Χατζοπούλου Μαριάννα
(Τυφλό αηδόνι- Τυφλή τραγουδίστρια)- Ιακωβίδης (Μπενβενίστε) Ζακ ODEON GA 7973 Ζαχάρω
(Συρτό) - Κάνε κότσο τα μαλλιά σου (Καλαματιανό) 1958- 78rpm- 10''
«Η Μαριάννα Χατζοπούλου (βλέπε και ανάρτηση 222) γεννήθηκε
το 1933 στην Αθήνα. Η καταγωγή της Ναξιώτικη. Από παιδί αντιμετώπιζε σοβαρά
προβλήματα με την όρασή της.
Σε όλη της τη ζωή «μισόβλεπε». «Μπορεί η όρασή μου να μη με βοηθά να βλέπω καλά, άλλα βλέπω καθαρά τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής μου» είχε πει σε συνέντευξή της η Ναξιώτισσα Μαριάννα Χατζοπούλου που έγινε γνωστή στο πανελλήνιο ως η «τυφλή τραγουδίστρια», λόγω μιας σοβαρότατης πάθησης των ματιών, που συνέβη στη διάρκεια του τοκετού της μητέρας της.
Σε όλη της τη ζωή «μισόβλεπε». «Μπορεί η όρασή μου να μη με βοηθά να βλέπω καλά, άλλα βλέπω καθαρά τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής μου» είχε πει σε συνέντευξή της η Ναξιώτισσα Μαριάννα Χατζοπούλου που έγινε γνωστή στο πανελλήνιο ως η «τυφλή τραγουδίστρια», λόγω μιας σοβαρότατης πάθησης των ματιών, που συνέβη στη διάρκεια του τοκετού της μητέρας της.
Ξεχώρισε για το χάρισμά της σε ακρόαση του Μίμη Πλέσσα στο
Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και στη συνέχεια μαγνήτιζε το κοινό με τις ερμηνείες της
μέσα από τις ραδιοσυχνότητες.
Με τη «Ζαφείρα» του σπουδαίου στιχουργού και κυνηγού ταλέντων Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα) και σε μουσική του Άκη Σμυρναίου, έλαμψε λίγο μετά τα μισά του ’50. Ακολούθησαν μεγάλες επιτυχίες τραγούδια των Χατζιδάκι, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Κοφινιώτη, Μωράκη, Μάνεση, Μαρκέα όπως τα «Φούστα κλαρωτή», «Η μάνα μου με δέρνει», «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «Τα φύλλα κιτρινίσανε», «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Άλλος σ’ αγάπησε άλλος σε παίρνει», « Τι να το κάνω πως είσαι ωραίος», «Όσα λουλούδια μάδησα», «Δεν μετανιώνω που σ’ αγάπησα πολύ» κ.ά. Η δημοτικότητά της χτυπούσε κόκκινο. Στους διαγωνισμούς του Ντομινό και άλλων περιοδικών της εποχής το όνομά της βρισκόταν στις πρώτες θέσεις. Ο κόσμος μαγεύονταν απ’ το «τυφλό αηδόνι» όπως την αποκαλούσαν. Εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα και ερμήνευσε κορυφαίες επιτυχίες. Συμμετείχε μάλιστα στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» ντυμένη Τσιγγάνα δίπλα στην τραγουδίστρια Λάουρα. Μάλιστα όπως τόνιζε και η Γιώτα Λύδια στην βιογραφία της, στην Columbia όπου αρχικά την παρουσίασε ο Τσάντας και την απέρριψαν είχε δημιουργηθεί μεγάλος ντόρος με το όλο θέμα, μιας και η Χατζοπούλου αποτελούσε πλέον γερό όπλο της ανταγωνίστριας Odeon. Μάλιστα η Λύδια ντούμπλαρε στιγμές της… ενώ συνήθως συνέβαινε το αντίθετο στην «κόντρα» των δύο εταιρειών.
Η Μαριάννα Χατζοπούλου θα δουλέψει στα καλύτερα λαϊκά στέκια, αλλά και στα πιο ονομαστά κοσμικά κέντρα. Η φυγή της όμως στο εξωτερικό το 1961 και η δίχρονη παραμονή της σε Αυστραλία και Αμερική θα κοστίσουν στην καριέρα της. Στην επιστροφή τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Θα συνεχίσει στο εξωτερικό (Αγγλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Κύπρο, Λίβανο) και θα έχει μια διακριτική παρουσία στη δισκογραφία, σε εταιρείες μικρότερου βεληνεκούς.
Στην ζωή της θα κυριαρχήσει η λατρεία για τη θρησκεία και το Θεό, η οποία θα μετουσιωθεί και σε τραγούδια. Το Φλεβάρη του 2002 θα τραγουδήσει στο χορό των Ιεροψαλτών. Κατά την επιστροφή της στο σπίτι, το αυτοκίνητο στο οποίο μετέβαινε προσέκρουσε σε κολώνα της ΔEH. Υπέστη πολλαπλά κατάγματα και λίγους μήνες αργότερα έχασε τη μάχη.»
Με τη «Ζαφείρα» του σπουδαίου στιχουργού και κυνηγού ταλέντων Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα) και σε μουσική του Άκη Σμυρναίου, έλαμψε λίγο μετά τα μισά του ’50. Ακολούθησαν μεγάλες επιτυχίες τραγούδια των Χατζιδάκι, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Κοφινιώτη, Μωράκη, Μάνεση, Μαρκέα όπως τα «Φούστα κλαρωτή», «Η μάνα μου με δέρνει», «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «Τα φύλλα κιτρινίσανε», «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Άλλος σ’ αγάπησε άλλος σε παίρνει», « Τι να το κάνω πως είσαι ωραίος», «Όσα λουλούδια μάδησα», «Δεν μετανιώνω που σ’ αγάπησα πολύ» κ.ά. Η δημοτικότητά της χτυπούσε κόκκινο. Στους διαγωνισμούς του Ντομινό και άλλων περιοδικών της εποχής το όνομά της βρισκόταν στις πρώτες θέσεις. Ο κόσμος μαγεύονταν απ’ το «τυφλό αηδόνι» όπως την αποκαλούσαν. Εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα και ερμήνευσε κορυφαίες επιτυχίες. Συμμετείχε μάλιστα στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» ντυμένη Τσιγγάνα δίπλα στην τραγουδίστρια Λάουρα. Μάλιστα όπως τόνιζε και η Γιώτα Λύδια στην βιογραφία της, στην Columbia όπου αρχικά την παρουσίασε ο Τσάντας και την απέρριψαν είχε δημιουργηθεί μεγάλος ντόρος με το όλο θέμα, μιας και η Χατζοπούλου αποτελούσε πλέον γερό όπλο της ανταγωνίστριας Odeon. Μάλιστα η Λύδια ντούμπλαρε στιγμές της… ενώ συνήθως συνέβαινε το αντίθετο στην «κόντρα» των δύο εταιρειών.
Η Μαριάννα Χατζοπούλου θα δουλέψει στα καλύτερα λαϊκά στέκια, αλλά και στα πιο ονομαστά κοσμικά κέντρα. Η φυγή της όμως στο εξωτερικό το 1961 και η δίχρονη παραμονή της σε Αυστραλία και Αμερική θα κοστίσουν στην καριέρα της. Στην επιστροφή τα δεδομένα είχαν αλλάξει. Θα συνεχίσει στο εξωτερικό (Αγγλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Κύπρο, Λίβανο) και θα έχει μια διακριτική παρουσία στη δισκογραφία, σε εταιρείες μικρότερου βεληνεκούς.
Στην ζωή της θα κυριαρχήσει η λατρεία για τη θρησκεία και το Θεό, η οποία θα μετουσιωθεί και σε τραγούδια. Το Φλεβάρη του 2002 θα τραγουδήσει στο χορό των Ιεροψαλτών. Κατά την επιστροφή της στο σπίτι, το αυτοκίνητο στο οποίο μετέβαινε προσέκρουσε σε κολώνα της ΔEH. Υπέστη πολλαπλά κατάγματα και λίγους μήνες αργότερα έχασε τη μάχη.»
