Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

565. ODEON GA 1811 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ 1934

Ρούκουνας Κώστας (Σαμιωτάκι- Σαμιώτης- Σαμιωτάκης)- Πολίτης Γιάννης ODEON GA 1811 Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων (Κλέφτικο) - Λειβαδιά αλά Μωραΐτα 1934- 78rpm- 10''
«Ο Κώστας Ρούκουνας (Σάμος, 1903- Αθήνα, 11 Μαρτίου 1984), γνωστός και ως «Σαμιωτάκι», υπήρξε καταξιωμένος τραγουδιστής του ρεμπέτικου και δημοτικού τραγουδιού, καθώς και τραγουδοποιός. Ο Ρούκουνας προερχόταν από φτωχή οικογένεια και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να ξεκινήσει να δουλεύει από τα οκτώ του χρόνια. Αρχικά εργάστηκε σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός. Η καλλιτεχνική του καριέρα ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '20. όταν άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα. Ο νεαρός Ρούκουνας έγινε γρήγορα διάσημος μεταξύ των άλλων Σαμιωτών για τη φωνή του και δη τις επιδόσεις του στα Σμυρναίικα τραγούδια.
Σύντομα έφυγε για την Αθήνα (το 1927 ή το 1928). Εκεί τραγουδούσε επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης και στέλεχος σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Υπό τον Τούντα, ο Ρούκουνας πραγματοποίησε τις πρώτες του ηχογραφήσεις για δίσκους 78 στροφών. Με την μαεστρία της φωνής του, διακρίθηκε τόσο στα παραδοσιακά όσο και στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι επιδόσεις του στους (πλέον απαιτητικούς από τεχνικής σκοπιάς και ημι-αυτοσχεδιαστικούς) μανέδες.
Ο Ρούκουνας συνεργάστηκε με πολλούς συνθέτες κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Γρηγόρης Ασίκης και αρκετοί άλλοι.
Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανά (ή Άννα Πολίτισσα) η οποία όμως πέθανε το 1943 σε νεαρή ηλικία από καρδιακά προβλήματα. Ο Ρούκουνας παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, την στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή το 1948 και πέρασε μαζί της το υπόλοιπο της ζωής του σε προάστιο των Αθηνών.
Ηχογράφησε στις 78 στροφές γύρω στα 200 τραγούδια. Συνέχισε και στις δεκαετίες του 1960 και 1970 να γράφει και να τραγουδά με απίστευτη ζωτικότητα. Ως συνθέτης άφησε μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα.»  Περισσότερες πληροφορίες σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Στην πρώτη πλευρά του δίσκου, το κλέφτικο του Κώστα Ρούκουνα ¨Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων¨ (πιθανότατα στο κλαρίνο ο άγνωστος Γιάννης Πολίτης- τον προσφωνεί), το οποίο περιγράφει την φριχτή δολοφονία, απ' το Ελληνικό Κράτος, της Μαρίας Γιαγιά, μητέρας των αδερφών Γιαγιά το 1917. Πρωταγωνιστές στη σαμιακή επανάσταση του 1912 εναντίον των Τούρκων που οδήγησε στην απελευθέρωση του νησιού και στην ένωσή του με την Ελλάδα, τ' αδέλφια Γιαγιά από τον Μαραθόκαμπο, ήρθαν αργότερα σε σύγκρουση με τον πρωθυπουργό Θεμιστοκλή Σοφούλη και την τοπική διοίκηση, σύγκρουση που οδήγησε σε φυλακίσεις, εκτελέσεις συγγενών τους, ως και αυτονομιστικά κινήματα! Ο Ρούκουνας έγραψε άλλα δύο τραγούδια για τους Γιαγιάδες. Είναι τα ''Οι Γιαγιάδες'' το 1934 και το ''Στης Σάμου τα περίχωρα (Ο Γιώργος ο Γιαγιάς) το 1936.
Οι Γιαγιάδες (σωστό οι Γιαγάδες) είναι οικογένεια από το χωριό  Μαραθόκαμπος, της Σάμου . Τέσσερα αδέλφια Γιώργος, Κώστας, Κίμωνας και Γιάννης. Οι Έλληνες Ρομπέν των δασών, νοικοκυραίοι, εγγράμματοι, παλικάρια, πρωτεργάτες ένοπλων αγροτικών κινημάτων, «ληστοφυγόδικοι» που κέρδισαν τη συμπαράσταση της «φρόνιμης» κοινωνίας.
Η συναρπαστική ιστορία τους εκτυλίσσεται σαν μυθιστόρημα. Οι Γιαγάδες, όταν η Σάμος έχασε τη διοικητική αυτονομία της ως «Ηγεμονία»  και πέρασε από την επικυριαρχία του Σουλτάνου σε εκείνην του νεοελληνικού κράτους, πάτησαν πάνω στην ευρεία λαϊκή δυσαρέσκεια και πολιτικοποίησαν τη δράση τους θέτοντας συλλογικά αιτήματα με κοινωνικό όραμα. Οι τέσσερις Γιαγάδες είχαν πάντα διφορούμενη σχέση με τις σύγχρονες πολιτικές ιδεολογίες. Είχαν υποστηρίξει την ένωση με την Ελλάδα αλλά δεν έπαψαν να φλερτάρουν με το αυτονομιστικό κίνημα . Με την ίδια ευχέρεια, φλέρταραν με τη φιλοβασιλική ιδεολογία κατά τον Εθνικό Διχασμό, και με την κομμουνιστική Αριστερά κατά τη δεκαετία του '30, υπερασπίζοντας τις διεκδικήσεις της φτωχολογιάς της υπαίθρου για να καταλήξουν μετά το 1935 να ενταχθούν ενεργά  στη «νομιμότητα της εθνικοφροσύνης». Παρότι ως πρόσωπα έδειξαν καιροσκοπισμό, τα αποτελέσματα της δράσης τους, , αποδείχθηκαν σημαντικά για την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση των ευρύτερων στρωμάτων στο πλαίσιο του νεωτερικού ελληνικού κράτους.
Τους συναντάμε στο βουνό πρώτη φορά το 1912 στο κίνημα υπέρ της Ένωσης της Σάμου με  την Ελλάδα. Συμμετέχουν ενεργά και αμέσως μετά την ένωση εντάσσονται στις τοπικές αστυνομικές αρχές ως βαθμοφόροι. Με τη  φυγή του τουρκικού στρατού και την απόβαση του ελληνικού στόλου στο Βαθύ, έγινε  ρυθμιστής ο πολιτευτής της ανατολικής Σάμου, Θεμιστοκλής Σοφούλης. Ο Γιάννης Γιαγάς θεωρεί ότι ο Σοφούλης οικειοποιήθηκε τον δικό τους αγώνα και έβαλε δικούς του σε όλα τα πόστα. Λίγο καιρό μετά, οι Γιαγάδες έρχονται σε σύγκρουση με την τοπική διοίκηση. και ο  ο Κώστας Γιαγάς μετά την κατάταξή του,  θα επιστρέψει στο χωριό του ως λιποτάκτης ή ως αρχηγός «στρατιωτικής στάσης» αφού τον ακολουθούν κι άλλοι. Από τότε οι Γιαγάδες βγαίνουν στο βουνό.
Με την προσχώρηση στο σώμα και του Γιώργου Γιαγά, αρχίζουν να περιφέρονται ένοπλοι, θέτοντας υπό αμφισβήτηση, την κυριαρχία των εκεί εγκατεστημένων επίσημων κατασταλτικών μηχανισμών
Ο Γιάννης ηγήθηκε αρχικά αυτού του κινήματος αλλά συνελήφθηκε εγκαίρως. Στις φυλακές οργάνωσε εξέγερση και απόδρασε αλλά σύντομα πήγε στις φυλακές τις Αίγινας ενώ διάφοροι συγγενείς τους εκτοπίστηκαν στη Λιβαδειά.
Εννέα μήνες μετά, ο Γιάννης αποφυλακίζεται και επιστρέφει στη Σάμο, όπου έχει εγκατασταθεί η Κρητική χωροφυλακή· και τα αδέρφια του είναι επικηρυγμένα στο βουνό.
Οι επικηρυγμένοι πλέον Κώστας και Γιώργος  συνεχίζουν τις αντεκδικήσεις με τους διώκτες τους και αναμένουν την ευκαιρία για να προσεταιριστούν περισσότερους οπαδούς.
Η ευκαιρία αυτή δόθηκε το 1916 στο πλαίσιο ιστορικής συγκυρίας του Εθνικού Διχασμού.
Από φυγάδες στο βουνό, τα τέσσερα αδέλφια μετατρέπονται σε ηγέτες της αντιβενιζελικής παράταξης του νησιού.
Τον Ιανουάριο του 1917, σε μια μάχη  στο χωριό  Κοσμαδαίοι, σκοτώνεται ο Γιώργης Γιαγάς. Οι αντάρτες κόβουν το κεφάλι του για να «μη περιέλθη τρόπαιον εις χείρας του εχθρού», και δραπετεύουν στους Φούρνους και από εκεί  στην Κάρυστο. Το επόμενο πρωινό, οι διώκτες των Γιαγάδων μπαίνουν στους Κοσμαδαίους, και πυρπολούν  ολόκληρο το χωριό. Εκτελούν αρκετούς κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους τον ιερέα του χωριού, τον πρόεδρο της κοινότητας και την αδελφή των Γιαγάδων, Δήμητρα.
Την επόμενη μέρα ένα άλλο απόσπασμα Χωροφυλακής  εισβάλει στο χωριό τους, τον Μαραθόκαμπο, προς αναζήτησή τους. Εκεί, αντί για τους Γιαγάδες, οι χωροφύλακες βρίσκουν  κρυμμένη τη μητέρα τους , την οποία οδηγούν σε απόμερο σημείο και την καίνε ζωντανή λούζοντας την με πετρέλαιο. Τα παραπάνω φρικιαστικά γεγονότα, σηματοδοτούν και το τέλος του δεύτερου επεισοδίου των Γιαγαδικών στη Σάμο.
Από το σημείο αυτό και στο εξής οι Γιαγάδες παύουν να εμφανίζονται ως απλοί «ληστοφυγόδικοι», καθώς αρχίζουν να θεωρούνται ως μάρτυρες ολόκληρου του αντιβενιζελικού στρατοπέδου.
Το τρίτο επεισόδιο των Γιαγαδικών στη Σάμο,  τοποθετείται στα τέλη του 1922.
Είναι άμεσα συνδεδεμένο και αυτό με τη βία του Εθνικού Διχασμού. Ξεκινά ως τοπική αντίδραση των φιλοβασιλικών δυνάμεων του νησιού στο κίνημα των Πλαστήρα - Γονατά, μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου. Οι αδελφοί Γιαγά είχαν επιστρέψει στη Σάμο μετά την ήττα των Βενιζελικών στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 όπου οι δύο από αυτούς ανέλαβαν και δημόσια αξιώματα. 
