Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2023

350. MUSIC BOX MB 218 ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ- ΣΜΠΩΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ 1961

Μαρκογιαννάκης Χαράλαμπος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Σμπώκος Γεώργιος MUSIC BOX MB 218 Κονδυλιές Μονοφατσιώτικες - Σαν την καμπάνα τσ' εκκλησιάς (Συρτό) 1961- 45rpm- 7''
 
Στο σημερινό δισκάκι (υπόθεση Μαρκογιαννάκηδων) στη λύρα ο Χαράλαμπος Μαρκογιαννάκης ο μικρότερος αδερφός του Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη. Πληροφορίες για τον Χαράλαμπο Μαρκογιαννάκη δεν υπάρχουν πολλές. Ζούσε χρόνια στην Αμερική στην πόλη του Σικάγο όπου εξασκούσε και εκεί το επάγγελμα του μουσικού ως λυράρης και μπουζουξής. Επίσης είχε σπουδάσει και βιολί. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος και μουσικός. Δισκογραφικά έχει ένα LP και αρκετά 45άρια πάντα σε συνεργασία με τα αδέρφια του.
Στο τραγούδι ο Γιώργος Σμπώκος. Ο Γιώργος Σμπώκος (σύμφωνα με τον γιο του Κώστα Σμπώκο) γεννήθηκε το 1919 ή 1920 στα Αργάθια Μονοφατσίου. Παντρεύτηκε με την Ευαγγελία Σμπώκου το 1945. Το 1947 μετακόμισαν από το Ηράκλειο στον Πειραιά, λόγω του διορισμού του στην Τράπεζα της Ελλάδος. Έφυγε από την ζωή 23 Ιουλίου του 1987. Ο Γιώργος Σμπώκος εικονίζεται στην παραπάνω φωτογραφία στο πλευρό του Σκορδαλού και στο χορό ο γιος του Κώστας σε νεαρή ηλικία. Δισκογραφικά έχει ένα δίσκο γραμμοφώνου με τον Σκορδαλό και τρία 45άρια (με τους Μαρκογιαννάκηδες και τον Σταματογιάννη).
Παρακάτω μέρος συνέντευξης του Μαρκογιάννη που αναφέρει και οικογενειακή κατάσταση: «Γεννήθηκα στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1926. Είμαστε μεγάλη οικογένεια. Οκτώ αδέλφια από τα οποία τα πέντε αγόρια είμαστε μουσικοί και τρία κορίτσια. Λαούτο πρωτόπιασα στα χέρια μου οκτώ χρονών. Ο πατέρας μου ήταν καλός λυράρης και στα γλέντια, τις παρέες και τις κοινωνικές συναντήσεις, του κρατούσαν πάσο άλλοι μουσικοί, κυρίως με μαντολίνο. Κάποτε, αγόρασε από την Αθήνα ένα λαούτο. Τότες εδώ, δεν υπήρχανε λαούτα. Ήτανε μόνο ο Μπαξεβάνης, ο Ψύλλος, ο Κουρκουλός και ένας δυο άλλοι στο Νομό Ρεθύμνου. Εμείς είχαμε ένα μεγάλο καφενείο στο Σπήλι, εκεί γινότανε τα γλέντια Σαββατοκύριακα κι όλες τις γιορτές. Ο πατέρας μου μετά τη δουλειά άνοιγε το μαγαζί άναβε το λουξ, ετοίμαζε και περίμενε τους πελάτες του. Κάθε βράδυ έπαιζε λύρα μόνος του. Εμένα, σαν μικρό παιδί που ήμουν, μου άρεσε πάρα πολύ και καθόμουνα πάντα σε μια γωνιά και τον άκουγα. Μια βραδιά με φώναξε κοντά του, μ’ έβαλε σε μια καρέκλα, μου έφερε το λαούτο και μου είπε: «Εγώ θα παίζω τη λύρα κι εσύ θα βάζεις το χεράκι σου και θα κάνεις έτσι» (δείχνοντάς μου τις κινήσεις του χεριού).»Μα δε φτάνω καλά» του’ πα εγώ, αλλά από τα πρώτα κιόλας λεπτά καθώς το χέρι μου ακουμπούσε στις χορδές ήμουνα μέσα στο χρόνο.
Παίζαμε, σταματούσαμε, συνεχίζαμε, με ρώτησε αν κουραζόμουνα, πότε-πότε του’ λεγα ναι, και πήγαμε αργά για ύπνο. Την επόμενη πρωί-πρωί, με ξυπνά, μου βάζει πάλι δυο καρέκλες και αρχίσαμε να παίζουμε ώρα πολύ, για να βεβαιωθεί ότι μπορούσα να παίξω όπως και το προηγούμενο βράδυ. Η ευχαρίστησή του ήταν μεγάλη. Από τότε, στα γλέντια δεν ξαναπήρε άλλο πασαδόρο.
Στο Σπήλι ερχόταν και ο Σκορδαλός στο καφενείο ο οποίος ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και δάσκαλός του στα πρώτα του βήματα. Έτσι λοιπόν αρχίσαμε τη συνεργασία μας από το 1936.
Στην οικογένεια μου είμαστε εννιά αδέλφια. Πέντε αγόρια & τέσσερα (παραπάνω αναφερει τρια) κορίτσια. Όλα τα αγόρια παίζουν όργανο. Ο αδελφός μου ο Κώστας, σπούδασε & αυτός, έβγαλε την Πάντειο, μετά πήγε στη σχολή Ευελπίδων κι έγινε αξιωματικός. Ο Βαγγέλης έπαιζε και αυτός. Όπως λέει όλος ο κόσμος, ένα μεγάλο πρόσωπο πάνω στη μουσική μας. Ο Στέλιος επίσης έπαιζε λαγούτο, & ο μικρότερος μας, ο Χαράλαμπος, που έπαιζε από τις ωραιότερες λύρες. Ίσως ο μοναδικός που αντικατέστησε το Σκορδαλό, όπως φαίνεται από τους δίσκους του.»
«Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης ή Μαρκοβαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

349. COLUMBIA SCDG 2943 ΜΑΛΛΙΑΡΑΣ ΒΑΪΟΣ- ΝΤΟΥΤΣΙΑΣ Δ. 1961 (Ηχογράφηση 1951)

Μαλλιάρας Βάϊος- Ντούτσιας Δ. COLUMBIA SCDG 2943 Σβαρνιάρα (Συρτό) - Κατακαημένη Αράχωβα (Τσάμικο) 1961 (Ηχογράφηση 1951) - 45rpm- 7''
«Ο Βάϊος Μαλλιάρας (βλέπε και ανάρτηση 39, 124, 156, 196) γεννήθηκε στον Πυργετό το 1907 και καταγόταν από μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του έπαιζε βιολί, ο θείος του κλαρίνο, άλλοι συγγενείς έπαιζαν φλογέρα και γκάιντα, ενώ ο αδερφός του ασχολήθηκε με το λαούτο. Στα δώδεκα σκαρώνει μόνος του μια φλογέρα από καλάμι και ακούγοντας το κελάηδισμα των πουλιών αρχίζει σιγά – σιγά να παίζει. Έπειτα στα δεκατέσσερα μαθαίνει πάλι μόνος του λαούτο αλλά το εγκαταλείπει γρήγορα. Ο πατέρας του, εν τω μεταξύ, τον στέλνει να μάθει την τέχνη του μαραγκού. Μετά του χτίστη. Όμως αυτός ανεβαίνει στις στέγες και παίζει φλογέρα. Το σαράκι τον έτρωγε να μάθει κλαρίνο.
Τα πρώτα μαθήματα κλαρίνου τα παίρνει από δυο «Τουρκόγυφτους», τον Τζιαμαλή και Χαλιαμπά που είχαν ξεμείνει στον Πυργετό. Πήγαινε λοιπόν κοντά σ’ αυτούς και παρακολουθούσε τα «πατήματά» τους. Στην αρχή «παρτσακλά», όπως ο ίδιος έλεγε. Ο ένας απ’ αυτούς γρήγορα αντιλήφθηκε τις αρετές στο παίξιμό του και του έλεγε «εσύ θα γίνεις μεγάλος μουσικός». Στα δεκάξι του αρχίζει και παίζει σε γάμους, σε πανηγύρια και στους καφενέδες των χωριών.
Ο Μαλλιάρας αρχίζει σιγά σιγά να γίνεται γνωστός. Η φήμη του απλώνεται πέρα από τον Πυργετό και τη γύρω περιοχή και φτάνει μέχρι τα χωριά των Φαρσάλων, της Καρδίτσας, των Τρικάλων κι ακόμη πιο πέρα. Σε ηλικία 26 χρόνων, το 1933, ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια «Τ’ Αρβανιτοβλάχικο» και την «Ιτιά», κάνοντας την αρχή μιας λαμπρής πορείας που θα συνεχιστεί για 45 περίπου χρόνια. Συνεργάζεται με τις πιο μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες και αποκτά φήμη και δόξα. Παρόλα αυτά δε θα γίνει ποτέ πλούσιος.
Ηχογράφησε σε δίσκους καραγκούνικα, βλάχικα, σαρακατσάνικα, νησιώτικα, μακεδονικά, ρουμελιώτικα τραγούδια εκτελεσμένα με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Υπάρχουν τρεις χιλιάδες δίσκοι περίπου, αριθμός εκπληκτικός. Παράλληλα γράφει και δικά του τραγούδια για την Αννούλα, τη Μαρία, την Όλγα. Με τον Θεοχάρη Παντίδη γράφει το πολυτραγουδισμένο «Ωραία είναι η νύφη μας» και άλλα τραγούδια γάμου. Ο Ηλίας Ερίνης είναι αυτός που έγραψε τα περισσότερα τραγούδια για τον Μαλλιάρα.
