταίο παιδί μιας επταμελούς οικογένειας με μουσική παράδοση, παίρνει στα 16 του χρόνια το 1947, δώρο από έναν θείο του μια λύρα, την οποία όμως παράτησε σύντομα για χάρη του λαούτου. Την λύρα του την είχε αποκτήσει από τον Μανώλη Σταγάκη στο Ρέθυμνο, αλλά έπειτα από παρακίνηση του λυράρη Κυριάκου Μαυράκη από τη γειτονική Φυλακή Αποκορώνου, πήγε στα Χανιά από όπου με 700 δρχ απέκτησε το πρώτο του λαούτο.
Με πρότυπο του τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη και με την κληρονομιά του περιβόητου συντοπίτη του θρύλου-λαγουτιέρη Σταύρου Ψυλλάκη ή Ψύλλου (ο πιο παλιός καταγεγραμμένος Ρεθεμνιώτης λαγουτιέρης του 20ου αιώνα), ο Νίκος Μανιάς ξεκίνησε την καριέρα του.
Την πρώτη του δημόσια εμφάνιση την κάνει σε ηλικία 16 ετών σε γάμο στην Επισκοπή, πλάι στον Κυριάκο Μαυράκη. Η πρώτη δισκογραφική δουλειά κυκλοφορεί το 1954 σε δίσκο 78 στροφών με τον Κώστα Μουντάκη (“Σαν το ζητιάνο έρχομαι”), μια συνεργασία που στην πορεία της απέφερε μερικά από τα πιο κλασσικά κομμάτια στην ιστορία της Κρητικής μουσικής.
Ο Νίκος Μανιάς συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της Κρητικής μουσικής, όπως τον Θανάση Σκορδαλό, το Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, το συντοπίτη του Μανώλη Κακλή, το Γιώργο Καλομοίρη, το Νίκο Σωπασή, το Βασίλη Σκουλά, το Γεράσιμο Σταματογιαννάκη, το Νίκο Τσαγκαράκη, το Γιάννη Σκαλίδη, κ.α., αλλά και με καλλιτέχνες από τη νεότερη γενιά όπως το Στέλιο Σταματογιαννάκη, το Χρήστο Στιβακτάκη, τους αδερφούς Φραγκιαδάκη, το Νίκο Ζωιδάκη, τον Κώστα Βερδινάκη.
Ερμήνευσε επίσης με ανεπανάληπτο τρόπο, σειρά κρητικών τραγουδιών, στο ύφος των λεγόμενων “αστικών” (βλ. ρεπερτόριο Φουσταλιέρη), που αποτέλεσαν σταθμό στην ιστορία της μουσικής της Κρήτης, όπως το “Αμέτεμε στην εκκλησιά”, “Πες μου και γιάιντα τη χτυπάς”.
Μεράκι και σεβασμός χαρακτήριζαν τον “άρχοντα”, το “αηδόνι” της Κρήτης, όπως κατά καιρούς είχε χαρακτηριστεί ο Νίκος Μανιάς.»
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Στη δισκογραφία είχε τη μεγάλη συνεργασία με το Νίκο Μανιά, η οποία απέφερε υπέροχα τραγούδια στο ύφος των ταμπαχανιώτικων, καθώς και με το Σπύρο Σηφογιωργάκη, το Μανώλη Κακλή, τον αδερφό του Γιάννη και άλλους. Επίσης έχει γράψει δίσκο σε συνεργασία με τον Μπάμπη Γαργανουράκη με τίτλο "Παίζω με το λαούτο μου". Ακολούθησαν πολλές συνεργασίες όπως με Ζ. Μελεσσανάκη, Καλογρίδη, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη, Μάρκο Φουρναράκη, Παντελή Κρασαδάκη, Γιώργο Παπαδάκη, Στέλιο Μπικάκη και Μανώλη Αλεξάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τους δυο λαουτιέρηδες του σημερινού δίσκου σε παλαιότερες αναρτήσεις (είναι αρκετές).
Τα σκαναρίσματα του περιοδικού Κρήτη τα χρωστάμε στον Ιδομενέα και την συλλογή του.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

449. ODEON GA 1125 ΘΩΜΑΪΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΔΡΑΓΑΤΣΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1926

Θωμαΐδης Κώστας (Κ.Σ.)- Δραγάτσης Γιάννης (Ογδοντάκης- Ογδόντας) ODEON GA 1125 Εύμορφη που είναι η Λεβαδιά - Μάνα μου τα λουλούδια μου 1926- 78rpm- 10''
 
¨Εύμορφη που είναι η Λεβαδιά¨ στην πρώτη πλευρά του σημερινού δίσκου, που ανήκει στα ΑληΠασα-λίτικα, τραγούδια που μιλάνε για τον Αλή Πασά (βλέπε και ανάρτηση 172 με τον Σωφρονίου), όπως μαρτυρά και η έρευνα που θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε (στα Αγγλικά βέβαια αλλά αξίζει η προσπάθεια να διαβαστεί). Πρώτη καταγραφή σε γραμμοφωνικό το 1904, από τον Πέτρο Ζουναράκη κομμένο στην Κωνσταντινούπολη (το σημερινό στη Γερμανική Odeon). Έχει κοπεί σε 126 γραμμοφωνικούς δίσκους μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι διάφοροι τίτλοι που το συναντάμε είναι: Γιαννιώτικο, Αλή Πασάς, Λειβαδιά, Τι όμορφη που είναι η Λειβαδιά, Γιαννιώτικος μανές και πολλοί άλλοι. Το έχουν τραγουδήσει οι μεγαλύτεροι ερμηνευτές/τριες και ενστουντιαντίνες και οι στίχοι σε κάθε εκτέλεση διαφέρουν. Μερικοί από τους ερμηνευτές της ¨Λειβαδιάς¨: Αμαλία Βάκα, Ρόζα Εσκενάζυ, Αντώνης Νταλγκάς, Ρίτα Αμπατζή, Κώστας Καρίπης, Σεραφείμ Γεροθεοδώρου, Γιάννης Τσανάκας, Κα Κούλα, Μαρίκα Παπαγκίκα, Γιάγκος Ψαμαθιανός, Πέτρος Ζουναράκης, Λευτέρης Μενεμενλής, Δημήτρης Αραπάκης, Κώστας Ρούκουνας, Σωτήρης Στασινόπουλος, Γιώργος Παπασιδέρης και ο Κώστας Θωμαΐδης.
Στο σημερινό δίσκο, ηχογραφημένο στην Αθήνα και κομμένο Γερμανία στα φωνητικά ο Κώστας Θωμαΐδης. Στις ετικέτες αναγράφει Κ.Σ. Θωμαΐδης. Ο Κώστας Θωμαΐδης από Κωνσταντινούπολη (για άλλους από Σμύρνη), εξαιρετικός αμανετζής. Δισκογραφικά έχει περίπου δεκαπέντε γραμμοφωνικές πλάκες. Δυστυχώς βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό δεν υπάρχουν.
Από τις προσφωνήσεις στα τραγούδια, στο βιολί ο Γιάννης Δραγάτσης ή Ογδοντάκης. Θα μπορούσαμε να κάνουμε υποθέσεις για τους οργανοπαίκτες της κιθάρας και του σαντουριού, αλλά θα ήταν υποθέσεις.
 «Ο Γιάννης Δραγάτσης, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1886. Ανήκε σε μεγάλη οικογένεια μουσικών, γνωστή στη Σμύρνη με το ψευδώνυμο « Οι Ογδοντάκηδες». Ο πατέρας του Γιώργος έπαιζε κόντρα μπάσο, ο αδελφός του Θόδωρος έπαιζε βιολί και ο άλλος αδελφός του Χαράλαμπος έπαιζε τσέμπαλο.
Ασχολήθηκε με την μουσική πολύ μικρός (από το 1904) και ήταν περίφημος μουσικός και άριστος δεξιοτέχνης βιολιστής. Μαζί με τον Δημήτρη Σέμση θεωρούνται οι καλύτεροι λαϊκοί βιολιστές της εποχή τους. Χαρακτηριστικά αναφέρεται από μουσικούς που συνεργάστηκαν μαζί του πως ήξερε πάνω από εξήντα πέντε «δρόμους».
Πριν έρθει στην Ελλάδα είχε δουλέψει στη Σμύρνη. Το 1917 έφυγε από τη Σμύρνη και μαζί με τον Μανώλη Χρυσαφάκη έλαβε μέρος σαν εθελοντής στο Κίνημα της Εθνικής Άμυνας του Ε. Βενιζέλου. Το 1922 πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Τούρκους αλλά επειδή ήταν γνωστός βιολιστής οι Τούρκοι δεν τον πείραξαν.
Ήρθε στην Ελλάδα το 1923 και άρχισε να δουλεύει σαν βιολιστής στις ταβέρνες της εποχής μαζί με άλλους λαϊκούς δημιουργούς. Εξ αιτίας των μουσικών του γνώσεων ανέλαβε σαν μαέστρος υπεύθυνος στις εταιρίες δίσκων της εποχής. Υπήρξε για πολλά χρόνια διευθυντής της δισκογραφικής εταιρίας Κολούμπια.
Ήταν για πολλά χρόνια σύμβουλος του συνδέσμου Μουσικών Αθηνών – Πειραιώς “Η Αλληλοβοήθεια”.
Συνέθεσε γύρω στα 100 τραγούδια. Το πιο γνωστό είναι ο "Μανώλης χασικλής" με 5 προπολεμικές εκτελέσεις.
Ο Γιάννης Δραγάτσης πέθανε το 1958 στην Αθήνα».
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).