Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

37. COLUMBIA SCDG 3614 ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ (ΝΑΥΤΗΣ)- ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΚΑΡΑΠΑΤΑΚΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (ΣΚΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗΣ) 1966 (Ηχογράφηση 1954)

Παπαδάκης Κώστας (Ναύτης)- Σημαντηράκης Δημήτρης- Καραπατάκης Γιάννης (Σκουλόγιαννης) COLUMBIA SCDG 3614 Νέος Σελινιώτικος συρτός -Ρουματιανή σούστα (Μαλεβιζιώτης) 1966 (Ηχογράφηση 1954)- 45rpm- 7''

Ο Κώστας Παπαδάκης (Ναύτης) γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισσάμου το 1920. Ήταν γιός του παλιού μεγάλου βιολάτορα Βασίλη Παπαδάκη ή Κοπανίδη. Σε ηλικία 5 ετών φεύγει από την Κίσσαμο και εγκαθίσταται μόνιμα στην πόλη των Χανίων. Σε ηλικία 7 ετών πρωτοπιάνει ένα βιολί γκουρνέριους του 1710 όπου το είχε φέρει ένας πρόγονος του από την Ιταλία. Αυτό λοιπόν έμελλε να είναι και το όργανο της ζωής του.
Πρώτος του δάσκαλος ο πατέρας του αλλά και όλοι οι μεγάλοι μουσικοί της εποχής του όπως ο Χάρχαλης, ο Κουφιανός, ο Μαριάνος, όπου τα ακούσματα τους σημάδεψαν την ψυχή του μικρού Κώστα. Σε ηλικία μόλις 9 ετών κάνει το πρώτο του γλέντι στους Λάκκους Κυδωνίας. Το 1933 ο Κώστας Παπαδάκης συναντά τον μεγάλο Στρατή Καλογερίδη στο Ηράκλειο, όπου αυτή η συνάντηση σημαδεύει την μετέπειτα πορεία του. Κατά τη θητεία του στο ναυτικό, ο Κωστής Παπαδάκης έπαιζε πάντα με την ναυτική στολή. Από εκεί λοιπόν του έμεινε και το παρατσούκλι "Ναύτης".
Το 1938 καθώς βρισκόταν στην Αθήνα, εγκρίνεται από τον τότε ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών η παραχώρηση εβδομαδιαίας εκπομπής. Κατά την περίοδο του Β' Παγκοσμίου πολέμου ο Κώστας Παπαδάκης επιστρέφει στην Κρήτη.

Συνάμα με το βιολί, έπαιζε με την ίδια τέχνη μπουζούκι και λαγούτο. Μάλιστα δε, σημαντικές ήταν και οι συνεργασίες του με μεγάλα ονόματα του λαϊκού πενταγράμμου. Την δεκαετία του '50 ξεσπά η περίφημη απαγόρευση του βιολιού στην κρητική μουσική από τα τότε μέσα μαζικής ενημέρωσης και ο Ναύτης βάζει μπρός το στήθος του, υπερασπίζοντας την ιστορικότητα του οργάνου αυτού, αλλά και τους συναδέλφους του βιολιστές. Η ιστορία θα κρατήσει πάρα πολλά χρόνια και ο Ναύτης θα γίνει το κόκκινο πανί για τον Σίμων Καρά και την παρέα του, που με σκοταδιστικές μεθόδους θα αποκλείσουν τους νομούς Χανίων-Λασιθίου και τα μουσικά ιδιώματα αυτών από την δισκογραφία, το ραδιόφωνο και τις δημόσιες εμφανίσεις. Από το 1959 έως και το 1976 ζει στο εξωτερικό όπου διαπρέπει και μεταφέρει στους απόδημους Κρήτες τις νοσταλγικές μελωδίες της Κρήτης και συγχρόνως προωθεί και προβάλει την κρητική μουσική στις εκατοντάδες εμφανίσεις του. Από το 1976 κατοικεί μόνιμα στα Χανιά και είναι ακούραστο μέλος του συλλόγου μουσικής νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης". Είχε διακριθεί με διάφορα βραβεία από τον Δήμο Χανίων, τον Δήμο Ηρακλείου και από διάφορα πολιτιστικά σωματεία.

Η πρώτη του ηχογράφηση γίνεται το 1938. Έκτοτε έχει κυκλοφορήσει πολλούς δίσκους με δικές του συνθέσεις αλλά και με διασκευές. Μερικές από τις πολλές συνθέσεις του είναι ο "Νέος Σεληνιώτικος συρτός", "Κουστογερακιώτικος συρτός", "Συρτός του Ναύτη", "Ροδοπιανός", "Συρτός της Αυγής", "Χαιρεθιανός συρτός", "Νέος Γραμπουσιανός συρτός" κ.α. Και όπως λένε οι ειδικοί, δεν "βγαίνει γλέντι" σήμερα χωρίς να ακουστούν έστω και 10 σκοποί του Ναύτη.
Εκτός όμως από μοναδικός δεξιοτέχνης και συνθέτης, ο Κώστας Παπαδάκης ήταν και άριστος γνώστης της παράδοσης. Πολλοί οι αγώνες του για την μετάδοση και διάσωση της γνήσιας κρητικής μουσικής, οι εμφανίσεις του στο εξωτερικό πολλές (Φλωρεντία, Μιλάνο, Αυστραλία, Αμερική, Γαλλία κλπ) και βέβαια η επισφράγιση μιας πολύχρονης έρευνας με το βιβλίο "Κρητική Λύρα, ένας μύθος" του 1989.