Συμμετέχει στις γνωστές δισκογραφίες «Τραγούδια του Λόγγου» και «Ελληνική Λεβεντιά». Στα πρώτα του βήματα συνεργάζεται με οργανοπαίκτες της περιοχής. Στην μεταπολεμική περίοδο ο Μαλλιάρας είναι πλέον καταξιωμένος καλλιτέχνης. Συνεργάζεται με πολύ γνωστά ονόματα μουσικών απ’ όλη την Ελλάδα: το Γιώργο Κόρο, τη Ρόζα Εσκενάζυ, τη Νίτσα Τσίτρα κ.α. Ακολουθούν ταξίδια στο εξωτερικό, όπως στον Καναδά και την Αυστραλία όπου παίζει για τους έλληνες της ξενιτιάς. Το 1965 ο μπάρμπα Βάϊος φεύγει για την Αυστραλία, στα παιδιά του, που είναι μετανάστες. Κάθεται για 9 μήνες, δεν αντέχει, του λείπει η ελληνική γη και αποφασίζει να επιστρέψει. Το 1970 παθαίνει ημιπληγία, αλλά εξακολουθεί να παίζει. Το 1975 πέφτει αναίσθητος, ενώ παίζει σε ένα γάμο. Από τότε αφήνει το κλαρίνο εντελώς, αλλά τον μαραζώνει ο καημός ότι δεν έχει ολοκληρώσει ακόμα το έργο του.
Η πρωτοχρονιά του 1988 θα είναι διαφορετική για ολόκληρο το μουσικό κόσμο. Ο Βάϊος Μαλλιάρας σβήνει στον Πυργετό. Το έργο του θα μείνει παντοτινά για να θυμίζει το μεγάλο λαϊκό καλλιτέχνη. Όλος ο Πυργετός για δυο μέρες σείεται στους ρυθμούς του κλαρίνου, θρηνεί με τις μοναδικές μελωδίες που συνέθεσε ο μπάρμπα Βάϊος.»
Ο δεξιοτέχνης του κλαρίνου Βάϊος Μαλλιάρας στο σημερινό δισκάκι, που είναι επανακυκλοφορία γραμμοφωνικού δίσκου της Columbia (DG 6947) του 1951. Η ορχήστρα βιολί: ΝΤΟΥΤΣΙΑΣ Δ, κιθάρα: ΚΑΡΙΠΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, λούτο: ΡΟΥΒΑΣ ΛΑΖΑΡΟΣ.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

348. PHILIPS 427 103 PE ΧΟΡΩΔΙΑ ΚΑΙ ΜΑΝΤΟΛΙΝΑΤΑ ΝΙΚΟΥ ΤΣΙΛΙΦΗ 1961

Τσιλίφης Νικόλαος- Χορωδία και Μαντολινάτα Νίκου Τσιλίφη PHILIPS 427 103 PE Παρασκευούλα - Βαγγελιώ - Σαμιώτισσα - Τσιριγώτικο - Μάνα μ' σγουρός βασιλικός - Λεμονάκι μυρωδάτο - Κάτω στο γιαλό 1961- 45rpm- 7''
 
«Ο Νικόλαος Τσιλίφης γεννήθηκε στο Ληξούρι το 1910. Από μικρός μαθήτευσε στη Φιλαρμονική Σχολή Ληξουρίου με αρχιμουσικό το Σπύρο Ζερβό (Κουτσουμπή). Κοντά σε αυτόν τον εξαίρετο δάσκαλο θα μάθει κορνέτα και θα εξελιχθεί πρώτος και σπουδαίος πάνω σε αυτό το όργανο. Συνέχισε την πορεία του στη Φιλαρμονική όταν ήταν αρχιμουσικός ο Κερκυραίος Λεωνίδας Δαπέργολας, τον οποίο και αντικατέστησε το 1937 ως το 1944 στη θέση του μαέστρου της Σχολής.
Παράλληλα με την παρουσία του στη Φιλαρμονική ως πρώτος κορνετίστας, το 1932 έκανε την πρώτη προσπάθεια του και δημιούργησε τον «Χορωδιακόν Μουσικό Όμιλον Ληξουρίου». Αυτό το χορωδιακό σχήμα θα το επανδρώσει με τους τροβαδούρους και αριετταδόρους του Ληξουριού και θα συμμετέχει στις εκδηλώσεις με τα τραγούδια του τόπου μας. Έτσι, κάποιοι χορωδοί του ήταν οι: Γεράσιμος Περάτη (βαρύτονος), Αλέκος Καμινάρης ο κουρέας (βαρύτονος), Σπύρος Αραβαντινός, ο Παπόρος όπως τον έλεγαν (μπάσσος), Ηλίας Δ. Μηνιάτης (βαρύτονος), Σπύρος Βεντούρας, Διονύσης Θεοδωράτος – Μαργέτης και άλλοι.
Με την ευκαιρία αυτής της χορωδίας, η οποία αποτελείτο από καλούς αριετταδόρους και κανταδόρους, δόθηκε στον τότε εκκολαπτόμενο μαέστρο το κίνητρο να καταγράψει μουσικά στο πεντάγραμμο αριέττες, που τις τραγουδούσαν οι χορωδοί του. Αυτή ήταν και η πρώτη μουσική καταγραφή που έγινε πάνω σε αυτό το λαϊκό μουσικό είδος του Ληξουρίου.
Έχοντας όμως, ο Νίκος Τσιλίφης, μουσική ανησυχία και επιθυμία να παιδευτεί περισσότερο στη μουσική και να ανακαλύψει τα μυστικά της θείας τέχνης, βρέθηκε στην Αθήνα το 1933 και γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών για να συνεχίσει τις μουσικές του σπουδές. Με καθηγητές τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη και το Γεώργιο Σκλάβο, σπούδασε ανώτερα θεωρητικά, παίρνοντας πτυχίο αντίστιξης, φούγκας, σύνθεσης και ενορχήστρωσης έργων για μπάντα.
Ωστόσο, έπαιζε πιάνο, κιθάρα και κορνέτα, μα πάνω από όλα ήταν προικισμένος με μια θαυμάσια φωνή βαρυτόνου. Φωνή που την καλλιέργησε στο διάστημα που σπούδαζε στο ωδείο.
Το 1936 θα γυρίσει στο Ληξούρι και θα καταρτίσει δεύτερη χορωδία και μαντολινάτα με την επωνυμία «Ερασιτεχνικός Μουσικός Όμιλος Ληξουρίου – Η Φρέγια», όπου θα δώσει συναυλίες τόσο σε Ληξούρι και Αργοστόλι όσο και σε άλλα μέρη του νησιού.
Ο μαέστρος και συνθέτης Κ. Μπουχάγιερ μέσω του τύπου της εποχής να φέρεται κολακευτικά για τις εκδηλώσεις του Ομίλου: «Την παραπάνω Κυριακήν, στην αίθουσα του Κοινοτικού Μεγάρου Ληξουρίου, εδόθη η προαγγελθείσα συναυλία υπό του εκεί νεοϊδρυθέντος Ερασιτεχνικού Ομίλου «Χορωδίας και μαντολινάτας..»…. Το πρόγραμμα, εις το σύνολον του εξετελέσθη αρκετά καλά. Οπωσδήποτε είναι άξιοι συγχαρητηρίων όλοι οι αποτελούντες τον Όμιλον αυτόν και ιδιαιτέρως ο διευθύνων αυτόν κ. Νικόλαος Τσιλίφης τον οποίον η κοινωνία του Ληξουρίου οφείλει να υποστηρίξει…».
Αξιολογώντας τα προγράμματα των εκδηλώσεων αυτής της χορωδίας και μαντολινάτας, διαπιστώνει κανείς τη σοβαρή δουλειά και το μεράκι του μαέστρου για να παρουσιάσει εκδηλώσεις με μουσική ποιότητα. Το ρεπερτόριο του μουσικού ομίλου ήταν ποικίλο, από καντάδες, λαϊκές και έντεχνες, κλασικές μελωδίες, έργα για μαντολινάτα, μονωδίες και ντουέτα. Επίσης, η καλλιτεχνική παρουσία του τότε μαθητή του Εθνικού Ωδείου, βαρύτονου, Τάση Κοντογιαννάτου, λάμπρυνε την πορεία του Μουσικού Ομίλου. 
Για λίγα χρόνια ο Νίκος Τσιλίφης δίδαξε στο Γυμνάσιο Ληξουρίου ως μουσικός.     Το 1944, φτασμένος ως μαέστρος αποφασίζει να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Το 1945 συγκρότησε στην Αθήνα την πολυφωνική εκκλησιαστική χορωδία του Αγίου Νικολάου Πευκακίων (την οποία διεύθυνε έως τον θάνατό του) και το 1947 ίδρυσε την «Αθηναϊκή Καντάδα» και έτσι προσέφερε τα μέγιστα στο παραδοσιακό και έντεχνο χορωδιακό τραγούδι. Πέρα από ανδρικές χορωδίες, ίδρυσε και «Γυναικεία Χορωδία», η οποία εμφανιζόταν στις εκπομπές που έκανε στο ραδιόφωνο. Στη συνέχεια, οι δυο αυτές χορωδίες αποτέλεσαν τη «Μικτή Χορωδία του Νικολάου Τσιλίφη», που έπαιρνε μέρος στα προγράμματα της Συμφωνικής Ορχήστρας της τότε Ε.Ι Ρ. με κλασσικό συνήθως ρεπερτόριο.
