Δευτέρα 22 Μαρτίου 2021

45. COLUMBIA SCDG 3583 ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ ΣΟΦΙΑ- ΚΟΡΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1965

 Κολλητήρη Σοφία- Κόρος Γιώργος- Βασιλόπουλος Γιάννης COLUMBIA SCDG 3583 Δεν θέλω να μαραίνεσαι - Οι κάμποι χορταριάσανε 1965- 45rpm- 7''


Γεννήθηκε στο Βελενίκο Φωκίδας όπου και μεγάλωσε με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς τους. Η κλίση της για το τραγούδι ήταν φανερή από τότε που ήταν μαθήτρια του δημοτικού. Ένα από τα άτομα που της ενίσχυσαν το ταλέντο της αυτό, ήταν η δασκάλα που είχε στο δημοτικό, η οποία είχε σπουδάσει και μουσική. Αυτή μίλησε στους γονείς της λέγοντάς τους πως θα ήταν άδικο να χαθεί και να μην αξιοποιηθεί ένα τέτοιο ταλέντο και να μην γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Επικαλέσθηκε μάλιστα τις καλές αμοιβές που θα είχε, συγκρίνοντας με τις δικές της που είχε κάτσει τόσα χρόνια στα θρανία. Από «πιτσιρίκι» άρχισε να συμμετέχει στα πανηγύρια και να κερδίζει τις εντυπώσεις .Είναι η εποχή που ο τρόπος αυτός της διασκέδασης ανθεί στην ελληνική επαρχία ενώ το δημοτικό τραγούδι παράλληλα γνωρίζει δόξες και στα περίφημα «στέκια» γύρω από την περιοχή της πλατείας Ομονοίας και όχι μόνο . Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα η φήμη της μικρής Σοφίας εξαπλώνεται σε όλη τη Φωκίδα ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να αγκαλιάζει και τους γειτονικούς νομούς. Δουλεύει πλέον συστηματικά στα πανηγύρια και σε διάφορα γλέντια, σε γάμους, σε βαφτίσια και γιορτές. Κάποια στιγμή η μοίρα την φέρνει να τραγουδήσει στο πανηγύρι της Ακράτας όπου εμφανίζεται και ο Μέγας Γιώργος Παπασιδέρης με το συγκρότημά του και που ως γνωστόν πάντα αποτελούνταν από εξαίρετους οργανοπαίκτες .
Η Σοφία Κολλητήρη παρά την παιδική της ηλικία κατάφερε να ξεχωρίσει και να συγκεντρώσει πάνω της όλα τα βλέμματα . Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι αυτός ο μεγάλος κι έμπειρος Γιώργος Παπασιδέρης δεν έμεινε ασυγκίνητος μπροστά στο ταλέντο της και έδειξε προθυμία να την γνωρίσει καλύτερα. Την φωνή του άκουγε και μελετούσε μέσα από δίσκους γραμμοφώνου αλλά και το ραδιόφωνο και διαμόρφωνε κι εκείνη το ρεπερτόριο της. Έτσι όταν τον συνάντησε στο πανηγύρι της Ακράτας ντρεπόταν ακόμα και να του μιλήσει .Με ευχαρίστηση όμως δέχτηκε τα καλά του λόγια σχετικά με το ταλέντο και τις δυνατότητες που είχε. Δεν είναι μικρό πράγμα σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών να σου προτείνει ο Παπασιδέρης να συνεργαστείς μαζί του στο πάλκο και στην δισκογραφία. Η Κολλητήρη όμως αρνείται τις δελεαστικές του προτάσεις παρ ότι στην ουσία είναι αυτό που επιθυμεί η ίδια καθώς γνωρίζει την αντίδραση των γονιών της. Η αντίθεση της οικογένειάς της κάμπτεται μερικούς μήνες αργότερα όταν ο ίδιος ο Παπασιδέρης αλλά και ο διευθυντής της Κολούμπια Τάκης Λαμπρόπουλος την καλούν να ηχογραφήσει στο εργοστάσιο της εταιρείας στην Ριζούπολη. Η Σοφία μπαίνει για πρώτη φορά σε στούντιο ηχογράφησης αλλά αυτό δεν την εμποδίζει να ηχογραφήσει σε μία μόλις μέρα δώδεκα τραγούδια τα οποία καλύπτουν τις όψεις έξι μικρών δίσκων σαράντα πέντε στροφών οι οποίοι και κυκλοφόρησαν σταδιακά στην αγορά. Λίγες μέρες αργότερα η φωνή της ακούγεται στο ραδιόφωνο και μαγεύει τους ακροατές. Οι έξι αυτοί οι μικροί δίσκοι σαράντα πέντε στροφών έγιναν ανάρπαστοι κι έτσι η Σοφία με το ντεμπούτο της στη δισκογραφία και παρά τη μικρή της ηλικία καθιερώνεται ως λαοφιλής ερμηνεύτρια του παραδοσιακού ρεπερτορίου. Η μεγάλη αυτή επιτυχία είχε σαν αποτέλεσμα την αναγκαστική πλέον παραμονή της στην Αθήνα. Δουλεύει στα καλύτερα δημοτικά κέντρα συνεργαζόμενη με όλους τους κορυφαίους ερμηνευτές και οργανοπαίκτες . Ιστορική θα μείνει η συνεργασία της με τον Γιώργο Κόρο τόσο στην νυχτερινή διασκέδαση όσο και στην δισκογραφία αλλά και το Στάθη Κάβουρα. Μεγάλες δόξες θα γνωρίσει και στο πλευρό του Δημήτρη Ζάχου.
 Η φωνή της Κολλητήρη δεν έχει όρια και περιορισμούς. Μπορεί να ερμηνεύσει με χαρακτηριστική άνεση πολλά και διαφορετικά είδη. Δεν είναι τυχαίο ότι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα βρέθηκε να δουλεύει μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα -που εκείνη την περίοδο μεσουρανούσαν- στο κέντρο «Κουλουριώτης» στις Τζιτζιφιές. Η ίδια προτίμησε να ασχοληθεί στενότερα με το δημοτικό τραγούδι που την εκφράζει τόσο σαν ρεπερτόριο όσο και σαν τρόπος διασκέδασης αντί να περάσει στο λαϊκό. Βέβαια στην πολύχρονη καριέρα της η Κολλητήρη ερμήνευσε και λαϊκοδημοτικά και τσιφτετέλια που όμως όλα στη βάση τους είχαν στοιχεία από την παραδοσιακή μουσική. Πάνω σε αυτό το ύφος η συνεργασία της με τον Κώστα Σούκα απέφερε μεγάλους δίσκους τριάντα τριών στροφών που περιείχαν μεγάλα σουξέ .Άλλες σημαντικές συνεργασίες που η ίδια ξεχωρίζει είναι αυτές με τον «πολύ» Στάθη Κάβουρα και τον δεξιοτέχνη κλαρινίστα Γιάννη Βασιλόπουλο. Παράλληλα η Κολλητήρη ταξίδεψε σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, όπου υπάρχει Ελληνισμός, όπου και αποθεώθηκε από την ομογένεια και όχι μόνο.

Ο Γιώργος Κόρος γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου 1923 στους Ανδρωνιάνους Εύβοιας, από πατέρα ιεροψάλτη, ο οποίος τον μύησε από μικρό στα μυστικά της βυζαντινής μουσικής. Σε ηλικία 9 ετών άρχισε να μαθαίνει βιολί μόνος τους και στα 12 του έπαιξε για πρώτη φορά σε πανηγύρι. Συνέχιζε να παίζει σε γάμους, γλέντια και ταβέρνες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '50, οπότε ξεκίνησε η καθαυτό επαγγελματική του καριέρα στη μουσική. 
Αυτός που τον επέβαλε στη δισκογραφία ήταν ο συνθέτης και ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού Γιώργος Παπασιδέρης (1902-1977). Το 1953 τον άκουσε σ’ ένα κέντρο της Αθήνας και εντυπωσιάστηκε από τον τρόπο που έπαιζε το βιολί, σε μια εποχή που το όργανο αυτό ήταν περιθωριακό στη δημοτική μουσική. Από τότε, ο Γιώργος Κόρος συνεργάστηκε με καλλιτέχνες από όλο το φάσμα της λαϊκοδημοτικής μουσικής: Γιώργο Παπασιδέρη, Ρόζα Εσκενάζυ, Ρίτα Αμπατζή, Μήτσο Αραπάκη, Στέλιο Καζαντζίδη, Καίτη Γκρέι, Γιώτα Λύδια, Πάνο Γαβαλά, Μανώλη Αγγελόπουλο, Χάρις Αλεξίου, Γιώργο Νταλάρα, Γλυκερία, Ελένη Βιτάλη, Δημήτρη Ζάχο, Αλέκο Κιτσάκη, Σοφία Κολλητήρη, Στάθη Κάβουρα, Τασία Βέρρα, Μάκη Χριστοδουλόπουλο, Σοφία Εμφιετζή και πολλούς άλλους.
Ο Γιώργος Κόρος έγραψε περίπου 1.500 τραγούδια, ενώ στο ενεργητικό του έχει πολλούς χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, καθώς και μεγάλες επιτυχίες, όπως τα τραγούδια: «Αδειανό το προσκεφάλι», «Χαμένο κορμί», «Είσαι νινί ακόμα», «Όσοι είναι αισθηματίες», «Φαράχ», «Κλαίει απόψε ο ουρανός», «Μες στη ζωή έχω ζήσει τόσες πίκρες». Στο τραγούδι «Φύγε, φύγε» με τον Στράτο Διονυσίου ήταν η πρώτη φορά που η Γιώτα Λύδια πρωτοφώναξε τη φράση που τον ακολουθούσε πάντα: «Γεια σου Κόρο με το βιολί σου!». Ο ίδιος έβγαλε στο τραγούδι γνωστούς σήμερα καλλιτέχνες, όπως η Σοφία Κολλητήρη, ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος και η Βάσω Χατζή. 
Από τον γάμο του με την Ασημίνα είχε αποκτήσει δύο παιδιά, τον Νικόλαο και την Κατερίνα Κόρου, γνωστή λαϊκή τραγουδίστρια και συνθέτρια. 
Ο Γιώργος Κόρος πέθανε στις 8 Ιανουαρίου 2014, σε ηλικία 90 ετών. 
Είπε...¨Αν το δοξάρι του βιολιού μου ήταν πριόνι, με τις δοξαριές μου θα είχα κόψει όλα τα δέντρα και τα δάση της Ρωσίας.¨
¨Τα ταξίμια στο βιολί είναι σαν να μιλάμε, και ο ένας να λέει στον άλλον το παράπονό του, το αίσθημά του, την ιστορία του, κάτι που του έτυχε και ο άλλος πάλι να του λέει, τι λες βρε παιδί μου, αυτά έπαθες;¨.
Ο σπουδαίος κλαρινίστας Βασιλόπουλος Γιάννης, γεννήθηκε το 1939 στο Αγρίνιο, με γιαγιά τσιγγάνα από το Μεσολόγγι και κατάγονταν από οικογένεια παραδοσιακών μουσικών. Τα πρώτα μαθήματα τα πήρε από τον πατέρα του Γιώργο Βασιλόπουλο και από τους θείους του Κώστα και Γρηγόρη. Επηρεάστηκε από τους παλιούς κλαρινίστες, όπως τον Χαράλαµπο Μαργέλη, τον Κώστα Φουσκοµπούκα (πατέρα του Αριστείδη Μόσχου), τον Βασίλη Τουρκοβασίλη και τον Βάγιο Μαλλιάρα. Οπότε, σε ηλικία οκτώ ετών παίρνει τον οικογενειακό δρόμο του κλαρίνου, αλλά όμως διέθετε εξαιρετικό έμφυτο ταλέντο διότι μπορεί να μην ήξερε να διαβάζει νότες, μπορούσε όμως χάρη στην απίστευτη μουσική μνήμη του να παίξει οτιδήποτε, από το πρώτο και μόνο άκουσμα. Μιλώντας ο ίδιος για το παίξιµο του και για την αγάπη του στο όργανο αυτό είχε ειπεί κάποτε: «Το μεροκάματο ήταν 30-60 δραχμές στις αρχές του ’60. Τώρα είμαι πρώτο όνομα και είναι ανάλογο. Είμαι αυτοδίδακτος και όταν εκτελώ το όργανο δίνω την ψυχή μου. Όπως αγαπώ το παιδί μου, πιο καλά αγαπώ το όργανο. Εγώ παίζω το ΛΑ κλαρίνο, είναι πιο σωστό από το ΝΤΟ, δεν το αγριεύει το όργανο, το ΛΑ είναι γλυκό. Το κλαρίνο που “χω το πήρα 100 δραχμές από το σακούλι ενός Βλάχου. Είναι πάνω από 100 χρονών όργανο. Ο άνθρωπος δεν ήξερε τι μου έδωσε. Το παν στο κλαρίνο είναι το φύσημα και οι ανάσες. Το φύσημα πρέπει να΄ναι ταιριασμένο με τα δάχτυλα, διαφορετικά «αλλού παπάς κι αλλού τα ράσα του». Η ανάσα από τη μύτη μόνη της. Μόνο εγώ να το καταλαβαίνω. Άμα το νιώσει ο ακροατής, πάει, χάλασε το κομμάτι».
Λέγεται ότι τον ανακάλυψε ο Γιώργος Παπασιδέρης που τον πήγε στην Αθήνα σε ηλικία 18 ετών και έπαιξε µε την Τασία Βέρα, τη Σοφία Κολλητήρη, τον Γιάννη Κωνσταντίνου, τον ∆ηµήτρη Ζάχο κ.ά. Κάπως έτσι, τον γνωρίζει και ο Στέλιος Καζαντζίδης που τον πήγε στην Κολούµπια και συνεργάστηκε µαζί του. Έπειτα, αρχίζει μια σπουδαία διαδρομή και συµµετάσχει σε ηχογραφήσεις δηµοτικών-λαϊκών και έντεχνων τραγουδιών τα τελευταία 50 χρόνια µε τους Στέλιο Καζαντζίδη, Γιώργο Παπασιδέρη, Τάκη Καρναβά, Γιώργο Νταλάρα, Ελένη Βιτάλη, Γλυκερία, είχε συνεργαστεί µε τους σηµαντικότερους συνθέτες – Βασίλη Τσιτσάνη, Γιώργο Ζαµπέτα, Σταύρο Ξαρχάκο (έπαιξε στον δίσκο «Η Ελλάδα της Μελίνας) – και είχε συνοδέψει µεγάλα ονόµατα του λαϊκού τραγουδιού, ανάµεσά τους οι Καίτη Γκρέυ, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος, Πάνος Γαβαλάς, Γιώργος Χατζηαντωνίου, Πόλυ Πάνου, Λάκης Χαλκιάς. 
Εκτός από τις συμμετοχές σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις, κυκλοφόρησαν αρκετοί δίσκοι στις 45 και 33 στροφές με σόλο του Γιάννη Βασιλόπουλου, από την «Κολούμπια», τη «Μίνως» κ.ά. Σόλο μουσικά κομμάτια του Γ. Βασιλόπουλου έχουν αποτυπωθεί στους δίσκους «Το χρυσό Κλαρίνο» (1976), «Λαϊκοί Σολίστες» (1985) και σε σύγχρονες παραγωγές. Το 1995 κυκλοφόρησε μιαν αξιομνημόνευτη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Τα δάκρυα της Μαγδαληνής», η οποία περιέχει το «Θρήνο» (με διάρκεια 28 λεπτά, ηχογράφηση του 1977) και τους «Αυτοσχεδιασμούς» (διάρκειας 17 λεπτών, ηχογραφημένο το 1995) πάνω σε ύμνους της Μεγάλης Παρασκευής. 
Ο Λάκης Χαλκιάς, γιος του κορυφαίου Τάσου Χαλκιά και θαυμαστής του αυθεντικού μουσικού, έχει αναφέρει στο παρελθόν: «ο Γιάννης Βασιλόπουλος είχε άλλο ένα φοβερό τεχνικό μυστικό στα τόσα άλλα. Ήταν αυτό της κλεφτής ανάσας, που λένε πως ήταν ένα από τα μυστικά των παλιών οργανοπαιχτών, οι οποίοι ενώ φυσούσαν (εκπνοή) από το στόμα για να δουλεύουν το κλαρίνο, συγχρόνως από τη μύτη έπαιρναν αέρα (εισπνοή) και γέμιζαν τους πνεύμονές τους. Ήταν θαύμα και όμως αυτοί οι άνθρωποι έκαναν απίθανα πράγματα! Όπως και το ότι εάν έπιανε κάποιος άλλος να παίξει το κλαρίνο του Γιάννη Βασιλόπουλου, δεν θα έβγαζε νότα σωστή. Κι όμως, όταν το έπιανε ο ίδιος και έπαιζε, ήταν ολόσωστο!». 
Ο Γιάννης Βασιλόπουλος φημίστηκε τόσο για το μοναδικό «ανατολίτικο» τρόπο παιξίματός του όσο και για τα σπάνια «ειδικά» μουσικά του προσόντα («αυτί» και «μνήμη»), που του επέτρεπαν, παρότι δεν ήξερε να διαβάζει νότες, να απομνημονεύει αμέσως οποιαδήποτε μουσική με όλες τις επιμέρους λεπτομέρειες.
Πέθανε την Παρασκευή 4/2/2011, νικημένος από τον καρκίνο, σε ηλικία 72 ετών. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
 
 

 

Σάββατο 20 Μαρτίου 2021

44. COLUMBIA 8001 ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΜΗΤΣΟΣ- ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΜΗΤΣΟΣ 1927

 Βιολί: Σέμσης Δημήτρης (Σαλονικιός)- Ούτι: Κυριακίδης Μήτσος- Σαντούρι: Καλλίνικος Δημήτρης  (Αραπάκης Μήτσος) COLUMBIA 8001 Καλαματιανός - Συρτός Πολίτικος 1927- 78rpm- 10''

 Ο Δημήτριος Σέμσης ή Σαλονικιός (1883 - 1950), βιρτουόζος παραδοσιακός βιολιστής. Ο πατέρας του και ο παππούς ήταν Ομπρελάδες και επίσης βιολιστές. Γεννήθηκε Κουκουδέας Δημήτριος το 1883 στη Στρώμνιτσα. Στο τέλος του 1919 η οικογένεια του Δημήτριου Σέμση μετανάστευσε στη Θεσσαλονίκη. Το 1923 παντρεύτηκε τη Δήμητρα Κανούλα και απέκτησε 4 παιδιά. Στις αρχές του 1927 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα.
 Αυτή την εποχή έλαβε το προσωνύμιο Σαλονικιός, μάλλον επειδή κάποιοι παράγοντες των δισκογραφικών εταιρειών νόμιζαν ότι καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Είναι ο πρώτος οργανοπαίκτης που το όνομά του αναγράφεται στις ετικέτες δίσκων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Δημήτρης Σέμσης ήταν Διευθυντής Ηχογράφησης στην ΗΜV και στην Columbia, θέσεις με μεγάλη επιρροή, τις οποίες και διατήρησε και στις δεκαετίες του 1930 και 1940.
 Συμμετείχε σε εκατοντάδες ηχογραφήσεις παραδοσιακών, σμυρναϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών στο διάστημα 1924 - 1931, παρουσίασε γύρω στο 1928 τα πρώτα του τραγούδια και το 1931 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της His Master's Voice, θέση που κράτησε μέχρι το θάνατό του. Τη δεκαετία του 1930, ο Δημήτρης ηχογραφούσε με τη Ρόζα Εσκενάζι γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες. Συχνά, την συνόδευε στις ταβέρνες μαζί με τους Τομπούλη, Λάμπρο Σαββαΐδη και Λάμπρο Λεοναρίδη. Οι συνθέσεις του ηχογραφούνταν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής εκείνης, όπως η Ρίτα Αμπατζή, ο Στελλάκης Περπινιάδης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Έγραψε ρεμπέτικα και δημοτικά τραγούδια, καθώς και σμυρνέικα και αμανέδες. Όπως φαίνεται από τις ηχογραφήσεις, ο Δημήτρης ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος βιολιστής που ηχογράφησε στο χώρο του ρεμπέτικου- σμυρνέικου. Ηχογράφησε πολλές εκατοντάδες δίσκους και πολλοί από αυτούς επανακυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια. Το 1972, σε μια συνέντευξή της, η Ρόζα Εσκενάζι είπε ότι ο Δημήτρης έπαιζε "το καλύτερο βιολί του κόσμου".
Μετά από μια σύντομη νοσηλεία, ο Δημήτρης Σέμσης πέθανε από καρκίνο στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου του 1950. 

Ο Δημήτρης Καλλίνικος-Τσούσης ή Αραπάκης, γεννήθηκε την Πρέβεζα (ανάμεσα στα χρόνια 1890-1895), μια πόλη που στις αρχές του αιώνα συνδυάζει μουσικά το παραδοσιακό τραγούδι της περιοχής, το αστικό ηπειρώτικο τραγούδι (όπως και τα Γιάννενα εξάλλου), αλλά παράλληλα ακούγεται και το αστικό τραγούδι της Πόλης και της Σμύρνης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η χαρισματική φωνή του Aραπάκη ωριμάζει και βρίσκει δημιουργική διέξοδο στη δισκογραφία του παραδοσιακού, αλλά και του σμυρνέικου και ρεμπέτικου τραγουδιού. Iδιαίτερες οι επιδόσεις του στα αργά και δύσκολα καθιστικά τραγούδια, που τον αναδεικνύουν σε έναν από τους σημαντικότερους ερμηνευτές του αιώνα μας στο είδος του.
 Έζησε στην Αθήνα. Παντρεύτηκε τη Μαρία ή Μαρίκα «την καλύτερη μοδίστρα των Αθηνών». Η γυναίκα του πέθανε γύρω στο 1960. Ως τότε έμεναν στα Σεπόλια. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, ο Αραπάκης, έμεινε στα Εξάρχεια. Τα ίχνη του χάνονται το 1966. Κάποιοι άκουσαν ότι, τον βάλανε στο γηροκομείο, όπου πέθανε (ανάμεσα στα χρόνια 1967-1970), χωρίς να το μάθει κανείς.
«Ο Μήτσος Αραπάκης, ήταν ο αγαπημένος τραγουδιστής όλων των λεφτάδων και των γλεντζέδων της εποχής. Ο ιχθυέμποροι, οι χασάπηδες με τις καδένες και οι έμποροι από τις αγορές Αθήνας και Πειραιά, τον λάτρευαν. Ουρές τα αυτοκίνητα, έξω από το μαγαζί, που τραγουδούσε προπολεμικά ο Αραπάκης, στην Κηφισιά, μαζί με άλλους δυο Μήτσους: τον Μήτσο Σαλονικιό και τον Μήτσο Κυριακίδη. Όταν δε, τραγουδούσε, απόλυτη ησυχία. Δε μιλούσε κανείς».
«Να ξέρεις ότι, στη Θήβα, δεν ορκίζονταν στο Χριστό και στην Παναγία, αλλά, στον Αραπάκη» λέει ο Γιώργος Μεϊντανάς, που γνώρισε τον Αραπάκη στις μεγάλες του δόξες και μοναδικό του μέλημα από τότε, ήταν: «Να τραγουδήσω, ακολουθώντας το λαρύγγι του, τον τρόπο του, τον μοναδικό, για την εποχή πριν το πόλεμο, τρόπο του Μήτσου Αραπάκη». Ακριβώς, γι’ αυτό του τον τρόπο, του κόλλησαν το παρατσούκλι Αράπης ή Αραπάκης (μερικοί λένε ότι, τον ονόμασαν έτσι, επειδή στα νιάτα του, ήταν μαύρος) που, φανερώνει τη χώρα απ’ όπου ξεσήκωσε τον τρόπο, τη μεγάλη του τέχνη στο τραγούδι. Βέβαια, είχε πάει στην Αραβία ο Δημήτρης Καλλίνικος-Τσούσης, όπως ήταν το πραγματικό του επίθετο και βέβαια, ο καλλιτέχνης που τον κατοικούσε, τον ανάγκασε ν’ ακούσει διαφόρους τοπικούς τραγουδιστές. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι αντέγραψε. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες, ουδέποτε αντιγράφουν, ουδέποτε μιμούνται. Μόνο, κλέβουν, τα ουσιαστικά συστατικά στοιχεία, κάθε αληθινής, άρα εμπνευσμένης τέχνης και τα αναπαράγουν, τα αναπλάθουν, με μοναδικό και ιδιοφυή τρόπο, δημιουργώντας καινούρια τέχνη. Δεν έχει κανείς παρά να ακούσει τον Μήτσο Αραπάκη, να τραγουδάει το «Του Κίτσου η μάνα κάθεται» ή έναν αμανέ ή ένα ρεμπέτικο και θα διαπιστώσει ότι: ο τρόπος, το ύφος και η περηφάνια που έχει στον λάρυγγά του, είναι ουσιαστικά συστατικά της ελληνικής τέχνης. «Είσαι κι εσύ Ελληνικός», θα του έλεγε ο Καβάφης, αν τον συναντούσε στην Αλεξάνδρεια. Ποιότητα φωνής, μοναδική. Θεϊκή απλότητα. Τον ακούς να τραγουδάει κι είναι σα να σου λέει: «Μην ακούς τα περίτεχνα γυρίσματα, που μπορεί να κάνει ο λαιμός μου αλλά, αφουγκράσου, τι παθαίνω».
Πληροφορίες και φωτογραφίες για τον ουτίστα Κυριακίδη Μήτσο δυστυχώς δεν βρήκα.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)


 
  

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2021

43. RCA VICTOR 48g 2448 ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ 1964

Καραβίτης Αλέκος- Μαυροδημητράκης Σταύρος RCA VICTOR 48g 2448 Συρτός ριζίτικος - Πεντοζάλια Ρεθυμιώτικα 1964- 45rpm- 7''

                                           “Πέντε είναι οι λεβέντες που έβγαλε η Kρήτη, 
                                          Ψύλλο, Λαγό και Pοδινό, Mπαξέ και Kαραβίτη”.

O Aλέκος Kαραβίτης γεννήθηκε το 1904 στο γραφικό και ορεινό χωριό Aκτούντα Aγίου Bασιλείου του νομού Ρεθύμνου. Ήταν το τρίτο παιδί μιας πολυμελούς οικογένειας (οκτώ αδέρφια) και ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση ασχολήθηκε από πολύ μικρός με τη μουσική. Ο πατέρας του Ευστράτιος Καραβίτης έπαιζε και αυτός λύρα. Δική του λύρα απέκτησε σε ηλικία 15 χρονών.
"Ο Αλέκος, πρωτόμαθε λύρα στις ψηλές και απόκρημνες βουνοκορφές του χωριού μας. Από παιδί είχε μεγάλο πάθος και μεράκι γι αυτό το όργανο", έλεγε με καμάρι ο μεγαλύτερος αδελφός του.

Ο Kαραβίτης έρχεται για πρώτη φορά στην Aθήνα το 1921. Υπηρετεί τη θητεία του, σαν εθελοντής στη Χωροφυλακή μέχρι το 1925. Τον επόμενο χρόνο εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, με μοναδικά εφόδια τη λύρα και το όνομά του που ήταν ήδη γνωστό στο κοινό της Κρήτης. Αργότερα, εξελίχθηκε σε πρωτομάστορα της κρητικής μουσικής ενώ έγινε και καλλιτεχνικός διευθυντής της Δώρας Στράτου. Εκτός από μουσικός υπήρξε και ιδιοκτήτης του πρώτου Κρητικού καφενείου στην Αθήνα. Λυράρης με ορεινά ακούσματα έκανε γνωστή την λύρα και στην Αθήνα και συσπείρωσε τους Κρήτες των Αθηνών με την λύρα του στο καφενεδάκι που διατηρούσε εκεί από το 1927.

Στη δισκογραφία ο Αλέκος εμφανίζεται για πρώτη φορά ένα χρόνο μετά και ηχογραφεί τα τραγούδια: “Aγιοβασιλειώτικος συρτός” και την περίφημη “Pεθυμνιώτικη σούστα” που έγιναν επιτυχίες την εποχή εκείνη. Στη συνέχεια μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1940 ο Αλέκος Kαραβίτης ηχογραφεί αρκετούς δίσκους με χορούς και τραγούδια απ’ όλη την γκάμα της Κρητικής μουσικής, αλλά και νησιώτικα, με συνεργάτες του στο λαούτο και στο τραγούδι τον Mπαξεβάνη, τον Nίκο Tζουγάνο (Mαστρόκαλο) και το Σταύρο Mαυροδημητράκη.
Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο από την επαγγελματική σταδιοδρομία του Αλέκου Kαραβίτη είναι το γεγονός ότι αν και σε ηλικία 40 χρονών είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά και δεν είχε πια οικονομικό πρόβλημα (είχε πάρει την αποκλειστική διανομή πάγου σε όλη την Αττική από τον κουμπάρο του Αντώνη ΦIΞ. Μεγάλη δουλειά για την εποχή εκείνη…), δεν διανοήθηκε ούτε μια στιγμή να παρατήσει τη λύρα του.
O Αλέκος Kαραβίτης απέκτησε από το γάμο του 3 παιδιά ένα γιο και δυο κόρες, οι οποίες μάλιστα σε ορισμένες ηχογραφήσεις τον συνόδεψαν στο τραγούδι. Ήταν από τους λίγους Κρητικούς καλλιτέχνες που πέθανε ευκατάστατος (εξ αιτίας των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του) και είχε κάνει πολλές δωρεές, ανάμεσα στις οποίες και ένα σημαντικό ακίνητο στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.
Έφυγε για πάντα το 1975 σε ηλικία 71 ετών.
Βιογραφικά στοιχεία για τον Μαυροδημητράκη Σταύρο θα βρείτε στην ανάρτηση 30.  
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)
 Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)
 
 

 

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

42. PANIVAR PA-214 ΣΚΟΥΛΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ 1970

 Σκουλάς Βασίλης- Σταυρακάκης Γιάννης- Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης) Κώστας  PANIVAR PA-214 Γκρέμισες την αγάπη μας - Ανακαλύψαν την φωλιά 1970- 45rpm- 7''

Ο Βασίλης Σκουλάς γεννήθηκε στα Ανώγεια Μυλοποτάμου Ρεθύμνου Κρήτης στις 3 Φεβρουαρίου του 1946. Η οικογένεια του έχει μεγάλη παράδοση στη μουσική και γενικότερα στις τέχνες. Ο παππούς του, ο Μιχάλης Σκουλάς, ήταν σπουδαίος λυράρης της εποχής του και ο πατέρας του Αλκιβιάδης Σκουλάς ή Γρυλιός γνωστός λαϊκός ζωγράφος των Ανωγείων.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία 7 ετών. Στα 8-9 του χρόνια, είχε μάθει πολλά τραγούδια παραδοσιακά, που τα τραγουδούσε με μια πρόχειρη, άτεχνη λύρα. Ο πατέρας του όμως εί­δε το μεγάλο ταλέντο του και του παρήγγειλε από το Ηράκλειο μια πολύ εξελιγμένη λύρα.  Άρχισε να αποτυπώνει τότε, με την καινούργια λύρα, μελωδίες που άκουγε από τους λυράρηδες και τους τροβαδούρους της εποχής, όπως του αείμνηστου Μουντάκη και του Σκορδαλού. Στα 16 του χρόνια, κατάφερε να καθιερωθεί, ανάμεσα στους πρώτους λυράρηδες και τραγουδιστές της Κρήτης. Έχει παίξει και τραγουδήσει σε μια μεγάλη σειρά, από επιτυχημένες καλλιτεχνικές, κοινωνικές και πολιτιστικές εμφανίσεις, στην Αμερική, στον Καναδά, στην Αυστραλία και στην Γερμανία, όπου υπάρχουν Έλληνες και ιδίως Κρητικοί.
    «Η λύρα για μένα είναι προέκταση της ψυχής μου –εξομολογείται– και κατά καιρούς αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μ’ ένα τέτοιο όργανο. Από πολύ μικρός σαν να ήτανε μέσα μου αυτό το άκουσμα και μου χτυπούσε καμπανάκι, με συγκινούσε και με ανατρίχιαζε η αρμονία, οι μελωδίες, το μερακλίκι, η καλλιφωνία, η ωραία μαντινάδα, ο χορός, η κίνηση, η γλώσσα του σώματος. Αυτά όλα ήτανε πράγματα που με συγκινούσανε και μ’ ευχαριστούσανε και με μερακλώνανε...»
Τον πρώτο του δίσκο ηχογράφησε το 1965,ο οποίος περιείχε κοντυλιές με τον Θανάση Σταυρακάκη και τον Νίκο Ξυλούρη, ακολούθησε ο πρώτος προσωπικός δίσκος 33 στροφών το 1969 στην Πάνιβαρ όπου και συνέχισε για τουλάχιστον μια δεκαετία με αρκετές  κασέτες και δίσκους.

Παράλληλα έδινε συναυλίες στο εξωτερικό, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία στους απανταχού Έλληνες και δη Κρητικούς. Το 1980 ήρθε η πρόσκληση από τον Γιάννη Μαρκόπουλο να συνεργαστούν σε συναυλίες και εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα, με πρώτη εκδήλωση στο Ηράκλειο, στο Μαρτινέγκο, στον τάφο του Καζαντζάκη με τη συμμετοχή πολλών καλλιτεχνών και αφηγητή τον Μάνο Κατράκη.

Συνεχίζει με μια σειρά από εμφανίσεις στην Αθήνα στο θέατρο «Παρκ» στο έργο «Καφενείον η Ελλάς» και τον θίασο του Γιάννη Βόγλη με τον Μίμη Φωτόπουλο, τον Γιάννη Κούτρα, τη Λιζέτα Νικολάου, την Αφροδίτη Μάνου, στη θεατρική παράσταση του έργου του Νίκου Καζαντζάκη «Καπετάν Μιχάλης» στην Ελλάδα και στη συνέχεια στο εξωτερικό. Η πορεία στο έντεχνο πια τραγούδι συνεχίστηκε με σημαντικές συνεργασίες, όπως με τον Μιχάλη Νικολούδη στο μουσικό έργο «Αιολία», τον Μάριο Τόκα, τον Παντελή Θαλασσινό. Τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο επίσης, που μελοποίησε ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου, που τραγούδησε ο Βασίλης Σκουλάς και η Μαρία Δημητριάδη.

Η πορεία του Βασίλη Σκουλά θα αλλάξει όταν το 1995 συμμετείχε σε δύο τραγούδια στο μουσικό έργο "Αιολία" του Μιχάλη Νικολούδη, ερμηνείες οι οποίες τον έκαναν να στραφεί και στο έντεχνο Ελληνικό τραγούδι. Το 2002 κυκλοφόρησε διπλός δίσκος με μερικές από τις πιο γνωστές επιτυχίες του και διασκευές σε διάφορα κλασσικά Κρητικά τραγούδια και χορούς. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2012 ο Βασίλης Σκουλάς έκανε μια επιτυχημένη εμφάνιση στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού που λόγω της μεγάλης απήχησης του κόσμου επαναλήφθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο Βασίλης Σκουλάς διατηρεί μέχρι σήμερα, το ίδιο πάθος και μεράκι, να δημιουργεί και να διατηρεί το δικό του στέκι εμφανίσεων, την πασίγνωστη ταβέρνα "Ντελίνα", στο χωριό του, τα Ανώγεια.
 
Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Βασίλη Σκουλά στα λαούτα είναι ο Σταυρακάκης Γιάννης και ο Ζαχαρόπουλος (Μανωλάκης) Κώστας. Δυστυχώς πληροφορίες για τους λαουτιέρηδες δεν κατάφερα να βρω. (Να ευχαριστήσω τον Νάσο Λουκάκη για την ενημέρωση ότι ο Μανωλάκης Κώστας είναι ο Ζαχαρόπουλος Κώστας που είναι και το πραγματικό του επώνυμο)

 Από τα εξώφυλλα του ενός από τα δύο δισκάκια (πορτοκαλί) φαίνονται οι καλλιτέχνες. Για το ίδιο δισκάκι με το πορτοκαλί εξώφυλλο η Panivar κάνει κάτι που μόνο για τον Σκουλά έχει κάνει στα εξώφυλλα της, βάζει το ονοματεπώνυμο του με μεγάλα γράμματα αντί για το λογότυπο της. Κυκλοφόρησε σε τρία διαφορετικά εξώφυλλα, τα δυο από τα οποία είναι στη συλλογή μου. 
(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα που προστέθηκαν είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής)
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)