Ο Κώστας Παπαδάκης είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην εκμάθηση του βιολιού, καθώς είναι πολλοί οι μαθητές του που συνεχίζουν την μακραίωνη παράδοση του τόπου μας. Μέχρι και το θάνατο του, ο Κώστας Παπαδάκης συνέχιζε να παλεύει για την διάσωση των γνήσιων μορφών της μουσικής μας. Με το παίξιμο του που σπανίζει στις μέρες μας , αλλά και με την πολύχρονη προσφορά του στα μουσικά δρώμενα της Κρήτης, σίγουρα κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της γνήσιας παραδοσιακής μουσικής.
Ο Κωστής Παπαδάκης ή Ναύτης, άφησε πίσω του ένα μεγάλο έργο και σίγουρα, μια βαριά κληρονομιά στους νεωτέρους του. Ίσως η παρουσία του σήμερα να φαντάζει πολυτέλεια, όμως σίγουρα η θέση του στο πάνθεον των μεγάλων μουσικών είναι υψηλή.

Ο Δημήτρης Σημαντηράκης ήταν ένας από τους πιο αξιόλογους και τεχνίτες λαγουτιέρηδες της μεταπολεμικής περιόδου. Γεννήθηκε το 1918 στα Γριμπιλιανά Κισάμου και σε μικρή ηλικία ξεκίνησε να παίζει με ένα μαντολίνο. Ο συγχωριανός του βιολιστής, ο σπουδαίος Σιδερομανώλης, τον άκουσε και τον παρότρυνε να ασχοληθεί με το λαγούτο. Στα πρώτα του βήματα ο Σημαντηράκης έπαιξε και γαλουχήθηκε από τον Σιδερομανώλη. Υποδηματοποιός στο επάγγελμα, μετακόμισε στα Χανιά όπου και άνοιξε το κατάστημα του, ένα από τα καλύτερα της πόλης, χωρίς όμως να αφήσει το λαγούτο. Εκεί, τον άκουσε ο Ναύτης και για πάρα πολλά χρόνια αποτέλεσαν μια ταιριαστή ζυγιά. Για δεκαπέντε σχεδόν χρόνια, ο Σημαντηράκης, δίπλα στον Ναύτη, ξεδίπλωσε το ταλέντο του και έδωσε μια νέα πνοή στο παίξιμο του λαγούτου, με πρίμο, με ακόρντα, τα οποία ταίριαζαν απόλυτα με την μουσική έκφραση και δεξιοτεχνία του Ναύτη. Μαζί στα γλέντια, από την Κίσσαμο έως τα Σφακιά, αλλά και εκτός Χανίων. Πολλά τα καλέσματα, πλήθος κόσμου να συρρέει για να ακούσει τους δύο περίφημους μουσικούς. Στα Σφακιά έπαιζαν επί έναν συνεχόμενο μήνα και στον δρόμο για τον γυρισμό, έμειναν άλλες 2 εβδομάδες σε χωριά του Αποκορώνου για να γλεντήσουν τον κόσμο που τους ζητούσε. Συγγένεψαν κιόλας(μπατζανάκηδες) και μαζί έφυγαν για την Αμερική όπου και έπαιξαν στα δεκάδες γλέντια της ομογένειας. Σημαντική όμως και η παρουσία του Δημ.Σημαντηράκη στους δίσκους του Ναύτη, μιας κι έπαιξε λαγούτο σε κλασσικά πλέον συρτά όπως ο Συρτός της Αυγής, ο Κουστογερακιώτικος, ο Βατολακιανός κλπ. Δυστυχώς, η βαριά ασθένεια του Σημαντηράκη ήταν ο λόγος που αυτή η περιζήτητη ζυγιά σταμάτησε την πορεία της. Ο ίδιος ο Σημαντηράκης, επέστρεψε στην γενέτειρα του, τα Γριμπιλιανά Κολυμβαρίου Κισάμου, όπου και απεβίωσε το 1966.

 Ο Γιάννης Καραπατάκης, πιο γνωστός ως Σκουλόγιαννης, γεννήθηκε στο Γαβαλομούρι Κισάμου του νομού Χανίων και ήταν μια από τις αυθεντικότερες φωνές της περιοχής την μεταπολεμική περίοδο. Ερασιτέχνης τραγουδιστής αλλά με πολύ σωστά "μέτρα", συνόδευσε με το τραγούδι του πολλούς καλλιτέχνες της περιοχής. Σημαντική η συνεργασία του με τον Ναύτη, μιας και ο Σκουλόγιαννης πρωτοτραγούδησε σε δίσκο τις συνθέσεις του Ναύτη "Βατολακιανός Συρτός" και "Νέος Σελινιώτικος-Συρτός της Αυγής". Για πολλά χρόνια έζησε στην Αμερική.

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)

(Τα σκαναρισμένα εξώφυλλα είναι του Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστώ πολύ που συμβάλει στη προσπάθεια καταγραφής) 




Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

36. PARLOPHONE GDSP 2996 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ-ΝΙΚΟΛΙΔΑΚΗ ΕΡΜΙΝΑ 1965

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρόγιαννος)- Νικολιδάκη Ερμίνα PARLOPHONE GDSP 2996 Το αχ τώχουν πολλοί (Βαρύς ταμπαχανιώτικος)-Την τύχη την δοκίμασα (Συρτός Χανιώτικος) 1965- 45rpm- 7''

Γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1926 στο χωριό Αλφά της επαρχίας Μυλοποτάμου που υπάγεται σήμερα στο δήμο Γεροποτάμου. Η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν από τον Καλλικράτη Σφακίων. Έμεινε ορφανός από πατέρα μόλις τρεις μήνες μετά τη γέννησή του. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο το 1938, συνέχισε στο ημιγυμνάσιο του Πανόρμου, αλλά λόγω οικονομικών δυσκολιών της πολύτεκνης οικογένειας του αναγκάζεται να διακόψει τις σπουδές του. Η αγάπη του για τη λύρα φάνηκε από πολύ νωρίς. Την πρώτη του λύρα την απέκτησε το 1943, αφού έδωσε ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Για να βγάλει τα προς το ζειν δούλεψε μαζί με έναν πλανόδιο μικροπωλητή, από αυτή την εμπειρία του ο Μουντάκης αργότερα έγραψε ένα από τα σημαντικότερα τραγούδια του τον Πραματευτή. Εκείνη την εποχή το Ρέθυμνο ήταν το επίκεντρο της κρητικής μουσικής, όπου μεσουρανούσαν ο Ανδρέας Ροδινός, ο Μπαξεβάνης, ο Στέλιος Φουσταλιέρης, ο Αντώνης Καρεκλάς, ο Βασίλης Καλαϊτζάκης και πολλοί άλλοι λυράρηδες εκείνης της εποχής. Ο Κώστας Μουντάκης κατετάγη στη χωροφυλακή το 1948. Υπηρέτησε στα Χανιά, στα Σφακιά και στην Αθήνα. Την περίοδο από το 1950 μέχρι το 1952, είχε αποσπαστεί στο ιδιαίτερο γραφείο του Σοφοκλή Βενιζέλου. Αργότερα παραιτείται και αναγκάζεται να εργαστεί στο Εργοστάσιο Λιπασμάτων στη Δραπετσώνα για 16 ολόκληρα χρόνια. Παράλληλα προσπαθεί να προωθήσει την κρητική μουσική μέσω της ραδιοφωνίας που είχε τη μεγάλη δύναμη στην προβολή της παραδοσιακής μουσικής κάτω από την άγρυπνη επίβλεψη του Σίμωνα Καρά. Περνάει από την “αυστηρή” κριτική επιτροπή του Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και μαζί με τον Βυζιργιάννη στο λαούτο αρχίζουν εκπομπές στο πρόγραμμα του Σίμωνα Καρά προβάλλοντάς την κρητική μουσική στο πανελλήνιο.

Σε συνεργασία με τον Στέλιο Κουτσουρέλη, πραγματοποιούν το 1955 την πρώτη ηχογράφηση δίσκου 78 στροφών με τα τραγούδια «Ο Ζητιάνος» και η «Ρεθυμνιωτοπούλα». Μέσα στα επόμενα χρόνια ακολουθεί μια τεράστια πορεία δισκογραφικών εκδόσεων, με αποτέλεσμα να καθιερωθεί ως ο περισσότερο ηχογραφημένος λυράρης Κρητικής μουσικής. Δίσκοι και τραγούδια όπως: «Ένα ματσάκι γιασεμιά», «Αργαλειός», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Κρητικός γάμος», «Η Μάχη της Κρήτης- Κρητικά νάκλια», «Αναφορά στον Καζαντζάκη», είναι μόνο μερικά δείγματα της δουλειάς του. Η καταξίωση και η φήμη του Μουντάκη εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη και στους ξενιτεμένους Κρητικούς και Έλληνες της διασποράς τους οποίους είχε επισκεφτεί πολλές φορές. Για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική το 1960 και το 1971 στον Καναδά, την Αυστραλία την Νότιο Αφρική και άλλες χώρες με ελληνική ομογένεια. Από το 1975 τη χρονιά που η υγεία του περνάει μια κρίση, αναγκάζεται να διακόψει την επαγγελματική του δραστηριότητα και παίζει μόνο σε επιλεγμένα γλέντια και εκδηλώσεις. Μέσα σε αυτό το διάστημα θεωρεί ως επιτακτική ανάγκη την παιδεία, δηλαδή τη μάθηση και τη διδασκαλία της κρητικής λύρας στα κρητικόπουλα με την ίδρυση σχολών στις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης. Επίσης συμπαραστέκεται στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και γίνεται πολύτιμος συνεργάτης στα ερευνητικά προγράμματα εθνομουσικολογίας του Ινστιτούτου. Η πρώτη σχολή λύρας ιδρύεται στο Ηράκλειο στο «Ωδείο Απόλλων», το 1979, μετά στο Ρέθυμνο (1980), τα Χανιά (1981), στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου (1983) και τέλος ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» στην Αθήνα το 1985. Ο Κώστας Μουντάκης παλιότερα είχε αρχίσει μαθήματα και στην «Παγκρήτιο Ένωση».        Ο Κώστας Μουντάκης ήταν ένας αληθινός βάρδος, ένας γνήσιος εκφραστής της λεβεντιάς, της ομορφιάς, της λευτεριάς, και της δημοκρατικότητας του Κρητικού και της κρητικής ψυχής. Πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 1991 βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Κρήτη.

O Γιάννης Ξυλούρης γεννήθηκε στα Aνώγεια Μυλοποτάμου Pεθύμνου το 1943. Aνήκει κι αυτός στη μεγάλη οικογένεια των Ξυλούρηδων, που εδώ και τέσσερις γενιές τροφοδοτεί με θεσπέσιους ήχους την Κρητική - και όχι μόνο - μουσική. Εγγονός του Kαραμουζαντώνη που έγραψε ιστορία με τη λύρα του, αδερφός του Nίκου Ξυλούρη και του Ψαραντώνη, ο Γιάννης Ξυλούρης δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει κι αυτός τον ίδιο δρόμο των άξιων λυράρηδων και τραγουδιστών. Στα πέντε του χρόνια το 1948, ήρθε σε επαφή με το πρώτο του όργανο το μαντολίνο και στη συνέχεια με το λαούτο και τη λύρα. Μαθητής ακόμα του δημοτικού, ο Γιάννης μιλεί με τα παραδοσιακά μουσικά όργανα της πατρίδας του εκείνη τη μυστική γλώσσα που μονάχα όσοι έχουν ένα ιερό πάθος να τους καίει τα σωθικά, μπορούν να μιλήσουν. Δώδεκα χρονών συνοδεύει, με το λαούτο στο χέρι, τον αδερφό του Νίκο. Δεκατεσσάρων χρονών το 1957, πραγματοποιεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μαζί με το Νίκο Ξυλούρη. Δεκαεπτά χρονών το 1960, θεωρείται ήδη ένα από τα καλύτερα λαούτα της Κρήτης και οι πιο σπουδαίοι λυράρηδες επιδιώκουν συνεργασία μαζί του. Tο λαούτο του έχει συνοδέψει τους πιο γνωστούς λυράρηδες του νησιού.

O Γιάννης Ξυλούρης όμως δεν περιορίστηκε στο λαούτο και στο μαντολίνο, τα δύο όργανα που λάτρεψε από παιδί. Ανοίχτηκε σε άλλους ορίζοντες, στη λύρα, στο τραγούδι, στη σύνθεση δικών του τραγουδιών. Προικισμένος με μια σπάνια φαντασία και με μια άψογη τεχνική, ο Γιάννης Ξυλούρης άρχισε να συνθέτει σύγχρονα Κρητικά τραγούδια που θα τα ζήλευαν πολλοί καταξιωμένοι - και σπουδασμένοι - συνθέτες μας.
Γνωρίζοντας καλά τη μουσική του τόπου του ως αυθεντικό ταλέντο, αξιοποιεί το μουσικό και καλλιτεχνικό του ένστικτο και ξεδιπλώνει τη σύνθεση με την ίδια ευκολία που τραγουδά μαντινάδες ή δονείται στο ρυθμό ενός χορού.  O Γιάννης πατά σταθερά στην παράδοση, αλλά προσπαθεί να αξιοποιήσει και τις αρετές της έντεχνης μουσικής προκειμένου να συγκροτήσει και να τοποθετήσει σε στέρεες βάσεις την πρότασή του. Έντονη είναι η καλλιτεχνική του παρουσία με πολλές συναυλίες και εμφανίσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Στη πολύχρονη μουσική του σταδιοδρομία συνεργάστηκε εκτός από τους αδερφούς του Νίκο και Αντώνη και με τον Κώστα Mουντάκη, κυρίως τη δεκαετία του '60, καθώς και με το Βασίλη  Σκουλά, ξεκινώντας ένα μοναδικό και μακρύ κατάλογο δισκογραφικών εκδόσεων που τον καθιερώνουν ως τον περισσότερο ηχογραφημένο λαγουτιέρη στην Κρητική μουσική την εποχή εκείνη.
Δημιουργική υπήρξε επίσης και η συνεργασία του με διάφορα μουσικά σχήματα από την Ήπειρο, τα νησιά του Aιγαίου, τη Mικρά Aσία και με γνωστούς Έλληνες μουσικοσυνθέτες που καθόρισαν με τη δουλειά τους το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. O Γιάννης Ξυλούρης είναι ο καλλιτέχνης που κυριάρχησε στο λαούτο, και έχει να παρουσιάσει μια μοναδική τεχνική, αποτέλεσμα της οποίας, υπήρξε μια πληθώρα έξοχων εκτελέσεων, σε δεκάδες δίσκους, που έχουν τη σφραγίδα της τελειότητας.

Ένα από τα καλύτερα ζευγάρια της κρητικής μουσικής, η σημερινή ανάρτηση σε ένα από τα αγαπημένα μου δισκάκια με ¨Βαρύ ταμπαχανιώτικο¨ και ¨Συρτό Χανιώτικο¨. Τα βιογραφικά τα βάζω τώρα παρόλο που έχουμε αναφερθεί ξανά σε παλιότερες αναρτήσεις. Για την Νικολιδάκη Ερμίνα δεν βρήκα βιογραφικά στοιχεία παρόλο που έχει αρκετές συνεργασίες.

 Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ) 

(Στο σημερινό φάκελο θα βρείτε τα εξώφυλλα και σκαναρισμένα. Το σκανάρισμα το χρωστάμε στο φίλο και συνοδοιπόρο Ιδομενέα από Ρέθυμνο και τον ευχαριστούμε για αυτό. Το σκανάρισμα είναι του δικού του δίσκου χωρίς τα ενοχλητικά αυτοκόλλητα)




Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

35. PANIVAR PA 419 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1972

Σταυρουλάκης Παντελής- Μαρκογιαννάκης Γιάννης (Μαρκογιάννης) PANIVAR PA 419 Συννεφιασμένο δειλινό -Στο γιασεμί κτίζω φωλιά 1972- 45rpm- 7''

 Ο Παντελής Σταυρουλάκης, από το χωριό Χάρακας της επαρχίας Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου, γεννήθηκε το 1934 και σκοτώθηκε το 1982 σε ηλικία 48 ετών από ατύχημα. Θεωρείται  ένας από τους αγαπημένους λυράρηδες της κεντρικής Κρήτης και η μνήμη του είναι πάντα φρέσκια στο νου και την ψυχή των Κρητικών μερακλήδων, ενώ ένα από  τα συρτά που δημιούργησε με τίτλο: «Να ‘σουν αέρας» θεωρείται πλέον κλασικό και παίζεται από τους περισσότερους νέους λυράρηδες του νησιού μας, συνοδευόμενο από την μαντινάδα:

                                     “Να ‘σουν αέρας να ‘μπαινες μέσα στα σωθικά μου
                             να ‘θώρειες ποιά ‘ναι η γι-αφορμή και καίγετ’ η καρδιά μου”.

 Ο Παντελής Σταυρουλάκης ήταν ένας αυθεντικός απλός άνθρωπος του κρητικού χωριού, από γονείς αγρότες, ενώ και ο πατέρας του έπαιζε λύρα ερασιτεχνικά. Ο ίδιος ο Παντελής έπιασε τη λύρα σε μικρή ηλικία και πρωτόπαιξε επαγγελματικά σε γλέντια της περιοχής στα 16 του χρόνια. Μεγαλώνοντας όμως κάποια στιγμή εγκατέλειψε τη λύρα και ξανάπαιξε μετά από 22 χρόνια παύσης! Το 1965 ηχογράφησε μαζί με τον Γιώργο Κουμιώτη (Καμαράτο) ένα Καλαματιανό που συνέθεσε ο δεύτερος στην μνήμη του Σοφοκλή Βενιζέλου . Σε ηλικία 45 χρονών ο Παντελής Σταυρουλάκης ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με συνεργάτη το γνωστό λαγουθιέρη και συνεργάτη πολλών μεγάλων λυράρηδων από τους Βώρους Ηρακλείου τον Νίκο Καδιανό.  Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία Αποστολάκη από τον Χάρακα και είχαν δύο κόρες, την Μελανθία και την Κλειώ. Το χειμώνα του 1980, ο Παντελής Σταυρουλάκης βρέθηκε στην Αθήνα, για να ηχογραφήσει την τελευταία του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο “Μοίρα δεν σε φοβούμαι πια”, μαζί με τον επίσης αείμνηστο λαουτιέρη από τις Δαφνές Ηρακλείου, Μανούσο Παπατσαρά. Κάποτε του παρουσιάστηκε πρόβλημα υγείας στο στομάχι και έπρεπε να μην ξενυχτά και να μην καπνίζει, κάτι που τον έκαμε να σταματήσει την λύρα. Όμως οι φίλοι και οι παρέες τον πίεζαν να συνεχίσει, οπότε αναγκάστηκε να δώσει την λύρα στον ξάδελφο του Γιάννη Καδιανάκη, που τότε μάθαινε. Στο Ροδάκινο είχε έναν καλό φίλο και του είχε υποσχεθεί ότι θα έπαιζε στον γάμο του. Και πράγματι όταν τον κάλεσε πήρε την λύρα του Γιώργη Δημητράκη από τσι Παρανύμφους και πήγε και έπαιξε. Τότε περνώντας από το Ρέθυμνο παράγγειλε στου Σταγάκη μια καινούργια λύρα. Δεν συνέχισε βέβαια να παίζει όπως πριν, μόνο που ήθελε να ασχοληθεί και να γράψει δίσκους να τονέ θυμούνται, λέει, τα παιδιά του και ο κόσμος. Ο πρώτος δίσκος 45 στροφών που έγραψε είχε τίτλο «Στο γιασεμί κτίζω φωλιά». Το 1970 έγραψε τον πρώτο του μεγάλο δίσκο και μετά τον δεύτερο, «Το μυστικό μου είναι βαρύ». Ετοιμαζότανε να γράψει και τον τρίτο, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε. Τα ‘χε γραμμένα τα κομμάτια έτοιμα σε κασέτα με τις μαντινάδες και τον τίτλο τους.

 Ο Παντελής Σταυρουλάκης έχει στο ενεργητικό του αρκετές δεκάδες συνθέσεων από συρτά, κοντυλιές αλλά και καλαματιανά. Μετουσίωσε μελωδίες και ρυθμούς από συρτούς της Δυτικής Κρήτης με βάση το λυρισμό της μουσικής της Ανατολικής Κρήτης. Αλλά και τις κοντυλιές της Ανατολικής Κρήτης της απέδωσε με τον αμιγώς μεσαρίτικο χαρακτηριστικό τρόπο. Φυσικά αυτή καλλιτεχνική συμπεριφορά συνιστά το καλώς εννοούμενο «πάρε – δώσε» στο χώρο της τέχνης. Γενικότερα διαπιστώνουμε ότι οι περισσότερες μουσικές δημιουργίες του Παντελή αποτελούν παραλλαγές από γνωστούς σκοπούς της κρητικής μουσικής. Και βέβαια, τη μορφοποίηση αυτής συντελείται στο πλαίσιο μιας προφορικής παράδοσης, όπου η διαρκής παραλλαγή είναι το κύριο συστατικό της. Ασφαλώς δε, στη μορφοποίηση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των δημιουργιών του Παντελή συμβάλλει καθοριστικά ο τρόπος παιξίματος και η προσωπικότητα του ως αφεντικού παραδοσιακού οργανοπαίκτη. Απλώς μελωδίες πολύ… κατανοητές. Ελκυστικά και όμορφα ακούσματα που μαρτυρούν τον πλούτο των εμπνεύσεων και των μουσικών ιδεών του δημιουργού τους. Οι συνθέσεις αυτές όλες, εκτός από την πολύ διακριτή τους μελωδία, έχουν τη δομή εκείνη που χαρακτηρίζει τις ολοκληρωμένες συνθέσεις πάνω σε μέτρο και ρυθμούς συρτού.


Για τον Μαρκογιαννάκη Γιάννη έχω αναφερθεί σε προηγούμενες αναρτήσεις (17-21-29).
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ) 





Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

34. FIDELITY 7126 ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΣΠΥΡΙΔΑΚΗ ΟΛΓΑ 1960

Καλομοίρης Γιώργος (Γιωργαντός)- Τσαγκαράκης Δημήτρης- Σπυριδάκη Όλγα FIDELITY 7126 Κρητικοπούλα όμορφη - Ο κατάδικος φονιάς (Συρτός Καλυβιώτικος) 1960- 45rpm- 7''


Ο Γιώργης Καλομοίρης (Γιωργαντός) γεννήθηκε στα Ανώγεια το 1931. Τα πρώτα βήματα στη μουσική, έγιναν από μικρό παιδί, στο Περαχώρι, εκεί που όλοι οι μερακλήδες του χωριού, στην παρέα του έπαιρναν μαζί και τους πιτσιρικάδες λυράρηδες, για να συμμετέχουνε και αυτοί, σε κείνη την πανδαισία της αντιστοίχησης των συναισθημάτων. Ο Στραβός (Πασπαράκης Μανόλης), ο Κουρκούτης (Μανουράς Γιώργης), ο Κίτσος (Ξυλούρης ο Γιώργης), και ο Σωκράτης ο Κοκορδούλης, είναι οι πρώτοι παλιοί λυράρηδες της εποχής που επηρέασαν τον Καλομοίρη το Γιώργη.

 Ήταν ο Γιωργαντός μόλις 12 χρονών, που έπαιξε για πρώτη φορά λύρα, με τους μερακλήδες σε παρέα. Οι συνθήκες μέσα στην κατοχή, για ένα παιδί μόλις 12-13 χρονών, δεν ήταν οι κατάλληλες για να αποδώσει, αλλά έχοντας δίπλα του, σε όλο το χωριό αυτούς τους αγγέλους μερακλήδες, δεν μπορούσε παρά να επηρεασθεί και να γενεί αποδέκτης, των συναισθημάτων του λαϊκού πολιτισμού και της ευαισθησίας που κουβαλάει ο Ανωγειανός και να διδαχθεί από τους γλεντζέδες, που ανάθρεφαν τόσους και τόσους καλλιτέχνες.
  Το πρώτο επαγγελματικό γλέντι έγινε στ' Ανώγεια το 1948, σ' ένα γάμο και έπαιξαν μαζί με τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη που σαν κοπέλια ετότεσας μαθαίνανε μαζί τη λύρα. Ήταν η απαρχή της προοπτικής του καλλιτέχνη, για να ξεπεράσει τα σύνορα του χωριού και άρχισε να κατεβαίνει στο Ηράκλειο
, στην Πεδιάδα, στο Μονοφάτσι, στο Ρέθυμνο και σ' όλη την Κρήτη. Πρώτη φορά παίζει στο Ηράκλειο, στου Χαρίλαου την ταβέρνα στον Πόρο. Στη συνέχεια έπαιξε στο πρώτο Κρητικό κέντρο του Ηρακλείου στον "Ερωτόκριτο". Ο Καλομοίρης ο Γιώργης είναι από τους πρώτους λυράρηδες στο Ηράκλειο, που επέβαλαν τη λύρα και γενικότερα την Κρητική Μουσική την δεκαετία των ονείρων, της ευαισθησίας, των τεχνών και των γραμμάτων, την δεκαετία του 60.
  Στην συνέχεια η Κρήτη της Αθήνας, το 1970 τον "απέσπασε" προσφέροντας για εφτά χρόνια την σφραγίδα του στη Κρητική μουσική, στην Αττική στα Κρητικά κέντρα "Κονάκι" και "Αγρίμια" και ξαναγιαέρνει στο Ηράκλειο το 1977 στο "Λιμενικό Περίπτερο" όπου μέχρι και το 1995, δημιουργεί ένα αξεγόραστο και απλό στέκι των μερακλήδων της Κρητικής Μουσικής. 

Ο Καλομοίρης ο Γιώργης, σε όλη του τη διαδρομή, συνεργάστηκε με κορυφαίους λαγουθιέρηδες μεταξύ άλλων και οι: Φασουλάς Ζάχαρης, Κουμιώτης Γιώργης, Τσαγκαράκης Δημήτρης, Νίκος Μανιάς, Μαρκογιαννάκης Γιάννης, Ξυλούρης Γιάννης, Λαρετζάκης Μανώλης, Χαριτάκης Λάμπρος, Κουμιώτης Μανώλης, Ξυλούρης Βασίλης.
Πρώτος δίσκος του, 78 στροφών, το 1958 με το εκπληκτικό τραγούδι "Εγινες μάγισσα για με" και "Δυστυχισμένος βρίσκομαι", επόμενος δίσκος 78 στροφών "Κυπριωτοπούλα μου" το 1959, δίσκους μικρούς 45 στροφών έγραφε από το 1958 μέχρι και το 1968. Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένα τραγούδια, "Μ' άνοιξες στο κορμί πληγές", "Τα δυο σου χέρια να κρατώ", "Τσάκι τσάκι", "Μ' ένα σου όχι στη ζωή", "Πάει και πάει το σταμνί στη βρύση", "Χριστέ και Παναγία μου", "Βαστά καλό λογαριασμό", "Φιλενάδες", ‘Ήρθε στη βρύση το νερό" και άλλα.
 Όμως δεν πρέπει να ξεχάσουμε να αναφερθούμε, πως το ταξίδι της μετανάστευσης των Ελλήνων εκείνες τις δύσκολες δεκαετίες, έφερε πολλούς καλλιτέχνες της Κρητικής μουσικής κοντά στην Κρήτη του Καναδά, την Κρήτη της Αμερικής την Κρήτη της Αυστραλίας και στην Κρήτη της Ευρώπης. Εκεί βρέθηκε ο Γιώργης με τους συνεργάτες του, μεταφέροντας την γλυκιά ζεστασιά και την ευαισθησία, που χωρίς αυτήν οι Κρήτες όπου και να 'ναι αισθάνονται ορφανοί.
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης ήταν ένας πολύ καλός λαουτιέρης που έπαιξε με πολλούς μουσικούς στο διάστημα 1955-1975. Εκτός του Καλομοίρη, έπαιξε και ηχογράφησε με τους: Μουντόκωστα, Ψαρονίκο, Μιχάλη Τζαγκαράκη, Καμάρη, Κοκολογιάννη, Μελεσσανάκη, Γιώργο Σταυρουλάκη (Αντισκαριανό), Γιάννη Κακουλάκη και κάποιον λυράρη Μιχάλη Κρασαδάκη. Ήταν αδελφός του Μιχάλη Τζαγκαράκη.
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο, στην φωτογραφία παραπάνω είναι μέσα μαζί με τον Μουντάκη, τον Σκορδαλό και τον Σηφογιωργάκη. Επίσης είχε την εταιρεία Castro στην οποία κυκλοφόρησε κάποιες κασέτες κατά τη δεκαετία του 70, μεταξύ των οποίων μία του Σκορδαλού και μία εκπληκτική του Γαργανουράκη.
 

Δυστυχώς βιογραφικά για την Σπυριδάκη Όλγα δεν βρήκα.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)




Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

33. DORE K-91 ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΑΝΝΑ- ΑΝΑΤΣΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΑΓΓΕΛΙΝΑΣ ΦΩΤΗΣ- ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ 1965

Πλατανιά Άννα- Ανατσελόπουλος Κώστας (Ανατσέλος)- Αγγελίνας Φώτης- Καράμπελας Ανδρέας  DORE K-91 Τα λουλούδια - Ο ήλιος 1965- 45rpm- 7''


Η σημερινή ανάρτηση μας πάει σε μια κατηγορία δημοτικών τραγουδιών η οποία είναι συγχώνευση λαϊκού- δημοτικού- ελαφρού (πάντα προσωπική άποψη). Η δημώδης ορχήστρα όπως αναγράφεται συνήθως στις ετικέτες (ορχήστρα της μπακαλοταβέρνας-βλ. φωτογραφίες) έπρεπε να ικανοποιήσει τους πελάτες με διαφορετικά ακούσματα τόσο στις εκάστοτε μεγάλες πόλεις όσο και στα χωριά-κωμοπόλεις σε περιοδείες. Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και στην Κρήτη από μαρτυρίες του Νίκου Ξυλούρη που έπαιζαν ευρωπαϊκά και ¨ταγκά¨ και ενδιάμεσα τα Κρητικά που ευτυχώς στην προκειμένη περίπτωση δεν ¨μπασταρδεύτηκαν¨.

Στην πρώτη φωτογραφία Αγγελίνας Φώτης-κιθάρα φωνή, Ανατσελόπουλος Κώστας-κλαρίνο και πιθανόν η Πλατανιά Άννα στο τραγούδι. Στην δεύτερη ο Ανατσελόπουλος στο κλαρίνο πίσω και στη τρίτη φωτογραφία ο Αγγελίνας- κιθάρα και φωνητικά.

Δυστυχώς πληροφορίες και βιογραφικά για τα μέλη της ορχήστρας δεν υπάρχουν παρόλο που έχουν πλήθος από συμμετοχές σε δίσκους.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)




Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

32. DECCA 45-PL 8097 ΚΑΛΟΓΡΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ 1965

Καλογρίδης Γιώργος- Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης (Μαρκοβαγγέλης) DECCA 45-PL 8097  Συρτός Ηρακλειώτικος -Χανιώτικος συρτός 1965- 45rpm- 7''


Συνθέτης, Λυράρης, Ερμηνευτής! Ο Γιώργος Καλογρίδης γεννήθηκε στο Σπήλι Ρεθύμνης το 1923. Στα δεκατέσσερα του χρόνια άρχισε να ασχολείται με τη λύρα δίπλα στους συγχωριανούς του λυράρηδες Στεφανή Βασιλάκη ή Κονδύλη και Γιώργη Μαρκογιαννάκη ή Μαρκογιώργη.
Η κατοχή τον βρίσκει στο Σπήλι και λίγα χρόνια αργότερα φεύγει για την Αθήνα , όπου θα εγκατασταθεί για λίγο διάστημα. Την περίοδο αυτή (1946) ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο «Πολλές φορές στον ύπνο μου», που θεωρείται κλασσικό. Συνολικά ηχογράφησε είκοσι τραγούδια την περίοδο 1946-1956, ορισμένα από τα οποία είναι δικές του συνθέσεις και διακρίνονται για την άψογη εκτέλεση τους, την εκπληκτική τους μελωδία και το υπέροχο τραγούδι τους από την εξαιρετική φωνή του ίδιου Γ. Καλογρίδη, φωνή που σήμερα είναι σπάνια.
Αξίζει να σημειωθεί ακόμη η ιδιαίτερη προσοχή που επιδεικνύεται από τον Γ. Καλογρίδη στην επιλογή των μαντινάδων, γεγονός που συντελεί αποφασιστικά στην επίτευξη μιας υψηλής ποιότητας που χαρακτηρίζει όλο του το έργο. Οι ηχογραφήσεις του όλες έγιναν με την συνεργασία δύο γνωστών και καταξιωμένων λαουτιέρηδων, των αδερφών Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη.
Ο προικισμένος λυράρης ξενιτεύεται το 1966 στη Ν. Υόρκη. Το 1977 ύστερα από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο το χρυσό χέρι του καλλιτέχνη παραλύει, στερώντας και από τον ίδιο αλλά και από την μουσική μας γενικά την ευκαιρία για νέες μουσικές συνθέσεις. Ο Γιώργος Καλογρίδης πέθανε στην Αμερική το 1999.

Ο Μαρκογιαννάκης Βαγγέλης γεννήθηκε το 1936 στο Σπήλι του Ρεθύμνου από οικογένεια μουσικών. Ο πατέρας του έπαιξε λύρα, τα αδέρφια του Κώστας και Στέλιος λαούτο, ο Χαράλαμπος λύρα και μπουζούκι και ο Γιάννης λαούτο. Άρχισε σε ηλικία 12 χρονών, με πολύ ζήλο και αγάπη για το λαούτο αλλά και τη σύνθεση σκοπών και τραγουδιών.
  Αργότερα ερχόμενος στην Αθήνα είχε την ευκαιρία να σπουδάσει και να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις πάνω στο αντικείμενο που αγαπούσε τόσο πολύ, δηλαδή την μουσική. Ασχολήθηκε με το κοντραμπάσο στο οποίο πήρε και δίπλωμα από το Ωδείο Αθηνών.
  Εργάσθηκε στην Κρατική Ορχήστρα των Αθηνών και στην Συμφωνική της ΕΡΤ. Παράλληλα έβρισκε μεγάλη ευχαρίστηση στο λαούτο. Συνεργάστηκε με τους αξέχαστους Θανάση Σκορδαλό και Κώστα Μουντάκη. Στη δισκογραφία είχε τη μεγάλη συνεργασία με το Νίκο Μανιά, η οποία απέφερε υπέροχα τραγούδια στο ύφος των ταμπαχανιώτικων, καθώς και με το Σπύρο Σηφογιωργάκη, το Μανώλη Κακλή, τον αδερφό του Γιάννη και άλλους. Ακολούθησαν πολλές συνεργασίες όπως με Ζ. Μελεσσανάκη, Καλογρίδη, Ροδάμανθο Ανδρουλάκη, Μάρκο Φουρναράκη, Παντελή Κρασαδάκη, Γιώργο Παπαδάκη, Στέλιο Μπικάκη και Μανώλη Αλεξάκη. Ο Βαγγέλης Μαρκογιαννάκης θεωρείται και είναι ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της Κρητικής μουσικής.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο…(εδώ)