Με αυτήν τη χορωδία ο Τσιλίφης θα δημιουργήσει μια μεγάλη πολιτισμική παράδοση, η οποία δύσκολα θα ξεχαστεί (ακόμη και μετά τη διάλυσή της), και θα ανοίξει δρόμους για νεότερους μουσικούς που θα ασχοληθούν με το είδος των τραγουδιών. Ιδιαίτερα μετά τους σεισμούς του 1953, το ραδιόφωνο μετέδιδε τραγούδια της «Χορωδίας και Μαντολινάτας –Τσιλίφη». Αυτό την έκανε πασίγνωστη και δημοφιλή, επιτρέποντάς της να συνεχίσει το δύσκολο δρόμο της σε ένα απαιτητικό μουσικό είδος, που μέρα με τη ημέρα χανόταν.
Καντάδες της παλιάς Αθήνας, της Κεφαλονιάς, τραγούδια συνθετών που ήταν ξεχασμένα, αναβίωσαν στη μπαγκέτα και διδασκαλία του Τσιλίφη και στα χείλη των χορωδών του. Τραγούδια της χορωδίας έγιναν γνωστά τόσο από τις εκδηλώσεις όσο και τις παρουσιάσεις τους από το ραδιόφωνο.
Από τη χορωδία Τσιλίφη πέρασαν καλλίφωνοι τραγουδιστές, αρκετοί από τους οποίους διέπρεψαν σε μεγάλα λυρικά θέατρα του κόσμου, όπως οι: Νικόλας Ζαχαρίου, Κ. Εγκορφόπουλος, Αρ. Πανταζηνάκος, Δ. Τσακίρης, Κ. Τρωγαδής, Κασσιμάτης και άλλοι.
Επίσης, θα συμμετέχει το 1957 στην κινηματογραφική ταινία «Μπάρμπα Γιάννης Κανατάς», έχοντας τη μουσική επιμέλεια και τη μουσική σύνθεση σε αυτό το έργο. Τον βρίσκουμε δε ως σολίστ μαζί με άλλους στο θεατρικό έργο «Ο ηλίθιος» του Μανώλη Σκουλούδη, που παρουσιάστηκε στη Θεατρική Κεντρική Σκηνή το 1946.
Στα 1950 παντρεύεται τη μουσικό κ. Φωφώ Τσιλίφη, με την οποία απόκτησαν ένα παιδί, τον Γεράσιμο, διάσημο μουσικό που ζει και δραστηριοποιείται στο εξωτερικό.
Στα πεπραγμένα του Νίκου Τσιλίφη βρίσκεται και η ίδρυση της Γυναικείας Χορωδίας του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία». Διηύθυνε δε τη φιλαρμονική της Αστυνομίας Πόλεων και από το 1957 έως 1959 υπηρέτησε ως αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική του Δήμου Υμηττού. Επίσης, από το 1958 οργάνωσε τη Χορωδία της Εργατικής Εστίας. Από το 1967 έως το 1976 διεύθυνε μαντολινάτες και χορωδίες. Ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης Ελλήνων Αρχιμουσικών (1962).
Ο Νικόλαος Τσιλίφης πέρα από σπουδαίος μαέστρος, που με το έργο του ανάδειξε το καλό τραγούδι, το κανταδόρικο, έντεχνο και λαϊκό, ήταν συνθέτης και ενορχηστρωτής μουσικών τεμαχίων. Βέβαια, δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη σύνθεση, όμως μας άφησε αξιόλογα τραγούδια για χορωδία, ιδιαίτερα θρησκευτικού χαραχτήρα. Επίσης, συνέθεσε εμβατήρια και άλλα έργα για μπάντα.»
Δημοτικά τραγούδια με χορωδία και συνοδεία μαντολινάτας από τον Νίκο Τσιλίφη το σημερινό δισκάκι. Διαφορετική μουσική προσέγγιση των δημοτικών τραγουδιών, κάτι που κάναμε σαν παιδιά στο σχολείο εν απουσία μουσικών οργάνων και πόσο όμορφα δένει το μαντολίνο με την χορωδία. Στις φωτογραφίες παραπάνω εικονίζονται διάφορες μαντολινάτες αλλά όχι του Νίκου Τσιλίφη.Στο εξώφυλλο του δίσκου φιγουράρει μαζί με άλλους και ο Αλέκος Καραβίτης (να και το Κρητικό στοιχείο).     
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

347. ODEON GA 1158 ΚΑΛΟΓΕΡΙΔΗΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ 1926

Καλογερίδης Ευστράτιος (Στρατής- Δάσκαλος του βιολιού) ODEON GA 1158 Σητειακός (Χορός Κρητικός) - Μαλεβιζιώτικος (Χορός Κρητικός-Ανάμικτος ασκομανδούρας) 1926- 78rpm- 10''
«O Στρατής Καλογερίδης γεννήθηκε στη Σητεία το 1883 και ήταν το μεγαλύτερο από τα πέντε παιδιά του Μανώλη Καλογερίδη. Ο πατέρας του καταγόταν από τον Ξυδά Καστελλίου Πεδιάδος και αφού δούλεψε για 4 χρόνια βοηθός Σχολάρχη στη Σητεία διορίστηκε Τελώνης Σητείας το 1885 περίπου. Στη Σητεία παντρεύτηκε την Άννα Τσαγκαράκη από τη Μυρσίνη Σητείας. Ο μικρός Στρατής από την ηλικία των 10 ετών ήξερε να παίζει μαντολίνο και στη συνέχεια βιολί με τα ακούσματα που είχε από τους ντόπιους λυράρηδες και βιολάτορες της εποχής, όπως ήταν: ο βιολάτορας Μιχαήλ Καλομενόπουλος (1835-1920) από τη Λάστρο Σητείας και ο δεξιοτέχνης της λύρας Ιωάννης Χατζηαντωνάκης ή Φοραδάρης (1870-1935) από τη Ζήρο Σητείας. Το 1903 πήγε στην Τουλών της Γαλλίας για σπουδές στη Χημεία, αλλά τελικά τον κέρδισε η μουσική με αποτέλεσμα να σπουδάσει δυο χρόνια στο αντίστοιχο Ωδείο. Το 1905 επέστρεψε στη Σητεία όπου και παρέμεινε έως το 1907 περίπου, οπότε και μετακόμισε στο Ηράκλειο για να εργαστεί ως φωτογράφος.
Διαβάσαμε για τον αθάνατο πηδηχτό του Καλογερίδη στο καφενείο Χατζοπούλου στην Πλατεία Πρίγκηπος στο φύλλο της 7-8-1907 της εφημερίδας Ίδη και για τη μουσική του παρουσία σε εκδήλωση του συλλόγου κυριών και Δεσποινίδων στο φύλλο της 20-2-1916 στη Νέα Εφημερίς. Φαίνεται ότι ο Καλογερίδης αφού έγινε γνωστός για τη βιολιστική του δεινότητα στο λαϊκό κοινό του Μεγάλου Κάστρου, από το 1907 που έπαιζε σε 36 καφενεία και πλατείες, στη συνέχεια άνοιξαν οι πόρτες της αστικής τάξης της πόλης. Επίσης από το άρθρο στην εφημερίδα Πατρίς του αρχιμουσικού Γιάννη Δεληβασίλη στις 3-1-1960 συμπεράναμε ότι ο Στρατής Καλογερίδης έπαιζε μαζί με τον αδελφό του Βαγγέλη βιολί στο μουσικό Σύλλογο Απόλλων στα τέλη της δεκαετίας του 1900 και στις αρχές του 1910 καθώς ο Δεληβασίλης αναφέρει σαν θαυμάσιους βιολιστές τους αδελφούς Καλογερίδη.
Στο Ηράκλειο συνέχισε τη μουσική του δημιουργία και σύνθεσε πολλά νέα μουσικά κομμάτια. Έπαιζε συχνά βιολί με τη συνοδεία πιάνου ή κιθάρας. Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης και στα παρακάτω κείμενα η κρητική μουσική τις δεκαετίες από το 1910 έως και στις αρχές του 1970 ένα συχνό όργανο μουσικής συνοδείας του βιολιού στις λόγιες Ηρακλειώτικες παρέες ήταν το πιάνο. Δεν ήταν τυχαίο άλλωστε ότι πολλές από τις συνθέσεις του Καλογερίδη ήταν για κλειδοκύμβαλο (πιάνο).
Παράλληλα δίδασκε παραδοσιακές κρητικές μελωδίες στο βιολί σε πολλούς επιφανείς Ηρακλειώτες όπως ο Μηνάς Τζωρτζάκης και η Μαρία Αμαριώτου. Η φήμη του ξεπέρασε την πόλη που ζούσε και διάσημοι λυράρηδες όπως ο Σκορδαλός αλλά και βιολάτορες όπως ο Ναύτης (Κώστας Παπαδάκης) από την Κίσσαμο Χανίων ερχόταν στο μεγάλο δάσκαλο για να διδαχθούν την τεχνική και τις απαράμιλλες κοντυλιές του. Ο Στρατής ήταν πανελλήνια γνωστός από τη δισκογραφία του και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το προπολεμικό ραδιοφωνικό σήμα της Ελληνικής Κρατικής Ραδιοφωνίας ήταν μουσικό του αριστούργημα, οι περίφημες Κονδυλιές στη Fa maggiore.
Το 1952 διορίστηκε στην καλλιτεχνική επιτροπή του Δήμου Ηρακλείου. Εκεί συνέχισε και ολοκλήρωσε το δημιουργικό του έργο. Εδώ θα πρέπει να τονίσομε ότι ο μεγάλος αυτός μουσικός είτε έπαιζε σε παρέες είτε δίδασκε το έκανε πάντα αφιλοκερδώς.
Οι κοντυλιές του Καλογερίδη και η αξεπέραστη τεχνική του στο παίξιμο του βιολιού, αποτέλεσαν σημείο αναφοράς, μέτρο σύγκρισης και προσπάθεια μίμησης όλων των μεταγενέστερων Κρητικών καλλιτεχνών τόσο της Ανατολικής Κρήτης όσο και της Δυτικής Κρήτης. Ειδικότερα στην Ανατολική Κρήτη, η συμβολή του στη μουσική παράδοση ήταν καταλυτική διότι όχι μόνο κατέγραψε, διέσωσε και αναμόρφωσε παλαιές μελωδίες, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε και εκτέλεσε με άφθαστη δεξιοτεχνία καινούργιες. Με άλλα λόγια εξέλιξε την κρητική μουσική φέρνοντάς τη κοντά στα δυτικά κλασικά πρότυπα.
Αυτή η εξέλιξη φάνηκε και από την σύγκριση της μουσικής του με την εκτέλεση σητειακής κοντυλιάς στη λύρα του σύγχρονού του Κυρλίμπα (Ιωάννη Σολιδάκη). Ο αδρός ήχος της λύρας με την πρωτόγονη ακουστική έδειχνε πως ήταν η αυθεντική σητειακή μουσική πριν την παρέμβαση Καλογερίδη. Ο απλός λαός δέχτηκε αυτή την νέα τεχνοτροπία και ακουστική, την αφομοίωσε και την έκανε δική του ως μέρος της ζωής του για να υμνήσει τον έρωτα και τη χαρά της ζωής. Με αυτή τραγούδησε και χόρεψε στο γάμο, τη βάφτιση, στο πανηγύρι και στις παρέες για «ψύλλου πήδημα», ενώ έδωσε μια άλλη ψυχική διάσταση στην καντάδα.
Ένα άλλο πολύ σημαντικό επίτευγμα που δεν έχει αναγνωριστεί στον Στρατή Καλογερίδη είναι η ίδρυση της έντεχνης παραδοσιακής σχολής του βιολιού του Μεγάλου Κάστρου. Πολλοί έντεχνοι βιολιστές είτε τον είχαν δάσκαλο είτε επηρεάστηκαν στην εκτέλεση των μουσικών μελωδιών. Είναι βέβαιο ότι η κλασική τεχνική στο βιολί που κατείχε ο Καλογερίδης, απόρροια των δυτικοευρωπαϊκών μουσικών σπουδών σε συνάρτηση πάντα με το πολιτισμικό περιβάλλον, που είχε διαμορφωθεί εκείνη την εποχή οδήγησε στον εξευρωπαϊσμό της κρητικής λαϊκής μουσικής.
Επίσης χάρη στον Καλογερίδη ολόκληρες περιοχές της Ανατολικής Κρήτης που πατροπαράδοτα είχαν τη λύρα σαν βασικό μουσικό όργανο εκτέλεσης κρητικών σκοπών όπως η Βιάννος, χωριά της επαρχίας Πεδιάδος αλλά και στο Μεραμπέλο την άλλαξαν με το βιολί.»
Ο πρώτος γραμμοφωνικός δίσκος που έκοψε ο Καλογερίδης το 1926 (μαζί με το 1159 που θα αναρτηθεί αργότερα), ο σημερινός. Δεν χρειάζονται συστάσεις για τον Καλογερίδη (βλέπε και αναρτήσεις 1 και 189), εξαιρετικός στο παίξιμο. Ειδικά στον ¨Μαλεβιζιώτη¨ μετά το πρώτο μισό, μετατρέπει το βιολί σε ακομαντούρα. Στις ετικέτες το ¨δισκόσημο¨, αφού πληρώθηκε στο Ηράκλειο, ο δίσκος ταξίδεψε για Θεσσαλονίκη, κρίνοντας από το αυτοκόλλητο στην άλλη πλευρά. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2023

346. POLYPHONE PS 311 ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΦΑΣΟΥΛΑΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ 1971

Σταυρακάκης Νίκος- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Φασουλάς Ζαχαρίας POLYPHONE PS 311 Παλιού καιρού μου ανάμνηση (Συρτό) - Σαν είναι η κοπελιά καλή (Ανωγειανές κονδυλιές) 1971- 45rpm- 7''

«Ο Νίκος Σταυρακάκης γεννήθηκε το 1957 και κατάγεται από τα Ανώγεια Μυλοποτάμου. Στο Χαράκι Μονοφατσίου όπου μεγάλωσε, έκανε τα πρώτα του βήματα στην κρητική μουσική.
Σε ηλικία μόλις οκτώ χρονών έπιασε στα χέρια του για πρώτη φορά λύρα. Στα δεκαπέντε του ξεκίνησε να παίζει λύρα σε πανηγύρια γάμους και βαφτίσεις στις αρχές της δεκαετίας του 70’ και στα τελευταία χρόνια της δικτατορία πήγε στην Αθήνα όπου εργάστηκε σε διάφορα κέντρα.
Η δικτατορία τον βρίσκει σε διάφορα μαγαζιά και συγκεκριμένα στη ¨Ξαστεριά¨ στους Αμπελόκηπους. Συνδέθηκε άμεσα με το φοιτητικό κίνημα και προσωπικότητες από τον πολιτικό, δημοσιογραφικό και καλλιτεχνικό κόσμο. Στην Ξαστεριά ο Νίκος Σταυρακάκης παίρνει το μεγάλο ρίσκο και τραγουδά αντιστασιακά τραγούδια. Την εποχή εκείνη το μαγαζί του ήταν το μοναδικό που μπορούσες να ακούσεις την ξαστεριά και ο Νίκος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο φοιτητικό κίνημα της εποχής. Πλήθος φοιτητών κατέκλυζαν κάθε βράδυ το μαγαζί του για να ακούσουν τα τραγούδια του για την λευτεριά, ενάντια στο καθεστώς των συνταγματαρχών.
Τακτικοί πελάτες του μαγαζιού στη Φωκίωνος Νέγρη, ήταν σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της χώρας, ξένοι διπλωμάτες, δικαστές, ηθοποιοί, τραγουδιστές καθώς και άνθρωποι των γραμμάτων. Τακτικοί θαμώνες ήταν και ο αντιστασιακός Αλέκος Παναγούλης, ο Μουστακλής και ο εθνικός δικαστής Δεληγιάννης που δίκασε την χούντα. Μέλη της χούντας ξήλωναν κάθε βράδυ τα γράμματα από την ταμπέλα ¨Νέα Ξαστεριά¨, αφού οι λέξεις τους ενοχλούσαν. Την επόμενη μέρα τα γράμματα ερχόντουσαν πάλι στη θέση τους.
Οι γνωριμίες με δημοσιογράφους τον βοήθησαν να έχει πρόσβαση σε όλες τις μεγάλες εφημερίδες και την τηλεόραση, με αποτέλεσμα να σπάσει τα ¨σύνορα¨ της Κρήτης και να προβάλει την λύρα πανελλαδικά, βάζοντας τη στα σαλόνια της Αθήνας.
Επί σειρά ετών διατηρούσε δική του εκπομπή στην τότε ΥΕΝΕΔ και μετέπειτα ΕΡΤ, προβάλλοντας την λύρα και την παράδοση της Κρήτης.
Ηχογράφησε αρχικά δίσκους 45 στροφών και αργότερα δώδεκα μεγάλους δίσκους στην εταιρεία “MINOS EMI” μεταξύ των οποίων: «Παλιού καιρού μου ανάμνηση», «Κρητική Παρέα», «Να’μουν αητός».
Ηχογράφησε για την Polyphone, την Minos, την Panivar και διάφορες κρητικές εταιρίες. Του έγιναν προτάσεις να συνεργαστεί με μεγάλα ονόματα όπως ο Γιώργος Νταλάρας, ο Ντέμης Ρούσσος και άλλοι λαϊκοί τραγουδιστές και συνθέτες όμως εκείνος αρνήθηκε έχοντας πάντα στην καρδιά του την λύρα και την υποχρέωση να υπηρετεί πιστά την Κρητική μουσική.
Έχει συνεργαστεί με τους σημαντικότερους λαγουτιέρηδες της Κρήτης όπως ο Μαρκοβαγγέλης, ο Μαρκογιάννης, ο Ψαρογιάννης, ο Κουμιώτης, ο Χατζάκης, ο Φασουλάς, ο Μανιάς και άλλοι πολλοί. Έχει συνεργαστεί σε ένα δίσκο του και με τον Μανώλη Μητσιά, Μιχάλη Μενιδιάτη και Πίτσα Παπαδοπούλου οι οποίοι ερμηνεύουν κρητικά τραγούδια.
Παράλληλα ασχολήθηκε με την ζωγραφική και έχει εκδώσει ένα βιβλίο με τίτλο «Ο έρωτας του Ψηλορείτη».
Από το 1984 ζει μόνιμα με την οικογένειά του στο Ηράκλειο της Κρήτης όπου συνεχίζει την επιτυχημένη καριέρα του στο χώρο της κρητικής και έντεχνης μουσικής με πλήθος ηχογραφήσεων και ζωντανές εμφανίσεις.»
Το σημερινό δισκάκι σε ανωγειανό ηχόχρωμα. Συνοδεία στα λαούτα ο Ψαρογιάννης μαζί με τον Ζαχάρη Φασουλά.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).