«Ο Ζακ Ιακωβίδης γεννήθηκε το 1928 στη Θεσσαλονίκη και ήταν
εβραϊκής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν έμπορος, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην
Αθήνα πουλώντας οικιακά και γραμμόφωνα. Ο Ιακωβίδης ήταν γιος του περίφημου
Μπενβενίστε που μαζί με τον συνέταιρό του, Αμπραβάνελ, πήραν τα δικαιώματα της
Odeon Parlophone και έστησαν μία από τις πρώτες κραταιές δισκογραφικές
εταιρείες στην προπολεμική Ελλάδα. Ο Ιακωβίδης μεγάλωσε στη γειτονιά της
τότε πλατείας Αγάμων, σήμερα πλατεία Αμερικής. Στην κατοχή, όλη η οικογένεια
συνελήφθη από τους Γερμανούς και εστάλη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέλσεν.
Έζησε σε φριχτές συνθήκες αλλά κατάφερε να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από τρία
βασανιστικά χρόνια. Το αστέρι που έφερε στο χέρι του και που δε δίσταζε να το
δείχνει μέχρι το τέλος ήταν ντοκουμέντο της προσωπικής του οδύνης στα χρόνια
της Κατοχής.
Ο Ζακ Μπενβενίστε, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα,
αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό, τα δε τραγούδια του ερμηνεύονται από τις
σπουδαιότερες φωνές μέχρι και σήμερα.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήταν το τραγούδι «Αγαπούλα» με τον
Φώτη Πολυμέρη. Ακολούθησαν συνεργασίες με τους Κούλα Νικολαΐδου, Νίκο Γούναρη,
Τώνη Μαρούδα, Μαριάνα Χατζοπούλου, Ρένα Βλαχοπούλου, Παμέλα, Σοφία Βέμπο, Μαίρη
Λίντα, Τζένη Βάνου, Τόλη Βοσκόπουλο, Δάκη και πολλούς άλλους. Ξεχωριστή η
συνάντησή του με τον Γιάννη Πάριο, στο τραγούδι «Την αγαπούσα παραδέχομαι», σε
στίχους του Πυθαγόρα.
Μερικές από τις αξέχαστες επιτυχίες του είναι τα: «Να το
πάρεις το κορίτσι», «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί», «Σαν της γαρδένιας τον ανθό»,
«Είναι μια ώρα δύσκολη, του χωρισμού η ώρα», «Την αγαπούσα, το παραδέχομαι»,
«Πού να ‘ναι ο ίσκιος σου Θεέ», «Έλα», «Βρέχει, ψιλοβρέχει», «Οι αμαρτίες μου».
Ο Ζακ Ιακωβίδης βραβεύτηκε, ανάμεσα σε άλλα, στα Φεστιβάλ
Ελαφρού Τραγουδιού του 1962 και του 1966 και κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο της
«πρώτης Ολυμπιάδας Τραγουδιού» (1967), καθώς επίσης και το Α΄ βραβείο του
Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1978 και το 1992.
Ο Ζακ Ιακωβίδης συνέβαλε στο ελληνικό τραγούδι με
πρωτότυπες, για την εποχή του, μελωδίες γράφοντας όχι μόνο ελαφρά τραγούδια,
αλλά και ρεμπέτικα, φεστιβαλικά, έντεχνα, ποπ, σατιρικά, δραματικές μπαλάντες,
λαϊκά και θεατρικά.
Είχε γράψει μουσική και για δύο ιστορικές τηλεοπτικές
σειρές, το «Λούνα Παρκ» του Γιάννη Δαλιανίδη (1976) και τη «Λάμψη» του Νίκου
Φώσκολου (1992).Τον Φεβρουάριο του 2011 τιμήθηκε στον Παρνασσό για την
προσφορά του στον πολιτισμό από τον Σύλλογο Φίλων της Ελαφράς Μουσικής.
Ο Ζακ Ιακωβίδης απεβίωσε το 2015.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).




.jpg)





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου