¨Βάλε στη ρόκα του σεβντά τσ' αγάπης το λινάρι κι ορδίνιασε στ' αρδάχτι σου σφεντύλι κι αγγινάρι¨
Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025
523. ODEON GA 1692 ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΑΛΕΚΟΣ 1933
Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025
522. PARLOPHONE GDSP 3287 ΜΑΝΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ ΡΟΔΑΜΑΝΘΟΣ 1968
Μανιάς (Μανιαδάκης) Νίκος- Ανδρουλάκης Ροδάμανθος (Ραδάμανθης) PARLOPHONE GDSP 3287 Σαν ναυαγήσει ο ναυαγός - Κοντυλιές 1968- 45rpm- 7''
«Ο Νίκος Μανιάς (κανονικό επώνυμο Μανιαδάκης) γεννήθηκε το 1931 στην Επισκοπή Ρεθύμνου.Τελευταίο παιδί μιας επταμελούς οικογένειας με μουσική παράδοση, παίρνει στα 16 του χρόνια το 1947, δώρο από έναν θείο του μια λύρα, την οποία όμως παράτησε σύντομα για χάρη του λαούτου. Την λύρα του την είχε αποκτήσει από τον Μανώλη Σταγάκη στο Ρέθυμνο, αλλά έπειτα από παρακίνηση του λυράρη Κυριάκου Μαυράκη από τη γειτονική Φυλακή Αποκορώνου, πήγε στα Χανιά από όπου με 700 δρχ απέκτησε το πρώτο του λαούτο.
Με πρότυπο του τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη και με την κληρονομιά του περιβόητου συντοπίτη του θρύλου-λαγουτιέρη Σταύρου Ψυλλάκη ή Ψύλλου (ο πιο παλιός καταγεγραμμένος Ρεθεμνιώτης λαγουτιέρης του 20ου αιώνα), ο Νίκος Μανιάς ξεκίνησε την καριέρα του.
Την πρώτη του δημόσια εμφάνιση την κάνει σε ηλικία 16 ετών σε γάμο στην Επισκοπή, πλάι στον Κυριάκο Μαυράκη. Η πρώτη δισκογραφική δουλειά κυκλοφορεί το 1958 σε δίσκο 78 στροφών με τον Κώστα Μουντάκη (“Σαν το ζητιάνο έρχομαι”), μια συνεργασία που στην πορεία της απέφερε μερικά από τα πιο κλασσικά κομμάτια στην ιστορία της Κρητικής μουσικής.
Ο Νίκος Μανιάς συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της Κρητικής μουσικής, όπως τον Θανάση Σκορδαλό, το Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, το συντοπίτη του Μανώλη Κακλή, το Γιώργο Καλομοίρη, το Νίκο Σωπασή, το Βασίλη Σκουλά, το Γεράσιμο Σταματογιαννάκη, το Νίκο Τσαγκαράκη, το Γιάννη Σκαλίδη, κ.α., αλλά και με καλλιτέχνες από τη νεότερη γενιά όπως το Στέλιο Σταματογιαννάκη, το Χρήστο Στιβακτάκη, τους αδερφούς Φραγκιαδάκη, το Νίκο Ζωιδάκη, τον Κώστα Βερδινάκη.
Ερμήνευσε επίσης με ανεπανάληπτο τρόπο, σειρά κρητικών τραγουδιών, στο ύφος των λεγόμενων “αστικών” (βλ. ρεπερτόριο Φουσταλιέρη), που αποτέλεσαν σταθμό στην ιστορία της μουσικής της Κρήτης, όπως το “Αμέτεμε στην εκκλησιά”, “Πες μου και γιάιντα τη χτυπάς”, και άλλα συνθέσεις κυρίως του Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη.
Μεράκι και σεβασμός χαρακτήριζαν τον “άρχοντα”, το “αηδόνι” της Κρήτης, όπως κατά καιρούς είχε χαρακτηριστεί ο Νίκος Μανιάς.
Ο Νίκος Μανιάς έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαΐου 2012.»
«Ο Ροδάμανθος Ανδρουλάκης, γεννήθηκε το 1933 στον Οψυγιά Αμαρίου του νομού Ρεθύμνου και τα πρώτα του ακούσματα στη μουσική τα απέκτησε από το συγχωριανό του Στέλιο Κουτάκη, έναν υπέροχο λυράρη που χάθηκε πρόωρα στην περίοδο της κατοχής από πνευμονία. Το πρώτο του μουσικό όργανο ήταν ένας χοχλιός με τον οποίο έπαιζε τη λεγόμενη «μπουκόλυρα» (είχε πάρει ένα κέλυφος από χοχλιό και φυσούσε μέσα βγάζοντας ήχους που θύμιζαν λύρα): «αφού να σκεφτείτε έπιανα ένα χοχλιό, του άνοιγα μια τρύπα, έβανα μια σκέπη από τη ρογαλίδα (ρογαλίδα=αράχνη) κι έκανα μπουκόλυρα μιας κι έβγαζε τόσο ωραίο ήχο που μου δημιουργούσε την επιθυμία να παίζω.
Έπαιζα, λοιπόν, όλους τους σκοπούς με τη μπουκόλυρα από το χοχλιό στα παρτάκια που έκαναν οι νεαροί και οι κοπελιές του χωριού μου, πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Ήμουν, λοιπόν, ο λυράρης με τη μπουκόλυρα. Έτσι με φώναζαν… Παράλληλα όμως με αυτή την ιδιόρρυθμη λύρα έκανα προσπάθειες να μάθω και την κανονική λύρα. ‘Ήταν η εποχή που είχε κυκλοφορήσει το «Μόνο εκείνος π΄ αγαπά μπορεί να το πιστέψει» του Σκορδαλού. Μόλις το άκουσα, ετρελάθηκα…»
Από μικρός λοιπόν, ασχολήθηκε με τη λύρα και δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τα έντεκα όταν πρωτόπαιξε σε γάμο. Το βασικό του επάγγελμα ήταν ράφτης και μάλιστα για μια δεκαετία (1955-1965) το ραφείο του τον κράτησε μακριά από τα γλέντια.
Το 1965 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, τον οποίο διαδέχτηκαν πολλοί με δικές του συνθέσεις αλλά και παραδοσιακά κομμάτια. Έχει σημαντική δισκογραφική παρουσία με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1970 και τη συνεργασία του με το Μανώλη Κακλή και την ιδιαίτερα γόνιμη συνεργασία τους. Συνεργάστηκε επίσης με το Νίκο Μανιά, το Στέφανο Αναστασάκη, το Μανούσο Πανταγιά, το Χρήστο Φουρναράκη, τον Γιώργο Κουκάκη, τον Ηλία Σαββάκη, το Μιχάλη Πετσάκη, κ.ά. Από το 1971 μέχρι σήμερα ασχολείται αποκλειστικά με τη λύρα, συντροφιά πλέον με το γιο του Κώστα στο λαούτο.
Ο Ροδάμανθος όπως τον ήξερε όλη η Κρήτη, που μέχρι πρόσφατα δίδασκε σε νέα παιδιά την τέχνη του, «έφυγε» τα ξημερώματα της Κυριακής 8 Αυγούστου 2010 σε ηλικία 77 ετών.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
Τετάρτη 6 Αυγούστου 2025
521. GENERAL GRAMOPHONE GGR 1017 ΠΕΡΙΣΤΕΡΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ- ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ 1976
Όσα και να πει κανένας για αυτό το μαγαζί θα είναι λίγα. Τα ατελείωτα γλέντια με τη λύρα του Αντώνη πρώτα και αργότερα του Μανώλη, τα παραδοσιακά πιάτα της κυρίας Μαρίας, τις Πέμπτες με το ΚΕΛΑΡΙΚΟ. Τελειωμό δεν έχουν οι όμορφες αναμνήσεις από το Κάστρο των Περιστέρηδων και της παράδοσης.
Επτά μήνες αργότερα, 7 Ιουλίου του 2006, έσμιγαν Αντώνης και Μανώλης.»
Τα τελευταία χρόνια επέστρεψε στο χωριό του, την Κουκουναρά όπου έπαιξε σε αρκετά γλέντια με διάφορους συνεργάτες και δίδαξε την τέχνη του λαγούτο σε πολλά νέα παιδιά της περιοχής.»
Κυριακή 3 Αυγούστου 2025
520. RCA VICTOR 47g 2246 ΛΗΤΟΥ ΣΤΕΛΛΑ- ΜΑΣΤΟΡΑΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ 1962
Πέμπτη 31 Ιουλίου 2025
519. COLUMBIA 56189-F (E-5265) ΠΑΠΑΓΚΙΚΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ- ΡΕΛΛΙΑΣ ΝΙΚΟΣ- ΣΙΦΝΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ 1922
Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025
518. HIS MASTER'S VOICE AO 1087 ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1936
Μια μέρα μάλιστα, αφηγούνται οι συμμαθητές του στο Δημοτικό, που έλειπε ο πατέρας του από τα Περβόλια, τους μάζεψε σε κάποια γωνιά περβολιανής αλάνας και τους έπαιξε το Θούριο του Ελευθερίου Βενιζέλου «Βενιζέλε μας πατέρα της Ελλάδας...», το οποίο ήταν απαγορευμένο, γιατί βρισκόμασταν προφανώς λίγο μετά το 1920.
Αν αξιολογηθούν τα παραπάνω, όπως και η μετέπειτα πορεία του Μανόλη Λαγού, δεν αποτελεί υπερβολή να καταγράψουμε ότι ο εξαίρετος λαϊκός καλλιτέχνης ερωτεύθηκε από τα παιδικά του χρόνια τη λύρα με ένα παθολογικό έρωτα, από τον οποίο δεν λυτρώθηκε ως το τέλος της ζωής του. Αυτός ο έρωτας ήταν η αφορμή που δεν προχώρησε στα γράμματα ούτε έμαθε ποτέ καμία τέχνη. Ακόμη και η επιλογή του να καταταγεί στη Χωροφυλακή –την οποία υπηρέτησε για λίγα χρόνια– έγινε ακριβώς επειδή θα είχε ελεύθερο χρόνο να παίζει λύρα.
Η «ερασιτεχνική» του ενασχόληση με τη λύρα τον οδήγησε κατά καιρούς σε διάφορα άλλα επαγγέλματα. Έτσι τον βρίσκουμε, μετά την Κατοχή και μέχρι το 1954, να ασχολείται με την αλιεία, διατηρώντας ένα μικρό «στόλο» από καΐκια και τράτες.
Το 1954, ύστερα από επιμονή των φίλων του, πείθεται και ανοίγει στα Περβόλια μια οικογενειακή ταβέρνα, που κατά τη δεκαετία 1954-1964 άφησε εποχή. Εκεί μαζεύονταν οι φίλοι του από κάθε μεριά της Κρήτης και για χάρη τους έπαιζε λύρα σε γλέντια που, πολλές φορές, κρατούσαν χωρίς διακοπή δυο και τρεις μέρες! Η ταβέρνα όμως δεν φτούρησε επαγγελματικά, γιατί είχε πάντοτε το νου του στη λύρα. Ήξερε ότι οι φίλοι του και πελάτες του πήγαιναν για ν’ ακούσουν τις δοξαριές του κι αυτό του χάριζε ιδιαίτερη ικανοποίηση. Έπιανε λοιπόν το λυράκι του και του έδινε να καταλάβει χωρίς ποτέ να τον ενδιαφέρει αν το όμορφο αυτό πάθος του το πλήρωνε την επόμενη με άδειο το συρτάρι που είχε στο «τεζάκι» του.
Και μη σκεφτείτε ποτέ ότι μπορεί να μην εισέπραττε το μαγαζί αλλά στοιβάζονταν τα χαρτονομίσματα στα γόνατα και στα πόδια του. Τα χρήματα τον πρόσβαλλαν. Ένιωθε να τραυματίζουν το καλλιτεχνικό του μεράκι και την προσωπική του αξιοπρέπεια. Οι Περβολιανοί και όσοι τον γνώριζαν λένε ότι όποιος άλλος στη θέση του θα είχε θησαυρίσει από τον κόσμο που πήγαινε στην ταβέρνα του για να τον ακούσει. Εκείνος όμως ξεκίνησε φτωχός την καθυστερημένη επαγγελματική του σταδιοδρομία και τα κατάφερε να τερματίσει το ίδιο φτωχός, αλλά με αξιοπρέπεια και αρχοντιά.
Στη δισκογραφία ο Μανόλης Λαγός εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1936, με τελευταία ηχογράφησή του γύρω στο 1955. Το δισκογραφικό του έργο δεν είναι μεγάλο σε έκταση, αλλά είναι τεράστιο σε ποιότητα και λάμψη. Από τις πιο χαρακτηριστικές μελωδίες (σημερινός δίσκος) του είναι εκείνη που είναι αφιερωμένη στο συνοικισμό του:
και με το περιγιάλι σου και με τσι κοπελιές σου.
Οι παλιοί Περβολιανοί θυμούνται συχνά το χωριανό τους καλλιτέχνη να κλείνεται πολλά βράδια με τον Μπαξεβάνη στην ταβέρνα και να παίζουν μόνο για τους εαυτούς τους, για να θρέψουν τους καλλιτεχνικούς δαίμονες –έτσι έλεγαν– που φώλιαζαν μέσα τους. Ακόμη, ο Λαγός έβαζε ένα χτένι στις χορδές της λύρας του, γιατί πίστευε ότι μ’ αυτό χαμηλώνουν οι τόνοι και γίνονται γλυκύτεροι. Όσοι έτυχε ν’ ακούσουν τους δύο καλλιτέχνες σε αυτές τις προσωπικές τους ώρες λένε ότι άκουγαν αγγελικές μελωδίες! Τα τραγούδια του Μανόλη Λαγού που γράφτηκαν με τη συνεργασία του Μπαξεβάνη έμειναν ανεπανάληπτα και κλασικά στην ιστορία της κρητικής μουσικής παράδοσης και ξεχωρίζουν για την άψογη και μερακλίδικη εκτέλεσή τους και την ομορφιά των στίχων τους.
Κάτι ανάλογο συνέβη με την πρόταση που έστειλε πλούσιος ομογενής από την Αμερική στο Μανόλη Λαγό. Τη συνόδευε με ένα πολύ ενδιαφέρον συμβόλαιο. Που μεταφραζόταν σε πολυψήφιο αριθμό δολαρίων. Η απάντηση ήταν όχι• δεν παίζω για τα λεφτά. Μετά το 1964 ο Μανόλης Λαγός εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα και άνοιξε ζαχαροπλαστείο στο Φάληρο. Ήταν παντρεμένος με την Άννα Σταγάκη (την έκλεψε), με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες, που αποκαταστάθηκαν και έμειναν στην Αθήνα. Η κόρη του Φιλίππα, η τρίτη στη σειρά, εξομολογήθηκε με πολλή συγκίνηση:
«Ο πατέρας μου ήταν πάνω απ’ όλα άνθρωπος αξιοπρεπής, αισθηματίας και άρχοντας. Τον λατρεύαμε όλες μας. Ήταν τόσο καλός πατέρας και οικογενειάρχης, που πολλές φορές αναρωτιόμαστε αν υπήρχε δεύτερος! Όμως πιο πολύ από μας αγαπούσε με πάθος τη λύρα του. Σ’ αυτήν αφιέρωνε κάθε ελεύθερο χρόνο του. Μαζί της ήταν κυριολεκτικά ευτυχισμένος, χωρίς όμως να παραμελεί την οικογένειά του... Ο θάνατός του μας συγκλόνισε. Τη μητέρα μου τη συνέτριψε κυριολεκτικά. Να σκεφτείτε ότι μόλις ένα μήνα μετά το φευγιό του δεν άντεξε και πέθανε κι αυτή. Τόσο πολύ της στοίχισε. Έτσι, μέσα σ’ ένα μήνα τους χάσαμε και τους δύο...»
Ο Μανόλης Λαγουδάκης, ο λυράρης, ο μερακλής, πέθανε το Σεπτέμβρη του 1981 στην Αθήνα.»


.jpg)








































.jpg)




