Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

568. HIS MASTER'S VOICE AO-2712 ΓΟΥΝΑΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΟΥΔΑΣ ΤΩΝΗΣ- ΣΟΥΓΙΟΥΛ ΜΙΧΑΛΗΣ 1946

Γούναρης Νίκος- Μαρούδας Τώνης- Σουγιούλ (Σουγιουλτζόγλου‎‎) Μιχάλης HIS MASTER'S VOICE AO-2712 Μαντινάδες - Ο Γανωτής (Λαϊκό φοξ) 1946- 78rpm- 10''
«Ο Νίκος Γούναρης γεννήθηκε το 1915 στη Ζαγορά του Πηλίου και μεγάλωσε στο Βοτανικό. Ο πατέρας του εργαζόταν ως τσαγκάρης στα Ανάκτορα αλλά είχε πάθος με τη μουσική, έπαιζε μαντολίνο και τραγουδούσε. Από παιδί ο Νίκος Γούναρης μπολιάστηκε με το μικρόβιο του τραγουδιού και συχνά με την κιθαρίτσα του ντουετάριζε μαζί του. Αν και αυτοδίδακτος γρήγορα εξελίχτηκε σε βιρτουόζο. Λέγεται ότι στα μισά του ΄50, στο κέντρο Βυζάντιο της Νέας Υόρκης ο πολύς Αντρέ Σεγκόβια, με τον οποίο και συνδέονταν με φιλικούς δεσμούς, δήλωσε το θαυμασμό του για το περίτεχνο παίξιμό του στην κιθάρα. Από το 1936 που έκανε το επίσημο ντεμπούτο στο τραγούδι και την δισκογραφία ο Γούναρης έκλεψε τις εντυπώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόσωπο και την τέχνη του υποκλίθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του ελαφρού όσο και του λαϊκού τραγουδιού και μάλιστα σε μια εποχή που ανάμεσα στα δύο μουσικά στρατόπεδα υπήρχαν σαφείς διαχωρισμοί. Θαυμαστές του υπήρξαν μεταξύ άλλων ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ο Βαγγέλης Περπινιάδης, ο Στέλιος Καζαντζίδης κ.ά. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Τσιτσάνη: «Όσο υπάρχει Γούναρης δεν μπορεί το λαϊκό να σηκώσει κεφάλι».
Καταργώντας τους διαχωρισμούς και τα στεγανά ο Γούναρης εμφανίστηκε σε κοσμικά μαγαζιά (Σε Λαπέν) αλλά και κλασικά λαϊκά κέντρα (Τζίμης ο Χοντρός) πάντα με ξεχωριστή επιτυχία και υψηλό μεροκάματο, μέρος του οποίου πήγαινε σε φιλανθρωπίες και ειδικές χειρονομίες σε φίλους και αγνώστους που είχαν ανάγκη. Είχε την φήμη του καλόκαρδου, γαλαντόμου και γενναιόδωρου ανθρώπου. Ιστορικές έχουν μείνει επίσης οι ζωντανά ηχογραφημένες παραστάσεις του στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων και οι έκτατες εμφανίσεις του σε κινηματογραφικές ταινίες της δεκαετίας του '50.
Το 1947 ταξιδεύει στην Αμερική όπου και αποθεώνεται. Δόξες θα γνωρίσει, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης όπου υπάρχει Ελληνισμός, από την Αυστραλία έως και την Αφρική. Παρά τις μακροπρόθεσμες απουσίες του στο εξωτερικό και τις αλλαγές στα μουσικά δρώμενα, με τα μπουζούκια πλέον στην πρωτοκαθεδρία, ο Γούναρης μέχρι και το φινάλε του παρέμεινε εξαιρετικά λαοφιλής.
Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Μίμη Πλέσσα μέσα από την αυτοβιογραφία του (εκδόσεις Κάκτος) όπου περιγράφει ανάγλυφα στιγμές απ’ την συναυλία που δόθηκε το 1953 στο Καλλιμάρμαρο για τους σεισμόπληκτους του Βόλου: 
«Το ΕΙΡ είχε δώσει τη συμφωνική του ορχήστρα και τη μεικτή χορωδία του, η Λυρική μας Σκηνή τους σολίστες και τους μαέστρους της, κι εμείς είχαμε βάλει τα καλά μας, είχαμε ενορχηστρώσει τα τραγούδια μας για τη μεγάλη ορχήστρα και διευθύναμε τους τραγουδιστές μας. Άστραφταν τα χάλκινα, δάσος ανεβοκατέβαιναν τα δοξάρια στα έγχορδα, έντονα ηχούσαν τα κρουστά, κι εμείς, ο ένας μετά τον άλλον, ανεβαίναμε στο πόντιουμ και δώσ’ του υπόκλιση, δώσ’ του ρεβεράντζα.
Το Στάδιο γεμάτο και ο κόσμος ευγενικός μ’ ένα χειροκρότημα συγκρατημένο. Στο διάλειμμά αναγγέλθηκε ένας τραγουδιστής που έλειπε χρόνια στην Αμερική. Στην άδεια, μεγάλη εξέδρα κρατώντας την κιθάρα του προχώρησε με ιδιόρρυθμο βήμα (κουτσαίνοντας) και χωρίς συνοδεία τραγούδησε: Ένα βράδυ που ‘βρεχε… ταραραράμ (η κιθάρα του), που ‘βρεχε μονότονα… ταραραράμ – επέμεινε…Δεν προλάβαμε να σκεφτούμε ότι θα πάει άπατος, χωρίς τα δικά μας «μεγαλεία», γιατί στο μεταξύ είχε φτάσει στο ρεφρέν. Και τότε 60.000 στόματα ακούστηκαν με μια φωνή: Αχ, αυτός ο άτιμος ήθελε μαχαίρωμα…! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι σημαίνει λαϊκός τραγουδιστής και αγαπημένο τραγούδι. Και πριν από το τέλος είχα γνωρίσει τον αξέχαστο τροβαδούρο, τον τραγουδιστή Νίκο Γούναρη!»
