«H όλη δισκογραφική επιτυχία τού Σπύρου Σηφογιωργάκη μέχρι σήμερα
αριθμεί δεκάδες μικρών και μεγάλων δίσκων. Επιπλέον, έχει τιμηθεί επανειλημμένα
από διάφορους φορείς της χώρας μας και του εξωτερικού για τη μεγάλη προσφορά
του στη μουσική παράδοση τού νησιού μας.
O Σπύρος Σηφογιωργάκης, είναι γεγονός, ουδέποτε χρησιμοποίησε τη λύρα
ως πάρεργο, αλλά πάντοτε ως κύριο και βιοποριστικό του επάγγελμα, στο οποίο τον
στήριξε η πληθωρική αγάπη και αφοσίωση τού κόσμου. Τελευταία, πριν την ασθένειά
του, ο Σηφογιωργάκης διατηρούσε Σχολή παραδοσιακής λύρας στον «Πολιτιστικό
Σύλλογο Tυμπακίου» και στις Mοίρες. Δεκάδες χρόνια δάσκαλος της κρητικής λύρας
(από το 1970) έχει, ήδη, παραδώσει στον χώρο της κρητικής μουσικής αρκετά νέα
παιδιά, με ένα πλήρες κρητικό «ρεπερτόριο», που θα αποτελέσουν, ασφαλώς, τους
μελλοντικούς συνεχιστές της αυθεντικής και γνήσιας κρητικής μας μουσικής
παράδοσης.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τραγουδιών τού Σπύρου Σηφογιωργάκη είναι
η αθωότητα και η απλοϊκή ομορφιά και χάρη που τα
διαπνέουν. H φωνή του γλυκιά, μπάσα και μελωδική πατά γερά και σταθερά πάνω στη
νότα και έχει χαρακτηριστική άνεση, απλότητα, χάρη, μεγαλοπρέπεια και λεβεντιά.
Χρησιμοποιούσε λίγες μεν και απλές νότες με πλούσιο, όμως, και δυνατό
αποτέλεσμα, που οφείλεται, ακριβώς, στην πηγαία ικανότητα, το αστείρευτο του
ταλέντο και την ατέλειωτη αγάπη του στην κρητική λαϊκή μας μούσα και παράδοση,
χαρακτηριστικό και αυτό γνώρισμα των μεγάλων δημιουργών της τέχνης.
Είναι κάτι
που λείπει, δυστυχώς, σήμερα από τους νεότερους δημιουργούς, που, μέσα από την
πολυπλοκότητα των συνθέσεών τους, απουσιάζουν παντελώς το χρώμα και η
ταυτότητα. Άφησε που, συχνά, προσθέτουν και άσχετα προς τη γνήσια κρητική
μουσική παράδοση όργανα, καταστρέφοντας με τον τρόπο αυτόν τη γνησιότητα της
κρητικής λαϊκής μουσικής έκφρασης. Πολύ σωστά είχε πει κάποτε ο Χαράλαμπος
Γαργανουράκης, σε τηλεοπτική του εκπομπή, ότι οι νέοι καλλιτέχνες μπήκανε
στα χωράφια των παλιών και κυριολεκτικά τα κουρσέψανε, βρίσκοντας έτοιμο και
στρωμένο τραπέζι, ενώ ο ίδιος, ταυτόχρονα, δήλωνε για τον Σπύρο Σηφογιωργάκη,
χωρίς κανένα δισταγμό, ότι ήταν τότε, στη δεκαετία του εξήντα, που τον είχε ως
πρότυπο και οδηγό του στις καλλιτεχνικές του εξορμήσεις.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης υπήρξε ένας αληθινά μεγάλος ριμαδόρος και
πρωτομάστορας της κρητικής μουσικής τέχνης και παράδοσης. Ευαίσθητος και
ρομαντικός ένιωθε πάντα μέσα του βαθιά αγάπη για το χωριό του και τις
παιδιάστικες αναμνήσεις του στο πατρογονικό του σπίτι. Αισθανόταν ατέλειωτη
ευγνωμοσύνη προς τους συγχωριανούς του, Aγαλλιανούς και Kεραμιανούς, που,
πρώτοι αυτοί, είναι αλήθεια, του παραστάθηκαν και τον βοήθησαν στο δύσκολο
ξεκίνημα της καριέρας του. Τότε που, όπως έλεγε και ο ίδιος, ¨οι άνθρωποι ήταν
πολύ πιο ζεστοί και όμορφοι απ’ ότι σήμερα και όλα πολύ πιο απλά και
ανθρώπινα¨…».
Το τρίτο (σε κυκλοφορία όχι σε αναρτήσεις στο ιστολόγιο) σε σειρά
δισκάκι του Σπύρου Σηφογιωργάκη, παρέα με τους Μαρκογιάννηδες στα λαούτα. Δυο
όμορφοι σκοποί Σφακιανός και Κουρνιανός.
Εδώ να διευκρινίσω ότι δεν ψάχνουμε
την παρθενογένεση των σκοπών, των μαντινάδων, των φωτογραφιών και των κειμένων,
γιατί πέρα από κουραστικό, θα ήταν χρονοβόρο, βαρετό για τον αναγνώστη (ακροατή)
και θα απέκλινε από τους αρχικούς σκοπούς
του blog (βλέπε πρώτη
ανάρτηση-αναγκαίες διευκρινήσεις).
Με αγάπη πάντα για τους καλλιτέχνες και στο αποτέλεσμα, που είναι ότι
ακούτε σε κάθε ανάρτηση.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
Ο Ανδρέας Ροδινός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Ο πατέρας του,
φούρναρης στο επάγγελμα, καταγόταν από το Ατσιπόπουλο, ενώ η μητέρα του
Χρυσούλα το γένος Μαμαγκάκη καταγόταν από τα γειτονικά Φραντζεσκιανά Μετόχια.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα στην ηλικία των 14 χρονών από ένα συγγενή της
μητέρας του (πιθανόν τον λυράρη από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια Βαγγέλη
Καλαϊτζάκη), ενώ η μαρτυρία του αδερφού του ότι ο μικρός Ανδρέας κάθονταν και
έπαιζε ώρες λύρα με τους συνομήλικους Τουρκοκρητικούς γείτονες του μαρτυράει το
ζήλο του για τη μουσική.
Η επιθυμία του για ζωή ήταν έντονη. Όπως και για τη λύρα. Ένα
περιστατικό διηγείται ο Ρεθεμνιώτης γιατρός Nίκος Λυράκης με κείμενό του στο
περ. «Προμηθεύς Πυρόφορος» (Δεκέμβριος 1980), που αναδημοσιεύθηκε στην εφημ.
«Eλευθερία» του Pεθύμνου, φ. της 21/22-3-98, σελ. 12:
“…το έτος 1917-18 που τελείωσα το Γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του
πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνάντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς τον Ανδρέα,
παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού
μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Είχα ακούσει από καιρό
πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ τον ρώτησα: Πότε επιτέλους
θα την μάθεις αυτή τη λύρα; Να την, μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Εγώ, Νίκο,
συνεχίζει, θα την μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα
μεσάνυχτα να παίξω χωρίς να μιλώ· όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με
τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω… Εγώ κατόπιν τα διηγήθην και στη συνέχεια
προήλθε μία σύγχυση στο ιστορικό αυτό”.
Ο Ροδινός από τα 16 του χρόνια, γύριζε τα χωριά του Ρεθύμνου αρχικά,
αλλά και του Αποκόρωνα και των Σφακίων αργότερα, προς αναζήτηση παλιών σκοπών
και μελωδιών. Διδάχτηκε επίσης, από παλιούς και έμπειρους λυράρηδες της πόλης
του Ρεθύμνου, όπως το Νικήστρατο (για λίγο καιρό γιατί πέθανε στα πρώτα του
βήματα του Ανδρέα) και το Γέρο-Πισκόπη.
Στα 17 του δημιούργησε το δικό του συγκρότημα (“ζυγιά”) με τον
λαουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλο από την Επισκοπή Ρεθύμνου. Ήταν πλέον ένας
εκπληκτικός και καταξιωμένος λυράρης. Λέγεται επίσης ότι ήταν ιδιαίτερα ευφυής
και άριστος μαθητής.
Ο Ανδρέας Ροδινός ήταν ερασιτέχνης αλλά και εύπορος οικονομικά και
αυτό ήταν από τα χαρακτηριστικά του καθώς ποτέ δεν είδε τη λύρα ως επάγγελμα
και αποστρεφόταν τους φιλάργυρους συναδέλφους του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται
ότι στο μοναδικό γλέντι που δέχτηκε χρήματα (8 Σεπτέμβρη του 1932) στο μεγάλο
πανηγύρι της Παναγιάς στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου και στο οποίο μαζεύτηκαν 6-7
χιλιάδες δραχμές, έσπευσε να τα δωρίσει στην εκκλησία και με τα οποία χτίστηκε
εικονοστάσι που σώζεται ως σήμερα.
Θρυλική έχει μείνει η εμφάνιση του μαζί με τον Χαρίλαο Πιπεράκη τον
ξακουστό λυράρη της εποχής που ζούσε στην Αμερική και καταγόταν από το
Ξεροστέρνι Αποκορώνου και το γέρο-Καντέρη επίσης από τον Αποκορώνα στην
προκυμαία του Ρεθύμνου το καλοκαίρι του 1930. Βραδιά κατά την οποία μετά τους
δύο μεγάλους λυράρηδες, ο Ροδινός με τη συνοδεία του Ψίλλου (Σταύρου Ψιλλάκη)
στο λαούτο, “έδωσε εξετάσεις” και ενθουσίασε τα πλήθη παίζοντας λύρα μέχρι τα
ξημερώματα.
Αφού λοιπόν τελείωσε το γυμνάσιο συνέχισε να ασχολείται με πάθος με
τη μουσική, έχοντας πλέον ως συνεργάτη τον λαουτιέρη με τη καταπληκτική φωνή
Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη). Ο Ροδινός δε σταματά να καλλιεργεί την τέχνη
του, να ερευνά, να χώνεται όλο και πιο βαθιά στη μελέτη της κρητικής μουσικής
παράδοσης. Γυρνούσε στα χωριά, συναναστρεφόταν με τους γεροντότερους, ρωτούσε
για παλιούς σκοπούς, μελωδίες, τραγούδια. Με τις ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο
του δοκιμάζει παλιές και νέες μελωδίες και σκοπούς τους οποίους προσφέρει άμεσα
στο ακροατήριο του.
Κάποια στιγμή ο Ανδρέας Ροδινός θα πρέπει να ασχολήθηκε και με
την οργανοποιία. Όχι τόσο άμεσα, όσο συμβουλευτικά. Πολλοί μιλούν για την
επιρροή του στη μορφή της σύγχρονης λύρας που όχι άδικα
έχει αποδοθεί κυρίως στο Μανώλη Σταγάκη. Ο Μανώλης Σταγάκης μας
παρέδωσε αυτό που οι σύγχρονοι λέμε Κρητική λύρα, αλλά σίγουρα οι επιρροές του
από τις παρεμβάσεις του Ανδρέα Ροδινού, του οργανοποιού Γιάννη Παπαδάκη ή
Καρεκλά και του μαραγκού και οργανοποιού Αντώνη Μαράκη ή Μαραντώνη από την
Κοξαρέ Αγίου Βασιλείου (για τον οποίο θρυλείται ότι είναι ο κατασκευαστής της
κύριας λύρας του Ροδινού) ήταν καθοριστικές.
Το 1933 κατατάχθηκε στο στρατό όπου καθηλώθηκε για 6 μήνες στο
νοσοκομείο, εξαιτίας μιας πλευρίτιδας που τελικά αποδείχτηκε μοιραία καθώς
επιβάρυνε την ήδη άσχημη ψυχολογική του κατάσταση. Ο θρύλος μιλάει για τον
αδιέξοδο έρωτα του για μία “ξένη ξανθιά γυναίκα, μεγαλύτερη σε ηλικία από τον
ίδιο, αλλά και παντρεμένη”.
Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης που παρουσίασε, ύστερα από
επιμονή των φίλων του, ανέβηκε στην Αθήνα και ηχογράφησε δύο δίσκους 78 στροφών
με συνοδεία στο λαούτο από το τον Γιάννη Μπερνιδάκη. Οι δίσκοι αυτοί ήταν:
Πήρε το απολυτήριο του και μεταφέρεται στους Νίππους, ένα ύψωμα στα
δυτικά του Ρεθύμνου ψάχνοντας για τον καθαρό αέρα που θα βοηθούσε στην αρρώστια
του.
Ο Νίκος Αγγελής σε μια όμορφη αναφορά του στον Ανδρεά Ροδινό
περιγράφει:
“…Υπάρχει στο δυτικό Ρέθεμνο ένα ύψωμα γεμάτο αμπέλια και δέντρα.
Οι Νίπποι. Πάνω απ’ τη «βίγλα», εφτακόσια μέτρα ψηλά, βγορίζουν εβδομήντα χωριά
Χανιά και Ρέθεμνος. Εκεί ψηλά ήταν η καλύβα του Ροδινού μονάχη. Εκεί ψηλά ο
πληγωμένος νέος προσπαθούσε να νικήσει την αρρώστια που τού ’τρωγε τα στήθεια.
Περνούσαν δραγάτες και τού ’φερναν τα νέα του κόσμου. Περνούσαν ακόμη φίλοι και
ξένοι να του πουν «περαστικά».
Κάθε βράδυ έβλεπαν οι ζευγάδες απ’ τα γυροχώρια τις φωτιές του κι’
οι πιο κοντινοί άκουαν την πονεμένη λύρα του να γεμίζει παράπονο τα σκοτάδια.
Έβλεπε κι’ εκείνος κάτω τον τόπο που αγάπησε. Ήταν κάτω τα χωριά. Κάτω
γλεντούσαν και χόρευαν. Θυμόταν τη μικρή του ιστορία. Όταν τον κοίταζαν χιλιάδες
μάτια να παίζει…”.
Τέλη του 1933 μεταφέρεται σε σανατόριο στα Μελίσσια Αττικής. Μετά από
μήνες χωρίς βελτίωση, το Γενάρη του 1934 επιστρέφει στο Ρέθυμνο και στις 9
Φεβρουαρίου 1934, “φεύγει” σε ηλικία μόλις 22 χρονών. Την ημέρα της κηδείας του
φάνηκε πόσο αγαπητός ήταν καθώς έκλεισαν όλοι τα μαγαζιά τους και όλο το
Ρέθυμνο ακολούθησε την νεκρική πομπή. Ο μύθος του όμως έμεινε για πάντα.
«Αύριο φεύγω Πλάτανε και μάδησε τα
φύλλα,
για δε θα ξανακούσεις πια, του Ροδινού την λύρα»
«Ξύπνα Αντρέα Ροδινέ παίξε γλυκά τη
λύρα,
ν' αναστηθούνε οι νεκροί που ‘ναι
βαθειά στο μνήμα»
«Ξύπνα καημένε Ροδινέ να δεις τον Μπαξεβάνη,
που παίζει το λαγούτο του και ζάφτι δεν το κάνει»
«Να με χτικιάσεις πολεμάς σα και το
Ροδινάκι,
απού το χτίκιασε και αυτό, της λύρας το μεράκι».
Για τον Μπαξέ έχουμε αναφερθεί και στην ανάρτηση 66.
Η μία από τις δυο (ενδέχεται και τρεις), γραμμοφωνικές πλάκες, του
Ροδινού, η σημερινή ανάρτηση. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση, καθώς στη δεύτερη
έχει μπλε και λευκές ετικέτες, όπως βλέπετε και στις σκαναρισμένες φωτογραφίες των ετικετών (καθαρές). Το λάθος βέβαια μεταφέρετε και στις μπλε (παρατηρήστε ότι οι μπλε είναι δεύτερη έκδοση από την γραμματοσειρά) και στις λευκές ετικέτες,¨Συρτός Αποκορονιώτικος¨ και ¨Συρτός Κυσσανιώτικος¨, αναγράφουν
λανθασμένα. Τα καθαρά ζευγάρια των ετικετών, τα χρωστάμε στον Ιδομενέα από Ρέθυμνο και για άλλη μια φορά τον ευχαριστώ που συμβάλει, με όποιο τρόπο μπορεί στην καταγραφή της Κρητικής μουσικής.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
Ο Νίκος Σκευάκης (βλέπε και ανάρτηση 7) γεννήθηκε στο Τυμπάκι και από
την ηλικία των 14 ετών έγινε λάτρης της Κρητικής λύρας, ενός οργάνου που δεν
άφησε ποτέ από τα χέρια του μέχρι και σήμερα.
Έχοντας ακούσματα του τοπικού καλλιτέχνη Φραγκή Στυλιανάκη και του
πασίγνωστου Θανάση Σκορδαλού, τα οποία τον επηρέασαν βαθύτατα, έγινε πολύ
γρήγορα περιζήτητος σε κάθε είδους κοινωνική εκδήλωση παρά το νεαρό της ηλικίας
του.
«Ήμουνα βέβαια παιδί και κάθε
φορά που γινόταν ένα γλέντι το καλοκαίρι στις αλάνες, εδώ στο χωριό μας, από
τους παλιούς λυράρηδες, είχαμε και έναν πολύ καλό λυράρη Φραγκής λεγόταν (μακαρίτης
είναι τώρα βέβαια), άκουγα από πέρα - πέρα τη λύρα και μου φαινόταν ότι αν μου
πει τώρα ο λυράρης “πάρε τη λύρα να παίξεις” θα παίξω ότι έπαιξε αυτός, είχα
αυτή την εντύπωση!»
Το 1969 εγκατέλειψε το χωριό του και σαν ανήσυχος καλλιτέχνης και
άνθρωπος που ήταν, κατάφερε και τραγούδησε σε πολλά κέντρα της Αθήνας με τεράστια
επιτυχία.
Το 1971 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με τίτλο “Σκληρά η Τύχη με
χτυπά” που σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Τραγούδησε για τους Κρήτες του εξωτερικού σε διάφορα μέρη του κόσμου
όπως ο Καναδάς, η Αμερική, η Αυστραλία και πολλές χώρες τις Ευρώπης γνωρίζοντας
την αποθέωση.
Αφού επέστρεψε στην Ελλάδα δημιούργησε το δικό του στέκι στην Αττική
το πασίγνωστο κέντρο “Γοργόνα”. Για 15 και πλέον χρόνια ο Νίκος Σκευάκης στην
“Γοργόνα” έδωσε τον καλύτερό του εαυτό διασκεδάζοντας με τον μοναδικό του τρόπο
τους Κρήτες της Αττικής και όχι μόνο.
«Στην Αθήνα έρχονταν στα
μαγαζιά μέσα, με μαγνητοφωνάκια στη τσέπη τους και μαγνητοφωνούσαν όλο το
πρόγραμμα!
Το αποκορύφωμα είναι ότι μετά έκανα
δικό μου μαγαζί στην Αθήνα, το πάλεψα, κουράστηκα πολύ. Να είσαι επαγγελματίας
και να παίζεις παράλληλα πάνω στο πάλκο είναι δύσκολο. Δεν μπορείς να ελέγξεις
το μαγαζί, δεν ξέρεις δηλαδή… ήμουν πάντα με το άγχος…
Εγώ, ειδικά που ήταν το μαγαζί
στο όνομά μου, είχα όλη την ευθύνη, θα μπει κόσμος μέσα;… θα μου βγάλει καλό
φαγητό ο μάγειρας;… ο σερβιτόρος θα τα πάει καλά;... μην γίνει καμιά φασαρία…
όλα αυτά με είχαν αγχώσει.»
Η Κρητική μουσική οφείλει πολλά στον Νίκο Σκευάκη που συνεργάστηκε με
τα μεγαλύτερα ονόματα της. Ενδεικτικά να αναφέρουμε κάποιες από τις συνεργασίες
του Νίκου Σκευάκη που δεν είναι άλλες από αυτές με τον Νίκο Αλεφαντινό,
τον Μανώλη Κακλή, τον Βασίλη Κατσαμά, τον Νίκο Καδιανό, τον Ανδρέα Βαρβατάκη
κ.α.
«Εμένα από τότε στην μπροστινή
μπάντα της καρδιάς μου ήταν ο Θανάσης
Σκορδαλός. Οι σκοποί του Σκορδαλού ήταν στο αίμα μου. Και μ’ αυτούς πορεύθηκα
κι αργότερα. Ένας άλλος μεγάλος λυράρης, ο Κώστας Μουντάκης, ήταν δύσκολος
για μένα κι όταν ήρθα στην Αθήνα, ένα βράδυ, που πήγα στο κρητικό κέντρο
“Σύντεκνος”, στη Πλατεία Κουμουνδούρου, όπου έπαιζε, του λέω: Κώστα μη με
παρεξηγείς, τα δικά σου κομμάτια με δυσκολεύουν. Τί μου είπε; Άστον τον
Μουντάκη. Συνέχισε αυτό που σου πηγαίνει».
Οι επιτυχίες του Νίκου Σκευάκη πολλές και διαχρονικές. Θα παίζονται
μέχρι να υπάρχει Κρήτη και Κρητική Μουσική. “Απ’ την ζωή μου πέρασες”, “Γαρύφαλλο
μου Κόκκινο”, “Σκληρά η Τύχη με χτυπά”, “Στον δρόμο μου τον σκοτεινό”, “Διώξε
τσι μάνα τσι γιατρούς”, “Φωτιά με καίει και πονώ” είναι μερικές μόνο από τις
δημιουργίες του σπουδαίου αυτού Τυμπακιανού λυράρη.
Μαρκοβαγγέλης και Ταβερναράκης στα λαούτα. Πληροφορίες και αρχεία,
για τον πρώτο θα βρείτε σε προηγούμενες αναρτήσεις. Ο Αντώνης Ταβερναράκης, από
τα Χουσταλιανά Ηρακλείου, ένας εξαίρετος λαουτιέρης που δυστυχώς έφυγε νωρίς.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).