Η φιλοβασιλική κυβέρνηση, αν και φίλα προσκείμενη προς τους Γιαγάδες απέφυγε ωστόσο να αμνηστεύσει τον επικηρυγμένο Κώστα. Με την «επαναστατική» αλλαγή του πολιτικού σκηνικού τον Οκτώβριο του 1922, οι αδελφοί Γιαγά σπεύδουν να προλάβουν τις εξελίξεις.
Με το ένοπλο κίνημα των Γιαγάδων του 1922 οι αντάρτες  επιδιώκουν την πλήρη στρατιωτική κατάληψη του νησιού και επιτυγχάνουν  την κατάληψη ενός εκ των δύο αστικών κέντρων του νησιού, το Καρλοβάσι. Η παρουσία, ενός ελληνικού  θωρηκτού στο Βαθύ δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την εισβολή στην πρωτεύουσα και η δυσμενής έκβαση της  μάχης των Μυτιληνιών, οδηγεί  άλλη μια φορά τους ηγέτες του κινήματος στη φυγή και τους οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη. Λίγο πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ο Πλαστήρας θα αμνηστεύσει όλα πολιτικά εγκλήματα, και θα συμπεριλάβει τους αντάρτες της Σάμου πλην του Κώστα Γιαγά.
Ο Ιούνης  του 1925 σηματοδοτεί το τέταρτο επεισόδιο των Γιαγαδικών.
Με αφετηρία τον Μαραθόκαμπο,  εισβάλουν αρχικά στο Καρλόβασι, και στις 6 Ιουνίου, εισβάλουν στο Βαθύ. Αφοπλίζουν  αστυνομικές και στρατιωτικές Αρχές και απελευθερώνουν όλους τους κρατούμενους από τις φυλακές. Εκδίδουν προκήρυξη με τα αιτήματα του κινήματος και καλούν το λαό σε δημόσιο συλλαλητήριο και επιδίδουν ψήφισμα προς τους προξένους της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Η κατοχή της Σάμου δεν θα διαρκέσει πολύ. Στις 8 Ιούνη ισχυρές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις από την Αθήνα διαλύουν τους αντάρτες και οδηγούν  για άλλη μια φορά τους αρχηγούς στη φυγή και τους  οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη.
Κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία των Γιαγαδικών, ως συλλογικών ένοπλων κινημάτων στα μέσα του  1925, ενώ η ιστορία των Γιαγάδων, ως «ληστοφυγόδικων», κλείνει δύο χρόνια αργότερα.
Τον Ιούνη του 1927, ο Κώστας Γιαγάς ο πλέον δημοφιλής από τους τέσσερεις θα σκοτωθεί από απόσπασμα της Χωροφυλακής, προδομένος από κάποιον συγγενή και σύντροφό του.
Αμέσως μετά τον φόνο οι χωροφύλακες περιόδευσαν  στα χωριά της Σάμου επιδεικνύοντας το κομμένο κεφάλι του θρυλικού «ληστή».
Λίγο καιρό μετά τα δύο αδέλφια, ο Γιάννης και ο Κίμωνας,  παραδίδονται στις Αρχές. και δικάζονται στο κακουργιοδικείο της Σύρου όπου καταφέρνουν να αθωωθούν.
Η αθώωση του Γιάννη και  Κίμωνα Γιαγά το 1927 δεν θα σημάνει μόνο την επιστροφή τους στη νομιμότητα,  αλλά θα επιτρέψει στον πρώτο να ξεκινήσει πολιτική καριέρα .
Σε αντίθεση με τον μεγάλο του αδελφό, ο Κίμων Γιαγάς δεν Θα καταφέρει να απεκδυθεί τον ρόλο του παράνομου για πολύ. Το βράδυ 2 Οκτωβρίου 1929, ο Κίμων, περνώντας έξω από το καφενείο του Μαραθοκάμπου, αντιλήφθηκε ότι μέσα βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε καταδώσει στη Χωροφυλακή τον αδελφό του, τον Κώστα. Αμέσως, ο Κίμων εισέβαλε στο καφενείο και πυροβόλησε τον προδότη του Κώστα, ενώ στη συνέχεια παραδόθηκε στις αρχές. Έτσι, το τέλος της πολυτάραχης οικογένειας Γιαγά θα βρει τον μικρότερο αδελφό, τον Κίμωνα, και πάλι έγκλειστο στις φυλακές.
Ο Γιάννης Γιαγιάς συμμετέχει στις εκλογές του 1928 ως ανεξάρτητος υποψήφιος και κατά την προεκλογική περίοδο η ομάδα του εμπλέκεται σε βίαια επεισόδια, γι αυτό συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακή. Εκεί γνωρίζονται με μέλη του ΚΚΕ που έχουν συλληφθεί με την διαδικασία του Ιδιώνυμου και προσχωρούν και οι Γιαγιάδες στο κόμμα των Εργατών. Ο Γιάννης αρθρογραφεί στον “Ριζοσπάστη” και στις εκλογές του 1933 είναι υποψήφιος του ΚΚΕ στην Σάμο. Για τη κομμουνιστική του δράση όμως συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως το 1935 και εξερχόμενος από τη φυλακή συμπορεύεται πάλι με τους βασιλόφρονες προτρέποντας του Σαμιώτες να στηρίξουν τον Βασιλιά στο τότε δημοψήφισμα.
Στην κατοχή τάχθηκαν ενάντια στο ΕΑΜ και μεταπολεμικά πρωτοστάτησαν στις διώξεις και τους βασανισμούς των αντιστασιακών της Σάμου».
Στη δεύτερη πλευρά το ¨Λειβαδιά αλά Μωραΐτα¨ ένα κλέφτικο που αναφέρεται στα χρόνια τα παλιά (πιθανότατα να σχετίζεται με του Γιαγάδες) και το οποίο τραγουδήθηκε από τον Ρούκουνα με τους ίδιους στίχους και ως ζεϊμπέκικο.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

564. DORE K-77 ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΣΤΑΘΗΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ- ΚΑΡΚΑΝΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ- ΖΟΥΜΠΑΣ ΤΑΣΟΣ- ΜΠΑΜΠΑ ΑΛΙΚΗ 1964

Κάβουρας Στάθης- Βασιλόπουλος Θανάσης- Καρκανάκης Χρήστος- Ζούμπας Τάσος- Μπάμπα Αλίκη DORE K-77 Στου Παρνασσού τα έλατα (Τσάμικο) - Δυο φιλιά να σου ζητήσω 1964- 45rpm- 7''
 
«Ο Στάθης Κάβουρας γεννήθηκε το 1932 στο Δροσοχώρι (Kολοβάτα) Φωκίδος. O παππούς του είχε σκοτωθεί στα Γιαννιτσά το 1912 στον Eλληνοβουλγαρικό Πόλεμο και έτσι ο πατέρας του έμεινε ορφανός από δύο ετών. Σαν να μην έφθανε αυτό, ο πόλεμος του ’40 έκανε ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα για την οικογένειά του, αφού ένα βλήμα όλμου σκότωσε τον 13χρονο αδελφό του Στάθη, τον Γιάννη. Λίγο καιρό πριν είχε πεθάνει και ένα άλλο του  αδελφάκι. Το χωριό του ήταν καμένο από τους Γερμανούς και λεηλατημένο από τους Tαγματασφαλίτες και τους Kλέφτες, γι’ αυτό ο πατέρας του, Mήτσος Kάβουρας, με την ίδρυση του EAM ήταν από τους πρώτους που το ακολούθησε, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί το 1946, χωρίς καμία κατηγορία, σε 20 χρόνια φυλακή και να οδηγηθεί στα Γιούρα και σ’ όλες τις φυλακές της Eλλάδας έως το 1957, για να συλληφθεί ξανά επί Xούντας και να φυλακιστεί έως το 1968.
Έτσι, ο μικρός Στάθης ανέλαβε την υποχρέωση να μεγαλώσει τα πέντε ακόμη μικρά του αδέλφια, τη δύσκολη εποχή του πολέμου και σ’ ένα χωριό εγκαταλειμμένο από την πολιτεία (επειδή είχε πολλούς αντάρτες), χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο, δρόμους και κυρίως σχολείο. Ένα διάστημα μάλιστα (περίπου το 1947) είχε δοθεί διαταγή να εκτοπισθεί το χωριό μ’ αποτέλεσμα οι λιγοστοί και ταλαιπωρημένοι κάτοικοί του να μείνουν άστεγοι, χωρίς κτήματα, χωρίς ζώα κ.λπ.
Τον πατέρα του από την σύλληψή του το 1946 τον ξαναείδε για πρώτη φορά το 1951 στην Αθήνα, στο Στρατοδικείο, που τον είχαν φέρει για την αναθεώρηση της δίκης του, στην οποία δεν δήλωσε μετάνοια και ξαναστάλθηκε για επτά ακόμη χρόνια στις φυλακές. Και δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες, που αντιμετώπισε η οικογένεια του Kάβουρα, αλλά και ο συνεχής διωγμός και κατατρεγμός. Σε δουλειά δεν τον έπαιρναν, διότι ήταν “γιος αριστερού”, γι’ αυτό μεγάλωσε ως τσοπανάκος σε κάποια στάνη με μισθό… μια κατσίκα το μήνα. Έτσι έφτιαξε τη δική του στάνη και έζησε τα πέντε του μικρά αδελφάκια.
Το πρώτο του ξεκίνημα ως τραγουδιστής το έκανε στο στρατό, που είχε δημιουργήσει μαζί με άλλους φαντάρους μια μικρή κομπανία. O ίδιος έπαιζε λίγο βιολί και κιθάρα. Το 1953 ο λοχίας του τον πρότεινε να τραγουδήσει στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, που ήταν τότε στην οδό Zαλοκώστα. Τον συνόδευσαν, ο Nίκος Kαρατάσος (σαντούρι), ο Xάρης Aθανασιάδης (βιολί) και ο Mήτσος Tσακίρης (κιθάρα). Απολυόμενος από φαντάρος ανέλαβε πάλι τα βάρη της οικογένειάς του (καθώς ο πατέρας του ήταν ακόμη στη φυλακή) και παράλληλα πήγαινε μαζί  μ’ άλλους μουσικούς της περιοχής του σε γάμους και πανηγύρια. Παιδεύτηκε γύρω στα πέντε-έξι χρόνια δουλεύοντας παράλληλα στα χωράφια και στα κοπάδια, ώσπου έκανε όνομα και τον έπαιρναν τακτικά σε δουλειές.
Εν τω μεταξύ, ο Θανάσης Πλατανιάς (τραγουδιστής-κιθαρίστας από τη Λαμία) τον είχε πείσει να αφήσει το βιολί και να παίξει κιθάρα για να τραγουδάει κιόλας, διότι τον έβλεπε ότι είχε μέλλον. Έτσι λοιπόν γνωρίστηκε ως κιθαρίστας-τραγουδιστής σ’ όλη την επαρχία ως την Πελοπόννησο. Το 1957 όμως, που βγήκε ο πατέρας του από τη φυλακή και ανέλαβε το σπιτικό, ο Στάθης -παντρεμένος ήδη και με δύο μωρά- αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα. Γράφτηκε στο Σωματείο Μουσικών “H Αλληλοβοήθεια” και αφού πέρασε από ακρόαση πήρε την επαγγελματική ταυτότητα του μουσικού.
Από δουλειές δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα, καθώς είχε και μια οικογένεια να αναθρέψει. Σιγά-σιγά με κόπους και στερήσεις “δικτυώθηκε” με τους μουσικούς της Αθήνας και έβρισκε συνέχεια δουλειά.
Εν τω μεταξύ, ξανασυνάντησε ύστερα από χρόνια τον Tάσο Xαλκιά, που είχε γνωρίσει στην Αθήνα, όταν ήταν φαντάρος, ο οποίος Xαλκιάς τον είχε πάει τότε στην “Columbia” και του είχε κάνει και ένα μικρό δισκάκι με τα τραγούδια “T’ Aνδρούτσου η μάνα χαίρεται” και “Mού ‘πανε τα γιούλια”, επαναγραμμοφώνησαν μερικά τραγούδια, γιατί εκκρεμούσε το συμβόλαιο που είχε με την “Columbia”. Έτσι, σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται επώνυμος και στο αθηναϊκό κοινό. Ας σημειωθεί ότι οι Xαλκιάδες και ειδικά ο Tάσος -αυτός ο εξαίρετος άνθρωπος- είχαν συμπαθήσει ιδιαίτερα τον Kάβουρα, καθότι ήταν πολύ δημοκράτες και τον πονούσαν που είχε πατέρα πολιτικό κρατούμενο.
Λυτά είναι τα πρώτα βήματα του τραγουδιστή Στάθη Kάβουρα στην Αθήνα που περνούσε τη δεύτερή του “Οδύσσεια” μέχρι που μ’ ένα μικρό δισκάκι της εταιρείας “Dore” βρήκε το δρόμο του και “απογειώθηκε”. Το μικρό δισκάκι που καθιέρωσε τον Kάβουρα ως τραγουδιστή είχε τα τσάμικα “Στυλιανή” και “Στου Παρνασσού τα έλατα”, που “άγγιξαν” το πανελλήνιο. Λίγο αργότερα με την “Columbia” είπε τα τραγούδια: “Εγώ καλά ήμουν στο χωριό”, “Γυναίκα βγάλε μου το γκρα”, “Γιαννούλα μου ξημέρωσε”, “Kίτρο λεμονιά” κ.ά. και κατέστη πλέον ασυναγώνιστος στο είδος για δύο δεκαετίες, ώσπου το δημοτικό τραγούδι άρχισε να παρακμάζει για όλους.
Μετά από αυτά τα τραγούδια, με το τραγούδι του Nώντα Γκυζιώτη “Eίδα ένα γέρο πού ‘κλαιγε” συγκλόνισε όλο τον ελληνισμό του κόσμου.
O Kάβουρας είχε γίνει πλέον ο εμπορικότερος και ο πιο επώνυμος τραγουδιστής. Τον αποδέχτηκαν οι πάντες και πέρασαν να τον ακούσουν όλοι οι τραγουδιστές και όλοι οι μουσικοί της Ελλάδας. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε στον “Έλατο”, το “Bελούχι”, την “Iτιά” και στο “Eλληνικό Xωριό”, έως το 1968, που έφτιαξε στην οδό Θεμιστοκλέους δικό του μαγαζί την ταβέρνα “Kάβουρας”….»
Περισσότερες πληροφορίες για τον Στάθη Κάβουρα στην ανάρτηση 428 και στην πτυχιακή που θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Στάθη Κάβουρα είναι ο Θανάσης Βασιλόπουλος στο κλαρίνο, ο Χρήστος Καρκανάκης στο βιολί, ο Τάσος Ζούμπας και η Αλίκη Μπάμπα. Πληροφορίες για τους παραπάνω καλλιτέχνες δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

563. PARLOPHONE B 74300 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ & ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1956

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) PARLOPHONE B 74300 Χωρίς εσένα η ζωή (Συρτός Μεσσαρίτικος) - Κρητικοπούλα (Κρητικό) 1956- 78rpm- 10''
 
Φαντάστηκα τον ουρανό, δίχως αστέρι ουτ’ ένα
μα δε φαντάστηκα ποτέ,  ζωή χωρίς εσένα
Χωρίς εσένα η ζωή, θα φύγει να μ’ αφήσει
και το κορμί στη μαύρη γη, θα λιώσει θα σκορπίσει.
Με την παραπάνω μαντινάδα ξεκινάει ο σημερινός γραμμοφωνικός δίσκος και απορώ πως δεν έχουν συμπεριλάβει και τα δύο τραγούδια, του δίσκου, σε συλλογή του Θανάση Σκορδαλού. Στη δεύτερη πλευρά η ¨Κρητικοπούλα¨ σε πρώτη εκτέλεση με Μαρκογιάννη και Μαρκοβαγγέλη γιατί ακολούθησε η ¨Κρητικοπούλα¨ σε κρητικοκαλαματιανό με τον Καλλέργη (βλέπε ανάρτηση 184), η ¨Κρητικοπούλα όμορφη¨ σε δίσκο Columbia (που θα αναρτηθεί στο μέλλον) και το ¨Κρητικοπούλα χόρεψε¨ μια φοβερή σούστα σε δίσκο LP της Fidelity (που θα αναρτηθεί όταν πια τελειώσουν τα 45άρια και τα 78άρια). Έχει και μια πορτοκαλιά, η σημερινή Κρητικοπούλα του δίσκου, που δεν την έχει άλλη.
Όσον αφορά τον δίσκο, πρωτοκυκλοφόρησε με κόκκινες ετικέτες και ακολούθησαν οι λευκές. Βιογραφικά στοιχεία σε παλαιότερες αναρτήσεις. Σύντομο βιογραφικό παρακάτω.
«O Θανάσης Σκορδαλός, ο μεγάλος «δάσκαλος» της Κρητικής μουσικής γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1920, στο Σπήλι του Αγ. Βασιλείου Ρεθύμνου και πέθανε στις 22 Απρίλη του 1998.
Έπιασε πρώτη φορά λύρα στα χέρια του σε ηλικία 9 ετών και ήταν αυτοδίδακτος. Δώδεκα χρονών έπαιξε για πρώτη φορά σε γλέντι στο Χαμαλεύρι Ρεθύμνου, ενώ εφτά χρόνια μετά, στα δεκαεννιά του, έκανε την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στον Αποκριάτικο χορό των Κρητών της Αθήνας, στο ιστορικό Βυζάντιον της Ομόνοιας. Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίστηκε το 1946, με το περίφημο «Σπηλιανό Συρτό» και με συνεργάτη του το μεγάλο λαουτιέρη Γιάννη Μαρκογιαννάκη (Μαρκογιάννη), ο οποίος τον συνόδευε συνεχώς από το ξεκίνημά του στα 1939, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ‘50.
Με απαράμιλλη τεχνική, γνώση του ρυθμού και σπάνια εκφραστική λιτότητα, ο Θανάσης Σκορδαλός άνοιξε καθαρούς και ευανάγνωστους δρόμους, που έμελλε πολλοί να ακολουθήσουν στη συνέχεια.
Ένα μεγάλο κομμάτι της καριέρας του, ο Θανάσης Σκορδαλός το αφιέρωσε πραγματοποιώντας καλλιτεχνικές εμφανίσεις στους απανταχού Κρήτες της Αμερικής, της Αυστραλίας, του Καναδά και της Αφρικής.
Το 1947, όταν ο Θανάσης Σκορδαλός ήταν 27 ετών, τον άκουσε για πρώτη φορά ο τότε πρόεδρος του κόμματος των Φιλελευθέρων, Σοφοκλής Βενιζέλος, ο οποίος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που σε χρόνο ρεκόρ τον διόρισε υπάλληλο στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Τράπεζας Ελλάδος, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε αργότερα.
Ο Θανάσης Σκορδαλός υπηρέτησε για 60 ολόκληρα χρόνια την Κρητική μουσική κι έφυγε από τη ζωή στις 23 Απριλίου 1998 σε ηλικία 78 ετών.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

562. ODEON DSOG 2944 ΚΛΑΔΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ- ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ 1963

Κλάδος Λεωνίδας- Μανιαδάκης (Μανιάς) Νίκος ODEON DSOG 2944 Σγουρό βασιλικάκι μου - Πληγή στα φύλλα της καρδιάς (Συρτός) 1963- 45rpm- 7''
Κλάδος με Μανιά στο σημερινό δισκάκι. Στο τραγούδι και το λαούτο ο Νίκος Μανιαδάκης (Μανιάς) ενώ στη λύρα ο Λεωνίδας Κλάδος. Οι στίχοι είναι του Κλάδου. Το ¨Σγουρό βασιλικάκι μου¨ πρωτοτραγουδήθηκε από τον Μανιά αλλά σε LP δίσκο μπήκε πολύ αργότερα, όταν ο Κλάδος συνεργάστηκε με τον Μανώλη Κακλή και δισκογράφησαν τα ¨Κρητικά¨. Νομίζω ο Κλάδος σωστά άφησε τον Μανιά στο τραγούδι (στο σημερινό 45άρι) γιατί η φωνή του είναι καλύτερη.
«Ο Λεωνίδας Κλάδος (βλέπε αναρτήσεις 5, 146, 272 και 435) γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1925 στα Πλατάνια Αμαρίου. Ήταν γιος του Δημήτρη Κλάδου κτηνοτρόφου από τα Λειβάδια Μυλοποτάμου. Μητέρα του ήταν η Χρυσή Ανδρέου Λίτινα. Έμειναν και έζησαν στα Πλατάνια αποκτώντας 8 παιδιά εκ των οποίων το δεύτερο ήταν ο Λεωνίδας.
Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Πλατανίων, αλλά λόγω έλλειψης δασκάλου παρακολούθησε μαθήματα και σε άλλα δημοτικά της γύρω περιοχής μεταξύ αυτών και αυτό του Μοναστηρακίου. Ήταν εξαίρετος μαθητής, λόγω όμως οικονομικών δυσχερειών δεν προχώρησε στα γράμματα. Οι γονείς του τον προέτρεψαν και πήγε να μάθει την τέχνη του τσαγκάρη στο Βυζάρι στου Κούνουπα του Στεφανή, όπου πηγαινοερχόταν για τρία χρόνια.
Σαν παιδί βοηθούσε στην εκκλησία και ήταν δίπλα στον παππού του, ο οποίος διέκρινε από πολύ νωρίς τις μουσικές και φωνητικές ικανότητες του Λεωνίδα και τον προώθησε στο ψαλτήρι. Έτσι λοιπόν η εκκλησία υπήρξε ένα από τα πρώτα του βιώματα, όσον αφορά το χώρο της μουσικής. Ένας άλλος μεγάλος δάσκαλος στη μουσική για το Λεωνίδα ήταν ο θρυλικός Κουρούπης από το γειτονικό Μέρωνα που τον βοήθησε στα πρώτα του βήματα.
Το 1941, όταν κατέκτησαν οι Γερμανοί την Κρήτη, τον βρίσκει με πολλές άλλες οικογένειες στις σπηλιές του Ψηλορείτη. Εκεί ο θείος του Μανώλης Λίτινας ασχολείται με διάφορα ξυλόγλυπτα και μεταξύ αυτών φτιάχνει και μία λύρα από ασφένταμο. Τα παιδιά την περιεργαζόταν και την άφηναν, όμως ο Λεωνίδας ανυπομονούσε να ακούσει τους πρώτους ήχους: “Σε 17 ημέρες έμαθα να κουρδίζω και σε 28 ακούστηκαν οι πρώτοι σκοποί στις κορυφές του Ψηλορείτη. Έπαιζα και τραγουδούσα συνέχεια”
Κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής έβλεπε τα πρόβατα και έπαιζε και λύρα στα χωριά της περιοχής, ενώ στον Οψιγιά στο καφενείο Πικαντίλι, διασκέδαζαν τακτικά πολλοί μερακλήδες και χορευτές της επαρχίας που με την παρακίνηση τους έγινε σήμερα επώνυμος καλλιτέχνης.
Στα πρώτα του βήματα σημαντικό ρόλο έπαιζαν οι λυράρηδες της περιοχής ιδιαιτέρως ο Κουρούπης από το Μέρωνα και ο Καπαρός ο Λευτέρης από το Άνω Μέρος οι οποίοι κατά τον Κλάδο έπαιζαν σωστά και μελετημένα. Παράλληλα στο χώρο της Κρητικής μουσικής έκανε τα πρώτα του βήματα και ένας άλλος μεγάλος Αμαριώτης καλλιτέχνης ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης. Συχνά βρισκόντουσαν στον Οψυγιά οπού μαζί “τελειοποιούσαν” το παίξιμο τους γι’ αυτό και παρατηρεί κανείς κοινά στοιχεία.
Παρά την αντίδραση των γονιών του να γίνει επαγγελματίας λυράρης εκείνος είχε ήδη πάρει το βάπτισμα, τίποτα δεν μπορούσε να τον σταματήσει από τη λύρα του. Όπου γλέντι, γάμος, βαπτίσεις νάσου και ο Λεωνίδας να μαγεύει τους πάντες με τις κοντυλιές του. Από το 1945 έως το 1947 παίζει στο Ρέθυμνο κάθε βράδυ στο ζαχαροπλαστείο του Κλαψινού, όπου προωθείται από το πασίγνωστο λαγουτιέρη Μπαξεβάνη και πλέον γίνεται γνωστός σε όλο το νομό.
Το 1947 κατατάσσεται στο στρατό, όπου υπηρετεί για 29 μήνες. Επιστρέφοντας συνεχίζει και συνεργάζεται πάντα με κορυφαίους λαγουτιέρηδες Μαρκογιαννάκη, Κοτσιφό, Παχουντάκη, αλλά και τον Στέλιο Φουσταλιέρη. Ταυτόχρονα γνωρίζεται με τους κορυφαίους λυράρηδες Λαγό, Καρεκλά, Σκορδαλό, Καλογρίδη.
Η φήμη του γρήγορα ξεπερνά τα όρια του νομού. Το Φεβρουάριο του 1951 βρίσκεται στη Μεσσαρά, όπου γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό και αγάπη στις διάφορες εκδηλώσεις της περιοχής. Συχνά έπαιζε στο καφενείο του Μιχάλη Τζωρτζάκη στη πλατεία των Μοιρών, όπου γνωρίστηκε με την κόρη του την Κλειώ. Παντρεύονται το 1953 και αποκτούν 2 γιούς και 2 κόρες. Σήμερα έχουν 8 εγγόνια. Από τη χρονική περίοδο αυτή γίνεται μόνιμος κάτοικος Μοιρών, όπου ο κόσμος τον αγκαλιάζει ως γνήσιο Μεσσαρίτη και ο ίδιος ανταποκρίνεται.
Το 1957 δημιούργησε το πρώτο του έργο στίχοι, μουσική, εκτέλεση δική του, το συρτό “Όταν κοιμάται ο δυστυχής”. Από το 1961 διακόπτει την καλλιτεχνική του ενασχόληση για λόγους υγείας. Ύστερα από επίμονη παρότρυνση φίλων ξαναρχίζει να παίζει και ταυτόχρονα επιστρέφει στις ζωντανές εμφανίσεις και δισκογραφία.
Μεγάλες στιγμές δισκογραφικά οι συνεργασίες του με τον Μανιά, Κακλή, Κρασαδάκη, Σκουλά, Σταματογιαννάκη, Αγγελάκη όλοι τους μεγάλες φωνές.
Στην καλλιτεχνική του πορεία είχε να παρουσιάσει πλούσια δραστηριότητα στην διάρκεια της οποίας προσπάθησε να εξελίξει και να αναπτύξει την τεχνική του με τελικό αποτέλεσμα την δημιουργία της δικιάς του “σχολής” στο παίξιμο της κρητικής λύρας.
Η τεχνική του χαρακτηριζόταν από ποικίλες και γρήγορες εναλλαγές ενώ η ποιότητα του ήχου είχε μια έντονη γλυκύτητα που σε συναρπάζει. Πολλοί λένε σήμερα, ότι με τη λύρα του Κλάδου μερακλώνουν, ενθουσιάζονται, είναι η λύρα που τους αρέσει και τους ταξιδεύει σε κόσμους παραμυθένιους και παραδεισένιους.
Ο Κλάδος ταξίδεψε πολλές φορές στο εξωτερικό και ενθουσιάστηκε με τη διατήρηση της παράδοσης και των εθίμων τη Κρήτης στην ομογένεια. Είχε τιμηθεί πάμπολλες φορές για την προσφορά του από διάφορους δήμους- κοινότητες- συλλόγους. Στη λύρα του βρίσκουν την λεβεντιά, την περηφάνια και το μεγαλείο του Κρητικού λαού.
Επίσης είχε εκλεχτεί αντιδήμαρχος Μοιρών και δύο φορές Δημοτικός Σύμβουλος. Παράλληλα είχε δημιουργήσει βιοτεχνία παγωτών “Λύρα” και εργοστάσιο ζαχαροπλαστικής στις Μοίρες..
Ο Λεωνίδας Κλάδος, έφυγε από τη ζωή στις 12 Νοεμβρίου 2010, σε ηλικία 86 ετών».
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

561. ΝΤΟ-ΡΕ K-18 ΤΖΙΜΑΚΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- ΜΑΥΡΟΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ- ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ 1961

Τζιμάκης (Τσαγκαράκης) Γεώργιος- Μαυροδημητράκης Σταύρος- Αρχόντισσα ΝΤΟ-ΡΕ  K-18 Πορτοκάλια (Τσιριγώτικο συρτό) - Μάνα μου (Ρεθυμνιώτικος συρτός) 1961- 45rpm- 7''
 «Ο Γιώργος Τζαγκαράκης  γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1913 από πατέρα Ρεθεμνιώτη και μητέρα Xανιώτισσα και συγκεκριμένα από το Σέλινο. Δεν θα προλάβει να χαρεί την ξεγνοιασιά της παιδικής του ηλικίας καθώς ο πατέρας του πέθανε νωρίς και ο Γιώργης έπρεπε να δουλέψει για να βοηθήσει τη μάνα του και τις τρείς αδερφές του. Σε ηλικία 9 ετών το 1922, δούλευε σε ένα καφενείο, δίπλα στη Χωροφυλακή Ρεθύμνης σερβίροντας καφέδες. Στο καφενείο αυτό σύχναζαν παρέες που έπαιζαν μαντολίνο και τραγουδούσαν. Εκεί θα πάρει τα πρώτα του ερεθίσματα για να ασχοληθεί μετέπειτα με την μουσική και το τραγούδι.
Με τις οικονομίες που μάζεψε από την δουλεία του στο καφενείο απέκτησε το πρώτο του όργανο, ένα μαντολίνο που το διάλεξε μαζί με τον παιδικό του φίλο Ανδρέα Ροδινό. Κάποιος Καραμπέτης που ζούσε στο Ρέθυμνο και έπαιζε ούτι, θα τον βοηθήσει να κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα. Ο Τζιμάκης παρόλα αυτά ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, όχι μόνο στο μαντολίνο, αλλά και σε όλα τα άλλα όργανα με τα οποία ασχολήθηκε στην ζωή του. Στα 14 του χρόνια το 1927, όχι μόνο έπαιζε πολύ καλά μαντολίνο, αλλά κάνει και μαθήματα σε άλλους νεαρούς του Ρεθύμνου. Σ' αυτή την ηλικία, "με κοντά παντελονάκια" όπως λέει ο ίδιος, παίζει σε γάμους και πανηγύρια, πότε μόνος του με το μαντολίνο και πότε με το νεαρό τότε λυράρη Αντώνη Παπαδάκη (Καρεκλά). Σε ηλικία 16 ετών το 1929, γνωρίζει στο Ηράκλειο τον μεγάλο βιολάτορα της Ανατολικής Κρήτης, Στρατή Καλογερίδη και μάλιστα θα τον συνοδεύσει μερικές φορές με το μαντολίνο. Ο Καλογερίδης εντυπωσιάζεται από το παίξιμο του Τζιμάκη και τον παρακινεί να συνεχίσει με το ίδιο ζήλο.
Ο Γιώργης Τζιμάκης παρέμεινε ακμαίος και πνευματικά διαυγής μέχρι το τέλος της ζωής του. Έπαιζε, χόρευε και τραγουδούσε με το ίδιο κέφι, υπηρετώντας με το ίδιο πάθος την μουσική μας Παράδοση. Του οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ για τα πάρα πολλά χρόνια αδιάκοπης προσφοράς του στην Κρητική Μουσική Παράδοση. O πραγματικά αξιόλογος αυτός άνθρωπος και μουσικός έφυγε από την ζωή το 2004 σε ηλικία 91 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι στο λαούτο ο Σταύρος Μαυροδημητράκης (βλέπε και αναρτήσεις 30, 43, 106, 254, 260, 330, 352, 372, 506 και 546). Παραπάνω μια φωτογραφία από το αρχείο του ¨Μουσική παράδοση Κρήτης¨ που απεικονίζει το Τζιμάκη με τον Μαυροδημητράκη. Στο τραγούδι η Αρχόντισσα. Πληροφορίες για την Αρχόντισσα δεν κατάφερα να βρω. Συμμετείχε σε πέντε τραγούδια, όλα με τον Τζιμάκη και όλα στην εταιρία Ντό-Ρέ (σε τέσσερα 45άρια Κ-16,17,18,19). Υποθετικά, αρχόντισσα στην Κρήτη προσφωνούν την πρώτη κυρία του σπιτιού, οπότε με κάθε επιφύλαξη ίσως να συνοδεύει τον Τζιμάκη η γυναίκα του.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).