Η επιτυχία του τραγουδιού και η θεία ερμηνεία του Γούναρη, είχε σαν αποτέλεσμα ο κόσμος να ταυτίσει τον τραγουδιστή με το θέμα των στίχων, και ο Γούναρης να δέχεται καθημερινά γράμματα και κουβέντες συμπαράστασης από τους ακροατές του. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται αφόρητη για τον Γούναρη που ζούσε αρμονικά με την σύζυγό του και τον γιο του. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη της ηχογράφησης της απάντησης στο «Ένα βράδυ πού ’βρεχε» με το «Αυτός ο άλλος που σε πήρε από μένα, αυτός ο άλλος, είν’ ευεργέτης μου μεγάλος». 
Ο Νίκος Γούναρης όμως πέρα απ’ τα ερμηνευτικά χαρίσματα του δεν έβγαζε άναρθρες κραυγές. Τραγούδησε, ομολογουμένως με συγκλονιστικό τρόπο, τραγούδια κορυφαίων συνθετών και στιχουργών. Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει για την σύμπραξή του με τον μέγιστο Μιχάλη Σουγιούλ. Μοιραία ο καλύτερος συνεργαζόταν με τους καλύτερους, γι’ αυτό και πολλά από τα τραγούδια που απέδωσε και συνδημιούργησε (ελαφρά, αρχοντορεμπέτικα, λαϊκά – σχεδόν όλα εντέχνως δομημένα και ενορχηστρωμένα) συνεχίζουν να συγκινούν μέχρι και τις μέρες μας.
Έφυγε απ’ την ζωή, στα καλύτερά του, το Μάη 1965, εξαιτίας ενός παλιού τραύματος που τον είχε αναγκάσει να φέρει ξύλινο πόδι, και εξελίχθηκε σε καρκίνο. Την ίδια μέρα ο άρχων της Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος, έδωσε εντολή, στην βιτρίνα του καταστήματος Αφοι Λαμπρόπουλοι στην Σταδίου, να αναρτηθεί το πορτραίτο του καλλιτέχνη ως φόρος τιμής στην προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι. Μπροστά από την κάδρο του στην άδεια βιτρίνα με τις υποβλητικές κουρτίνες για φόντο στήθηκε λαϊκό προσκύνημα που αποθανάτισε ο φακός του μετρ της καλλιτεχνικής φωτογραφίας, Τάκη Πανανίδη
«Την 1η Αυγούστου 1906 γεννήθηκε ο συνθέτης Μιχάλης Σουγιούλ (πραγματικό επίθετο Σουγιουλτζόγλου‎‎). Ο «πατέρας» του αρχοντορεμπέτικου γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας κι ήρθε με την οικογένεια του στην Αθήνα το 1920. Αν και προοριζόταν για έμπορος, λόγω της οικογενειακής παράδοσης, τελικά αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική. Ταξίδεψε στη Μασσαλία για σπουδές, το 1929 έγραψε το πρώτο του τανγκό, το 1931 ενορχήστρωσε ένα τραγούδι του Εντουάρντο Μπιάνκο και την ίδια χρονιά περιόδευσε στην Ευρώπη ως μέλος μιας αργεντίνικης ορχήστρας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μιχάλης Σουγιούλ έγραψε περισσότερα από 500 τραγούδια: ευρωπαϊκά, δημοτικοφανή, ρομάντζες, καντάδες και τραγούδια εξωτικά ανατολίτικα, ενώ ήταν αυτός που ξεκίνησε τη μόδα των αρχοντορεμπέτικων.
Παράλληλα έγραψε μουσική για επιθεωρήσεις και για κινηματογραφικές ταινίες, ενώ εργάστηκε ως μαέστρος σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Στην πολύχρονη καριέρα του συνεργάστηκε με τους περισσότερους δημοφιλείς τραγουδιστές της εποχής του, όπως: Σοφία Βέμπο, Δανάη, Τώνη Μαρούδα, Κάκια Μένδρη, Καίτη Μπελίντα, Στέλλα Γκρέκα, Μάγια Μελάγια, τις αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο Γούναρη κ.ά.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Σουγιούλ θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Μαζί με τον Νίκο Γούναρη στις ¨Μαντινάδες¨ συνοδεύει ο Τώνης Μαρούδας που θα ασχοληθούμε μαζί του σε μελλοντική ανάρτηση. 
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, ο Νίκος Γούναρης με την εξαιρετική φωνή του. Στην πρώτη πλευρά κρητικές ¨Μαντινάδες¨ με ηχόχρωμα "ελαφροκρητικό" και στη δεύτερη πλευρά "Ο Γανωτής" με ηχόχρωμα λαϊκού Φοξ. Συνεχίζουμε από την προηγούμενη ανάρτηση σε ύφος ¨ελαφρό¨. Οι "Μαντινάδες" κόπηκαν και στον δίσκο της His Master's Voice με την ίδια μήτρα και κωδικό δίσκου ΑΟ 2723.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου