Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

140. ODEON DSOG 3261 ΣΑΚΕΛΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ- ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΟΜΝΗΝΟΣ- ΧΑΛΚΙΑΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ 1966

Σακέλλης Γεώργιος- Παπανικολάου Κωνσταντίνος- Παπανικολάου Κομνηνός- Χαλκιάς Εμμανουήλ ODEON DSOG 3261 Μαντινάδες της Καρπάθου (Σκοποί καθιστικοί) - Μηλιά μου μες τονε κρεμό 1966- 45rpm- 7''

Τα παραδοσιακά μουσικά όργανα στην Κάρπαθο είναι η τσαμπούνα (αρχ. άσκαυλος) και η αχλαδόσχημη λύρα. Από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα προστέθηκε σ’ αυτά, ως συνοδευτικό, και το λαούτο, ενώ στα χωρά της Νότιας Καρπάθου έχει εισαχθεί και το βιολί. Στην Όλυμπο, που αποτελεί την πηγή αλλά και τον θεματοφύλακα των καρπαθιακών μουσικών παραδόσεων, υπάρχουν μέχρι σήμερα εξαίρετοι τεχνίτες που χρησιμοποιώντας πατροπαράδοτες τεχνικές κατασκευάζουν τα παραδοσιακά όργανα λύρα και τσαμπούνα. Τη διατήρηση της παράδοσης κατασκευής μουσικών οργάνων ενισχύει το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός (μεγαλύτερος απ’ όσο σε οποιοδήποτε άλλο νησί) νέων ανθρώπων ενδιαφέρονται να μάθουν να παίζουν λύρα, τσαμπούνα ή λαούτο, έτσι που να μην είναι υπερβολή αν ειπωθεί ότι η Κάρπαθος γενικά και η Όλυμπος ειδικότερα εμφανίζουν ακόμη πλήρη ακμή των λαϊκών μουσικών (και ποιητικών) τους παραδόσεων. 
Παλιότερα η τσαμπούνα ήταν το όργανο που πρωταγωνιστούσε στη μουσική ζωή των περισσότερων νησιών του Αιγαίου. Μέχρι το τέλος όμως του εικοστού αιώνα, η χρήση της περιορίστηκε στο ελάχιστο. Και ενώ αυτή είναι η κατάσταση στα νησιά, η τσαμπούνα παραμένει εντελώς άγνωστη στον υπόλοιπο κόσμο, εκτός από μερικούς μουσικολόγους, κάποιους λιγοστούς φιλόμουσους, και ελάχιστους επισκέπτες που έτυχε να την ακούσουν.
Για μία σειρά λόγων σχεδόν αναπόδραστων, η τσαμπούνα και η μουσική της απευθύνονταν εκ παραδόσεως σε κλειστές ομάδες αποδεκτών, που δεν εκτείνονταν πέρα από τα όρια ενός νησιού – συχνά πολύ στενότερες. Ωστόσο, ποτέ δεν ήταν γνωστή αποκλειστικά (με την πλήρη κυριολεξία) σ’ αυτούς και μόνο τους αποδέκτες. Το άνοιγμα προς ένα ευρύτερο ακροατήριο, που συντελέστηκε κατά τρόπο πιο αισθητό στις αρχές του 21ου αιώνα, έχει την προϊστορία του, που γράφτηκε με μικρά σταδιακά βηματάκια μέσα σ’ ένα μεγάλο διάστημα.
Ως άνοιγμα της τσαμπούνας προς ένα κοινό πέρα από το παραδοσιακό της ακροατήριο, δηλαδή από τους ανθρώπους που ανήκουν στην ίδια κοινότητα με τον κάθε τσαμπουνιέρη, μπορούν να εννοηθούν διάφορες διαδικασίες. Υπάρχει ο εθνομουσικολόγος που πλησιάζει την τσαμπούνα, τη μελετά και τη γνωρίζει στην επιστημονική κοινότητα. Υπάρχει ο ερευνητής που εκτός από την επιστημονική κοινότητα απευθύνεται και σ’ ένα ευρύτερο κοινό, στο οποίο την παρουσιάζει μέσω ενός δίσκου, μιας εκπομπής, μιας εκδήλωσης, ή ακόμη κι εκείνος που, χωρίς επιστημονικές αξιώσεις (μπορεί να είναι δημοσιογράφος, μουσικός, υπεύθυνος για κάποια πολιτιστική δραστηριότητα), απευθύνεται μόνο στο ευρύτερο αυτό κοινό και όχι πλέον στους ειδικούς. Υπάρχει ακόμη ο τοπικός πολιτιστικός σύλλογος ή ο μεμονωμένος οργανοπαίχτης που μέσω της δισκογραφίας απευθύνεται ο ίδιος τώρα είτε στο υπερτοπικό ακροατήριο είτε πρωτίστως στην ίδια του την κοινότητα, μ’ ένα μέσο όμως που διαφέρει από το παραδοσιακό (τη ζωντανή μουσική διαδικασία) και που αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα να φτάσει η μουσική και σε ακροατές εκτός κοινότητας.
Έτσι υπάρχουν δίσκοι με προσανατολισμό περισσότερο ερευνητικό ή περισσότερο εμπορικό (με ποικίλες αποχρώσεις: καθαρά επιστημονικοί, απλώς ενημερωτικοί, εμπορικοί και ερευνητικοί ταυτόχρονα κλπ.), και κατά δεύτερο λόγο υπάρχουν ακόμη έντυπες εκδόσεις, συναυλίες και παραστάσεις, εκπομπές, και άλλα τεκμήρια αυτής της πορείας ανοίγματος. Στην πλειοψηφία τους δεν εστιάζουν ιδιαίτερα στην τσαμπούνα, απλώς την περιλαμβάνουν ως στοιχείο μιας ευρύτερης θεματικής, ενώ κάποια τη θέτουν σκοπίμως στο κέντρο τους.
Το πρώτο γνωστό βήμα του ανοίγματος έγινε το 1930-1931. Η Μέλπω Μερλιέ, στο πλαίσιο της ιστορικής σειράς ηχογραφήσεων που πραγματοποίησε στο θέατρο Αλάμπρα, στην Αθήνα, σε δίσκους 78 στροφών εκτός εμπορίου, κατέγραψε και δύο τσαμπουνιέρηδες από τον Πόντο, σε δύο οργανικά κομμάτια τον καθένα: τον Γεώργιο Παρασκευόπουλο (1892-?) σε δύο χορούς άδηλου ονόματος, έναν σε 5/8 (μάλλον τικ) και έναν σε 9/8, και τον Γεώργιο Χαλκίδη (1875-?) σ’ ένα  «Μακρύν» και έναν χορό «Αποπάν’ καικά». Οι τέσσερις ηχογραφήσεις κυκλοφόρησαν πολύ αργότερα, το 1976 το «Μακρύν» και το 2006 οι άλλες τρεις.
Περίπου δύο δεκαετίες αργότερα εντοπίζονται οι πρώτες ηχογραφήσεις τσαμπούνας σε δίσκους του εμπορίου. Πρόκειται για έξι κομμάτια από την Κάλυμνο, ηχογραφημένα στις ΗΠΑ γύρω στο 1950, με τον τσαμπουνιέρη Ι. Μαΐλλη και τον τραγουδιστή Σκεύο Ζεμπιλλά: το «Βοσκαρούι», τον «Καριώτικο Συρτό» και μια «Καλύμνικη Σούστα», που έχουν επανεκδοθεί και σε σύγχρονους δίσκους, και ακόμη έναν «Ίσσο», το συρτό «Κόρη που φαίνεις στ’ αργαλειό» και άλλη μία ηχογράφηση του «Βοσκαρουδιού», οργανική.
Στις επανεκδόσεις όπου εντοπίστηκαν τα τρία πρώτα, αναγράφονται ως χρονολογίες κυκλοφορίας των αρχικών δίσκων το 1947 για το Βοσκαρούι και το 1950 για τον Καριώτικο Συρτό, ενώ η Σούστα είναι αχρονολόγητη.
Άλλα δύο κομμάτια της ίδιας περιόδου είναι ή παρουσιάζονται ως, καλύμνικα: ο  «Καλύμνικος Πηδηκτός χορός» του Ν. Τόπια και η «Σούστα Καλύμνου» με τον Αντώνη Σπανό. Αντίθετα όμως από τις ηχογραφήσεις του Μαΐλλη, που αναγνωρίζονται μετά βεβαιότητος ως καλύμνικες, εδώ δεν έχουμε τυπικά δείγματα καλύμνικης τσαμπούνας. Το πρώτο είναι μεν καθ’ όλα τ’ άλλα καλύμνικη Σούστα (η ονομασία «πηδηχτός» δε χρησιμοποιείται στην Κάλυμνο για κανένα χορό) με τσαμπούνα 5:3, αλλά συνοδεύεται από τουμπάκι, πράγμα εξαιρετικό (στην επανέκδοση, αντί του τουμπακάρη, αναφέρεται λαούτο Παπανικολάου). Το δεύτερο πάλι είναι η σούστα που, όπως δείξαμε στην υποενότητα 2.4.2: Φούρνοι του Β΄ μέρους, μάλλον προέρχεται από τους Φούρνους· ο Σπανός ήταν Φουρνιώτης, έπαιζε τσαμπούνα 5:1, και υπήρξε ο πρώτος τσαμπουνιέρης υπερτοπικών εκδηλώσεων. Συνοδεύει άγνωστος στο λαούτο.
Η ηχογράφηση του Σπανού πρέπει να είναι ελληνική (δεν είναι γνωστό να μετανάστευσε), ενώ για του Τόπια δεν μπορούμε να αποφανθούμε. Πάντως οι έξι του Μαΐλλη είναι σαφές ότι απευθύνονταν από τους Καλύμνιους της Αμερικής προς τους συμπατριώτες τους, είτε επίσης της Αμερικής είτε και της Καλύμνου. Παρά την ισχυρή παρουσία ελληνικών κοινοτήτων στις ΗΠΑ καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, και παρά τη μεγάλη παραγωγή δίσκων με μουσικές των μεταναστών, ιδίως στο διάστημα 1915-1930, δεν είναι γνωστή καμία άλλη αμερικάνικη ηχογράφηση τσαμπούνας.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 η διάδοση του φορητού μαγνητοφώνου διευκόλυνε τις επιτόπιες καταγραφές. Αρχίζουν λοιπόν να οργανώνονται από διάφορους φορείς μουσικές λαογραφικές αποστολές, στις οποίες αντί για γραπτή καταγραφή (παρτιτούρα ή παρασημαντική) γίνονται πλέον ηχογραφήσεις. Οι καταγραφές αυτές είναι ερευνητικού, εθνομουσικολογικού χαρακτήρα και συνήθως δεν προορίζονται για δημοσίευση, τουλάχιστόν όχι άμεση. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας αποστολής στην Κρήτη το 1954, ο Σ. Μπο-Μποβί ηχογραφεί τον τσαμπουνιέρη Μανώλη Σταυρακάκη ή «Μερτζάνη» από τα Ανώγεια Μυλοποτάμου σε τέσσερα κομμάτια: έναν οργανικό «Πηδηχτό», έναν «Συρτό Σιγανό ή Πρινιανό» (κοντυλιές) του γάμου, ένα «Σκοπό χυματικό», πάλι κοντυλιές, κι ένα «Χανιώτη» (δηλ. συρτό). Στις κοντυλιές και τον συρτό τραγουδούν Ανωγειανοί. Οι ηχογραφήσεις δημοσιεύτηκαν το 2006.
Το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας (ΚΕΕΛ· τότε ακόμη Λαογραφικόν Αρχείον) της Ακαδημίας Αθηνών πραγματοποιεί επιτόπιες ηχογραφήσεις από το 1952, από τις οποίες όμως οι μόνες που έχουν δημοσιευτεί δεν περιλαμβάνουν τσαμπούνα. Στο σχετικό με την τσαμπούνα υλικό όμως από τις μουσικές αποστολές στηρίχτηκε ο Σπυρίδων Περιστέρης για το άρθρο του Ο άσκαυλος (τσαμπούνα) εις την νησιωτικήν Ελλάδα (Περιστέρης 1961). Πρόκειται για την πρώτη επιστημονική πραγματεία περί τσαμπούνας, και τη μοναδική μέχρι πρόσφατα που εστιάζει αποκλειστικά στην τσαμπούνα.
Από το 1966 τουλάχιστον χρονολογούνται οι επιτόπιες καταγραφές του Β. Ντίτριχ (Wolf Dietrich) στην Ελλάδα, οι οποίες εκ διαλειμμάτων συνεχίζονται ακόμη. Ο Ντίτριχ έχει ηχογραφήσει τσαμπούνες από την Πάρο και τη Νάξο (μεταξύ 1966 και 1969), την Κάρπαθο (1972), την Κω (1973), τη Χίο (1978) και άλλες σε πιο πρόσφατα χρόνια.
Παρά τη δραστηριότητα στον τομέα της επιτόπιας έρευνας, μετά τους προαναφερθέντες εμπορικούς δίσκους 78 στρ. της δεκαετίας 1950 καμία δισκογραφική έκδοση, με τη σημαντική εξαίρεση του άρθρου του Περιστέρη, κανενός είδους δημοσίευση σχετική με την τσαμπούνα δεν εντοπίζεται μέχρι τα τέλη της δεκαετίας 1960. Από το 1967 και μετά όμως η σχετική δραστηριότητα ξαναρχίζει και, πολύ σταδιακά, πυκνώνει.
Το 1968 η Δόμνα Σαμίου δημοσιεύει σε δίσκο 33 στρ. τρία κομμάτια από τη Μύκονο με τσαμπούνα: «Μπάλος Παλιός Μυκόνου», «Μπαλαριστός (Χορός Μυκόνου)» και «Ήλθεν ο καλός μου (Συρτός Μυκόνου)». Παίζει τσαμπούνα ο Μυκονιάτης Αναστάσιος Βερώνης ή «Καλαβρέζος», τουμπάκι άγνωστος μουσικός, και τραγουδούν στο τρίτο η Δόμνα Σαμίου με τη Θάλεια Σπανού, επαγγελματία τραγουδίστρια από τους Φούρνους, ενώ τα άλλα δύο είναι οργανικά. Πρόκειται εδώ για εκδόσεις που συνδυάζουν τον ερευνητικό και τον εμπορικό χαρακτήρα, αφού στόχος ζωής της Δ. Σαμίου ήταν η γνωριμία του κοινού με το δημοτικό τραγούδι.
Το 1969 ομάδα Ελλήνων λαϊκών μουσικών από τη Θράκη και τα νησιά υπό τον Σίμωνα Καρά συμμετέχει σε διεθνή διαγωνισμό ασκαύλου στην Ερίκη της Σικελίας, και μάλιστα κερδίζει το πρώτο βραβείο. Οι μουσικοί των ασκαύλων ήταν ο Θρακιώτης γκαϊτατζής Κωνστ. Τζιογκίδης και ο Καλύμνιος τσαμπουνιέρης Νικόλας Τάλιας (1901-1985).
Σημειωτέον, επ’ ευκαιρία, ότι ο Καράς ήδη από το 1938 παρουσίαζε στο ελληνικό ραδιόφωνο δημοτικά τραγούδια εκτελεσμένα και από τοπικούς μουσικούς. Παράλληλα είχε ξεκινήσει επιτόπιες ηχογραφήσεις από το 1957· όμως μόνο το 1972 άρχισε να κάνει ηχογραφήσεις που ο ίδιος θεωρούσε την ηχητική τους ποιότητα εκδόσιμη. Έτσι οι ηχογραφήσεις 1957-1972 παρέμειναν στα αρχεία του ΣΔΕΜ και μόνο μετά τον θάνατό του κάποιες άρχισαν να εκδίδονται σε δίσκους.)
Από το 1970 έχουμε μια σειρά παρουσιάσεων στο εξωτερικό, που αρχίζει με τον δίσκο 33 στρ. Ethnologie vivante της Δόμνας Σαμίου, γαλλικής παραγωγής, που περιλαμβάνει ένα τραγούδι με τσαμπούνα από επιτόπια ηχογράφηση στην Αστυπάλαια. Παίζει ο Άνθιμος Πόλος.
Το 1972 και 1973 ο Γερμανός εθνομουσικολόγος Κ. Άρενς (Christian Ahrens) πραγματοποιεί επιτόπιες καταγραφές ποντιακής μουσικής στην Ελλάδα και τη Γερμανία (μετανάστες)· μέρος των ηχογραφήσεων κυκλοφόρησε το 1980 στον γερμανικό δίσκο Ahrens − Ποντιακα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τρία κομμάτια με τσαμπούνα: ένα επιτραπέζιο με τον Νικ. Παπαδόπουλο από Τετράλοφο Κοζάνης, μετανάστη στη Γερμανία, μία Σέρα με τον Μίλτο Αθανασιάδη από το Κιλκίς και άλλη μία με τον Κωνστ. Κυριακίδη από το Πρωτοχώρι Κοζάνης. Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του Άρενς για το όργανο φαίνεται και στην επιλογή της φωτογραφίας στο εξώφυλλο του δίσκου, όπου αντί για τον πιο αναμενόμενο κεμεντζέ εικονίζεται ένας τσαμπουνιέρης. Το 1976 ο Β. Ντίτριχ δημοσιεύει στην Ιταλία τον δίσκο Dietrich − Dodecaneso, που περιλαμβάνει τσαμπούνα σ’ ένα σπάνιο κομμάτι από την Κω (Κάλαντα Πρωτοχρονιάς, παίζει ο Σταύρος Τριανταφύλλου) και δύο από την Κάρπαθο  («Ζερβός χορός», Εμμ. Χαλκιάς μαζί με λύρα και λαούτο, και «Σκοπός Καρπάθου», σόλο τσαμπούνα Εμμ. Χαλκιάς).
Και κάπως έτσι φτάνουμε στην Κάρπαθο και στον τσαμπουνιέρη Εμμανουήλ Χαλκιά. Η ηχογράφηση, του σημερινού δίσκου είναι το 1966. Με την συμμετοχή, στο τραγούδι ο Γιώργος Σακέλλης, στη λύρα ο Παπανικολάου Κωνσταντίνος και στο λαούτο ο Παπανικολάου Κομνηνός. Η τσαμπούνα νομίζω παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο μαζί με τις μαντινάδες του Σακέλλη.
Βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό για τους παραπάνω, δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω. Ίσως να εικονίζονται σε κάποια από τις φωτογραφίες με τους Καρπάθιους οργανοπαίκτες. Ο Γιώργος Σακέλλης εικονίζεται στην πρώτη εικόνα.
Αυτός ο δίσκος να παίζεται δυνατά !
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

139. HIS MASTER'S VOICE 7PG 3434 ΚΑΡΝΑΒΑΣ ΤΑΚΗΣ- ΣΟΥΚΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΚΟΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1964

Καρναβάς Τάκης- Σούκας Βασίλης- Κόρος Γιώργος HIS MASTER'S VOICE 7PG 3434     Τι έχουν της Μάνης τα βουνά (Τσάμικο) - Βασίλω Καλαματιανή (Καλαματιανό) 1964- 45rpm- 7''
 
Ο Τάκης Καρναβάς είναι κύριος εκπρόσωπος του δημοτικού και νεοδημοτικού τραγουδιού. Το νεοδημοτικό ανατροφοδοτείται από το δημοτικό και την παράδοση, ενσωματώνει στοιχεία και από το λαϊκό και έτσι προκύπτει ένα νέο είδος μουσικής. Η φωνή του Καρναβά είναι χαραγμένη στην ατομική και συλλογική  μνήμη των Ξηρομεριτών και γενικά των Αιτωλοακαρνάνων. Με τα τραγούδια του έχουν γαλουχηθεί γενιές και γενιές.
Ο Τάκης Καρναβάς γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1936 στο χωριό Κανδήλα Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. Γονείς του ήταν ο Γιώργος και η Βασιλική Καρναβά, τo γένος Καπότη από την Κομπωτή (Πέρσεβο). Ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας μιας πολύτεκνης οικογένειας. Ακολουθούσαν τρία κορίτσια, Σταυρούλα, Ιουλία και Ειρήνη. Έζησε φτωχικά χρόνια όπως τα περισσότερα παιδιά της εποχής εκείνης. Ήταν ο πόλεμος  του 40, η κατοχή, ο  εμφύλιος, τα μεταπολεμικά φτωχικά χρόνια. Προκειμένου να στηρίξει την οικογένειά του βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές, κυρίως στη συγκομιδή της ελιάς που ευδοκιμεί στην περιοχή. Πήγαιναν ακόμα και στη γειτονική Ιθάκη (το Θιάκι) για τη συγκομιδή ελιάς. Επίσης ακολουθούσε την οικογένειά του για μάζεμα βελανιδιού στο βελανιδοδάσος του Ξηρομέρου.
 Ο Καρναβάς προέρχεται  από μια οικογένεια με μουσική παράδοση. Ο πατέρας του, Γιώργος Καρναβάς, ήταν λαουτιέρης σε κομπανία μαζί με τον συγχωριανό του Κώστα Ζώτο, πατέρα του μεγάλου δασκάλου και λαουτιέρη Χρήστου Ζώτου. Από την ηλικία των 16 ετών ο Τάκης Καρναβάς ακολουθεί τον πατέρα του και κάνει τα πρώτα βήματα. Το 1954 αποκτά το πρώτο του μουσικό όργανο, μια κιθάρα. Με αυτήν παίζει στους γάμους και στα πανηγύρια ενώ παράλληλα τραγουδά. Ο Τάκης Καρναβάς ερωτεύτηκε την Αγγέλω Κοντογιώργη, η οποία καταγόταν από το Νυδρί της Λευκάδας. Απέκτησαν μαζί τρία παιδιά, τον Παρασκευά, την Πολυξένη και το Γιάννη.
Ο Καρναβάς ξεκίνησε στα 1952 έχοντας ως κέντρο την Κανδήλα και ακτίνα δράσης  κυρίως τα χωριά του Ξηρομέρου  και της Βόνιτσας. Σύντομα όμως επεκτάθηκε και σε άλλες περιοχές όπως: Λευκάδα, Πρέβεζα, Άρτα, Γιάννενα. Έτσι γίνεται γνωστός και στην Ήπειρο. Οι άνθρωποι εκεί μαθαίνουν και τη μουσική μιας κοντινής τους περιοχής που παρουσιάζει ομοιότητες με τη δική τους παραδοσιακή μουσική, αλλά διακατέχεται από το τραχύ ξηρομερίτικο ύφος. Ο Τάκης Καρναβάς συνδέεται επαγγελματικά και φιλικά με τον μεγάλο κλαρινίστα Βασίλη Σούκα. Η οικογένεια των Σουκαίων και  αυτή των Χαλκιάδων, με τις οποίες συνεργάστηκε, ανήκουν στις μεγαλύτερες μουσικές οικογένειες της χώρας μας.
Το Μοναστηράκι Βόνιτσας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του Καρναβά. Εκεί γινόταν το μεγαλύτερο πανηγύρι της περιοχής. Υπήρχε ανταγωνισμός ποιος από τους διοργανωτές θα κλείσει τον Καρναβά. Με τον Καρναβά είχε εξασφαλισμένη την επιτυχία του πανηγυριού, πλήθος κόσμου  και μεγάλο κέρδος. Αυτό το πανηγύρι έδωσε στον τραγουδιστή μεγάλη ώθηση. Είχε θαυμαστές που τον ακολουθούσαν και τον αποθέωναν και αυτός ικανοποιούσε το μεράκι τους για ποιοτικό τραγούδι και χορό!
Μέσα σε μια δεκαετία περίπου (1952 – 1960 )  ο Καρναβάς καθιερώνεται, καταξιώνεται στη Δυτική Ελλάδα: Ξηρόμερο – Λευκάδα – Πρέβεζα – Γιάννενα – Αγρίνιο – Μεσολόγγι – Ναύπακτο – Άμφισσα. Αυτή η καταξίωση έρχεται χωρίς διαφημιστικές καμπάνιες, χωρίς χορηγούς, χωρίς τηλεόραση και διαδίκτυο. Μόνο με το ταλέντο του, τη χαρισματική φωνή, τη μεγάλη εκφραστικότητα και την άριστη επικοινωνία με τον κόσμο. Οι ακροατές του Καρναβά  παθιάζονταν, εκστασιάζονταν με την ερμηνεία του!
Κάποιοι θυμούνται ακόμη και ακρότητες από θαμώνες που άκουγαν τον Καρναβά. Για παράδειγμα, αναφέρεται: ενώ ο τραγουδιστής ερμήνευε κάποιο κομμάτι, ένας θαμώνας έσπασε αρκετά κιβώτια ουίσκι για χάρη του. Υπάρχει και μια παράδοση για τους Ξηρομερίτες: οι περισσότεροι, όπως γνωρίζετε, είχαν ως κύρια ασχολία την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Μετά από  κάθε  είσπραξη, πληρωμή, μοίραζαν τα χρήματά τους, λέγοντας: «Τόσα για το φαγητό, τόσα για τα παιδιά και τα υπόλοιπα για τον Καρναβά!». Δηλαδή στον ετήσιο προϋπολογισμό της κάθε αγροτικής οικογένειας υπήρχε και η ψυχαγωγία στον Καρναβά.
 Ο Καρναβάς στις εμφανίσεις του ήταν πάντα κομψός, με προσεγμένο  στυλ για την εποχή. Του άρεσε η καλή ζωή, το ακριβό ντύσιμο, τα καλοραμμένα κοστούμια, οι γραβάτες, τα δακτυλίδια και οι χρυσές καδένες, τα ακριβά «σκαρπίνια».
«Έραβε κοστούμια και πολλά παντελόνια εδώ στο ραφείο μου. Είχε και πολλές γραβάτες. Φορούσε καθημερινώς. Ειδικά του άρεσαν οι κόκκινες, λόγω που ήταν και κουκουές… Στις πληρωμές του ήταν κουβαρντάς! Πλήρωνε με το παραπάνω. Δεν έκανε ποτέ παζάρια… Έχω ακόμα κρεμασμένο ένα κοστούμι που μου έφερε για μεταποίηση… Και μερικές γραβάτες για να τις δώσω στο καθαριστήριο… Ύστερα αρρώστησε και δεν τα πήρε… Τα έχω εδώ στην κρεμάστρα…». Αυτά αφηγείται σήμερα ο ράφτης του στη Βόνιτσα, Ευάγγελος Ζανδραβέλης.
Ο Τ. Καρναβάς πρόσεχε την εικόνα του ως αληθινός σταρ του καιρού του. Σε κάθε πανηγύρι ανάμεσα στα τραγούδια του βροντοφώναζε περήφανα: «Να ζήσει το Ξηρόμερο»!
Η φράση αυτή αποδίδει την αγάπη του τραγουδιστή για τον τόπο καταγωγής. Τον τόπο και τον κόσμο που τον αποθέωσε στα παραδοσιακά πανηγύρια και γλέντια. Αυτός ο ευλογημένος τόπος μέσα από τη μοναδική φωνή του Καρναβά γίνεται γνωστός σχεδόν σε όλη την Ελλάδα. Μπορεί κάποιος να μη γνωρίζει γεωγραφικά την περιοχή, τη γνωρίζει όμως ως πατρίδα του μεγάλου τραγουδιστή.
Ο Βασίλης Σούκας το 1961 περίπου πείθει τον καλό φίλο και συνεργάτη του Τάκη Καρναβά να πάει στην Αθήνα, προκειμένου να δουλέψει σε νυχτερινά μαγαζιά και να ηχογραφήσει δίσκους.
Ο Τάκης Καρναβάς κυριάρχησε στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας. Τραγούδησε σε πολλά κέντρα, όπως: η Σπηλιά, ο Έλατος, η Βοσκοπούλα, το Ελληνικό Γλέντι, Γλυκοχαράματα και άλλα μαγαζιά της εποχής. Τραγούδησε, έχοντας στο πλάι του το μεγάλο κλαρινίστα Βασίλη Σαλέα, από τον οποίο έμαθε πολλά και συνδέθηκαν με αδελφική φιλία. Επίσης τον σπουδαίο Βασίλη Σούκα και τον αδερφό του Βαγγέλη. Ακόμα το Βαγγέλη Κοκκώνη, το Μάκη Βασιλειάδη και το μεγάλο Αιτωλοακαρνάνα κλαρινίστα Γιάννη Βασιλόπουλο, με τον οποίο συνεργάστηκε επί σειρά ετών.
Από το 1962 έως το 1972, είναι η  δεκαετία που δημιουργείται ο Μύθος του Καρναβά. Κυκλοφόρησε πάνω από 250 μικρά δισκάκια των 45 στροφών…
Τα πρώτα τραγούδια που γραμμοφώνησε το 1964 ήταν: «Αδέλφια μη μαλώνετε» και «Ξελογιάστρα» με την εταιρεία Κολούμπια. Στις επόμενες δεκαετίες από το ’70 μέχρι το ’93 ηχογράφησε  μεγάλους δίσκους των 12 τραγουδιών, τους περισσότερους με το Βασίλη Σούκα.
Η φήμη του Καρναβά γιγαντώνεται. Το όνομά του αποκτά μυθικές διαστάσεις. Όπου εμφανίζεται ο κόσμος συρρέει για να τον ακούσει και να χορέψει όπως αυτός τους καθοδηγούσε με την μελωδική φωνή του. Οι φορτισμένες έως σπαρακτικές ερμηνείες του άγγιζαν απευθείας τις ψυχές των ανθρώπων. Ο  Καρναβάς ζούσε για το τραγούδι!
«Ξέρω τραγούδια, θάλασσα, μα τον αχό διαλέγω», είναι στίχος ενός δημοτικού τραγουδιού. Αυτός ο στίχος νομίζω, ταιριάζει στην περίπτωση του Καρναβά. Επέλεγε με το δικό του μοναδικό τρόπο να πει, να ερμηνεύσει τα τραγούδια και να μεταδώσει συγκίνηση στην ψυχή του ακροατή και του χορευτή. Να τον ανεβάσει από τη γη στον ουρανό! Εδώ βρίσκεται η μοναδικότητα του Καρναβά!
Τραγούδησε τραγούδια της αγάπης, της αγροτικής και ποιμενικής ζωής, της ξενιτιάς, μοιρολόγια, αλλά και πολλά κλέφτικα.
Πολλά δημοτικά τραγούδια αναφέρονται στην ξενιτειά και τον καημό της. Ο καημός της ξενιτιάς είναι διπλός. Πονούν αυτοί που φεύγουν και αυτοί που μένουν πίσω. Το δημοτικό τραγούδι «Ξενιτεμένο μου πουλί» αναφέρεται στον πόνο  της γυναίκας του ξενιτεμένου. Στο τραγούδι φαίνεται ο καημός της γυναίκας και η δυσκολία της επικοινωνίας. Οι συνθήκες της εποχής  δεν διευκόλυναν την επικοινωνία. Σήμερα η τεχνολογική πρόοδος εκμηδενίζει τις αποστάσεις.
Στα μεταπολεμικά χρόνια πολλοί Ξηρομερίτες, όπως και κάτοικοι από άλλες φτωχές περιοχές της Ελλάδας, αναζητούν μια καλύτερη οικονομική τύχη μακριά από την πατρίδα τους. Οι στίχοι του τραγουδιού, όταν ακουγόταν από τη μοναδική φωνή του Καρναβά, συγκινούσαν πολύ, κυρίως αυτούς που βίωσαν τον πόνο της ξενιτειάς και τη νοσταλγία για την πατρίδα.
Οι ξενιτεμένοι Ξηρομερίτες και  Αιτωλοακαρνάνες ήθελαν να ακούσουν τον Καρναβά. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 οργάνωσε την πρώτη του περιοδεία στο εξωτερικό, στη Γερμανία και το Βέλγιο. Η περιοδεία στέφθηκε με επιτυχία και ο κόσμος τον αγκάλιασε με πολλή αγάπη. Από τότε οι Ξηρομερίτες και γενικά οι Ρουμελιώτες του εξωτερικού, κυρίως της Αυστραλίας και της Αμερικής, αποζητούσαν να ακούσουν ζωντανά τη φωνή του μεγάλου Τάκη Καρναβά. Οι άνθρωποι της ξενιτιάς στα τραγούδια του έβρισκαν την πατρίδα, τη μάνα, τον πατέρα, τους συγγενείς, τον τόπο που γεννήθηκαν…
O γνωστός κλαρινίστας Κώστας Αριστόπουλος θυμάται με συγκίνηση την εμπειρία του πρώτου ταξιδιού στην Αμερική με τον Καρναβά το 1985.
«Το 1985 πήγα με τον Καρναβά στην Αμερική. Σάμπως να πήγα με τον Θεό, με το Χριστό, την Παναγία, τι να πω! Τότε κατάλαβα ποιος είναι ο Καρναβάς… Μας περίμενανε στο αεροδρόμιο ο κόσμος και κλαίγανε! Τον αγκάλιαζαν και κλαίγανε… Τραγούδησε στο καλύτερο κέντρο στην Αστόρια. Για μένα είπε: «Σας φέρνω το καλύτερο κλαρίνο της Ελλάδας!».Μεγάλη τιμή για μένα. Ήμουνα νέος τότε. Είμαι γεννημένος το 1964…».
Η τελευταία εμφάνιση  στο Αίγιο το 1994. Ο Καρναβάς ενώ ξεκουραζόταν στο ξενοδοχείο, μετά από μια πολύ κουραστική βραδιά, παθαίνει εγκεφαλικό επεισόδιο. Το γεγονός αυτό τον ανάγκασε να αφήσει την ενεργό δράση. Επιστρέφει στη γενέτειρά του, στο πατρικό σπίτι, για ξεκούραση και αποκατάσταση της υγείας του. Από τότε σίγησε τ’  αηδόνι του Ξηρομέρου. Δύσκολα χρόνια για τον μεγάλο τραγουδιστή, αφού απέχει από το τραγούδι που ήταν συνυφασμένο με τη ζωή του. Το Μάιο του 1999 η υγεία του επιδεινώνεται. Οι γιατροί διέγνωσαν πως πάσχει από την ανίατη νόσο του καρκίνου.
Ο Τάκης Καρναβάς έφυγε στις 20 Ιουλίου του 1999 στα 63 του χρόνια.
Ο  Δήμος τίμησε τον τραγουδιστή δίνοντας το όνομά του σε κεντρική οδό της Κανδήλας.
Προς τιμήν του η Βαγγελιώ Χρηστιά τραγούδησε το τραγούδι «Πού είσαι Τάκη Καρναβά» σε στίχους Κώστα Σούκα.
Πού είσαι Τάκη Καρναβά για να μας τραγουδήσεις
Με τη γλυκειά σου τη φωνή να μας παρηγορήσεις
Είχες παρέα διαλεχτή το Σούκα το Βασίλη
Κλαρίνο αυτός φωνή εσύ μαγεύονταν οι φίλοι
Σας κλαίει το Ξηρόμερο και όλη η Ελλάδα
Κι ο κόσμος ο δημοτικός ανάβει μια λαμπάδα!
 

Στη δημώδη ορχήστρα, που αναφέρουν οι ετικέτες παρακάτω, μετέχουν ο Βασίλης Σούκας (βιογραφικό και πληροφορίες σε επόμενη ανάρτηση) και ο Γιώργος Κόρος (βλέπε ανάρτηση 45).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 



Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2021

138. COLUMBIA SCDG 3892 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ ΑΣΤΡΙΝΟΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΦΑΣΟΥΛΑΣ ΖΑΧΑΡΗΣ- ΜΕΛΑΜΠΙΑΝΑΚΗ ΟΥΡΑΝΙΑ 1969

Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος- Ο Αρχάγγελος της Κρήτης)- Ζαχαριουδάκης Αστρινός- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρόγιαννος)- Φασουλάς Ζαχάρης- Μελαμπιανάκη Ουρανία COLUMBIA SCDG 3892 Μαλεβυζιώτικος Καστρινός χορός - Πετώ ψηλά και χαίρομαι (Συρτός) 1969- 45rpm- 7''
 

Από τα πρώτα 45άρια του Ψαρονίκου στην Columbia, με την γνωστή συνοδεία στα λαούτα, του αδερφού του Ψαρογιάννη και του φίλου του Ζαχάρη Φασουλά. Εδώ έχουμε και την συνοδεία δεύτερης λύρας, αυτής του Αστρινού Ζαχαριουδάκη επίσης φίλο του Νίκου. Στους στίχους και την σύνθεση (όπως αναφέρει του Μανιάτη το τεφτέρι), η σύζυγος του Ψαρονίκου η Ουρανία Μελαμπιανάκη. Βιογραφικά στοιχεία για την Ουρανία και τον Αστρινό, παρακάτω.
Τα τραγούδια συμπεριλήφθηκαν στο πρώτο Κρητικό LP δίσκο του Ψαρονίκου, με τον τίτλο ¨Κρητικά τραγούδια / Ψαρρονίκος ¨ (ναι με δυο ¨Ρ¨ ). Φυσικά στα εξώφυλλα του δίσκου δεν γίνεται αναφορά σε κανένα από τους λαουτιέρηδες, ούτε στον Αστρινό. Όλες τις πληροφορίες τις παίρνουμε από τις ετικέτες των 7ίντσων δίσκων (ένας από αυτούς και το σημερινό δισκάκι), αφού δεν χώραγαν στα εξώφυλλα του 12ιντσών δίσκου.  

Η Ουρανία Μελαμπιανάκη-Ξυλούρη γεννήθηκε στο χωριό Βενεράτο Ηρακλείου καταγόμενη από εύπορη οικογένεια. Σε ηλικία δεκαέξι χρονών άκουσε για πρώτη φορά τον Νίκο Ξυλούρη στο χωριό της, που πήγε να παίξει λύρα σε ένα γλέντι για τις απόκριες.
Τα αυστηρά ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν στους νέους να φλερτάρουν ανοιχτά. Έτσι, το μόνο που μπορούσε να κάνει η Ουρανία για να δείξει την ανταπόκριση της στα επίμονα βλέμματα του Νίκου ήταν να χορεύει ασταμάτητα υπό τους ήχους της λύρας του. Αν και η νεαρή κοπέλα γοητεύτηκε από τον Ξυλούρη, ανάμεσα τους υπήρχε ένα μεγάλο εμπόδιο. Το επάγγελμα του λυράρη τότε ήταν υποτιμημένο και τα κέρδη ελάχιστα. Ο Ξυλούρης ήταν φτωχός και η κοπέλα από ευκατάστατη οικογένεια. Το χάσμα φαινόταν αγεφύρωτο, αλλά ο Ξυλούρης δεν το έβαλε κάτω. Επί δύο χρόνια πολιορκούσε την Ουρανία με το μοναδικό μέσο που είχε. Την καντάδα.
Αν και ο νεαρός εκφραζόταν καλύτερα με μαντινάδες, όταν συνάντησε τυχαία στο δρόμο την κοπέλα, της εξομολογήθηκε τον έρωτά του.  Η ανταπόκριση της κοπέλας ήταν άμεση, αλλά το πρόβλημα που τους χώριζε, παρέμενε άλυτο. Τότε ο νεαρός λυράρης αποφάσισε να ακολουθήσει μια συνήθη για την εποχή τακτική. Να την «κλέψει». Η Ουρανία άφησε ένα γράμμα στους δικούς της για να μην ανησυχούν και στις 21 Μάιου του 1958 έφυγε με τον αγαπημένο της. Η κ. Ουρανία θυμάται μέχρι σήμερα την ημερομηνία εκείνη, καθώς την επόμενη μέρα το «παράνομο» ζευγάρι παντρεύτηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του Ξυλούρη, στα Ανώγεια. Ο γάμος έγινε με δυσκολία, καθώς ακόμα και ο παπάς σεβόμενος τα αυστηρά ήθη της εποχής, δεν ήθελε στην αρχή να ευλογήσει τον «παράνομο» γάμο. Οι δύο νέοι με την πράξη τους δεν είχαν προσβάλει μόνο την οικογένεια της Ουρανίας, αλλά και ολόκληρη την τοπική κοινωνία του Βενεράτου.
Ο έρωτας όμως του ζευγαριού ήταν τόσο δυνατός, ώστε μετά από λίγο καιρό πείστηκαν ακόμα και οι πιο δύσπιστοι. Ο πατέρας της Ουρανίας υπέγραψε τα χαρτιά του γάμου, δίνοντας επίσημα τη συγκατάθεσή του. Παρότι υπέγραψε, συνέχισε να μη μιλάει στην κόρη του και χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να αποκατασταθεί η σχέση τους. Δυο χρόνια μετά τον γάμο τους, ο Νίκος Ξυλούρης και η σύζυγός του απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, τον Γιώργο και 6 χρόνια αργότερα το δεύτερο, τη Ρηνιώ. Η οικογένεια Ξυλούρη Η οικογένεια Ξυλούρη Ο Νίκος και η Ουρανία Ξυλούρη έζησαν αγαπημένοι και μόνο ο θάνατος κατάφερε να τους χωρίσει, όταν στις 8 Φεβρουαρίου 1980, ο μεγάλος λυράρης έφυγε πρόωρα από τη ζωή.
Γνωστός και καταξιωμένος λυράρης ο Αστρινός Ζαχαριουδάκης γεννήθηκε στη Μεσαρά, αλλά εδώ και 50 χρόνια ζει στην Αττική, όπου είναι αμέτρητες οι εμφανίσεις του σε κρητικές εκδηλώσεις και σε κρητικά κέντρα της Αθήνας.
Πέρα, ωστόσο, από λυράρης ο Αστρινός είναι και ένας εξαιρετικός δάσκαλος, όσον αφορά την εκμάθηση της λύρας σε μικρούς μαθητές. Ίσως να μην είναι υπερβολή, ότι έχει μάθει λύρα σε περισσότερα από 500 παιδιά. Ορισμένα, μάλιστα, από αυτά έχουν εξελιχθεί σε φτασμένους, επαγγελματίες λυράρηδες.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).