Πέμπτη 21 Απριλίου 2022

181. COLUMBIA D.G. 6746 ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ ΚΟΥΛΑ- ΡΙΤΣΙΑΡΔΗΣ ΙΩΣΗΦ 1948

Νικολαΐδου (Καλαφούτη) Κούλα (Αγγελική-Λέλια)- Ριτσιάρδης Ιωσήφ COLUMBIA D.G. 6746 Κρητικοπούλα μου (Χαμπανέρα) - Η Θυμιούλα η μαυρομάτα 1948- 78rpm- 10''
 
H Κούλα Νικολαΐδου γεννήθηκε το 1918 στη Θεσσαλονίκη. Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο Θηλέων, οι γονείς της, της δήλωσαν ότι δεν επρόκειτο να κάνει βήμα από το σπίτι μέχρις ότου παντρευτεί. Εκείνης όμως της άρεσε πάρα πολύ το θέατρο. Κατάφερνε λοιπόν να τους ξεγελάει και να πηγαίνει να παρακολουθεί διάφορες παραστάσεις. Έτσι της γεννήθηκε ο πόθος να γίνει θεατρίνα. Δεν τολμούσε όμως να το πει στο σπίτι της, γιατί θα την κλείδωναν στο δωμάτιο της.
Γι’ αυτό και εκείνη προτίμησε να το σκάσει από το σπίτι της και να εξαφανισθεί. Μετά από λίγο καιρό έκανε την εμφάνιση της σε ένα θίασο οπερέτας στη Θεσσαλονίκη. Κατόπιν ήρθε στην Αθήνα και προσελήφθη στο θίασο Κυριακού, όπου έπαιξε στη ¨Ζούγκλα¨. Ύστερα, και ενώ δεν είχε συμπληρώσει τα είκοσι της χρόνια, πήγε με το θίασο στην Κύπρο. Εκεί έκανε την εμφάνιση της ως ντιζέζ με μεγάλη επιτυχία, γιατί είχε γλυκιά φωνή. Μετά την επιστροφή της στην Αθήνα συμπράττει στην ¨Μπόμπα¨και θριαμβεύει κάθε βράδυ στη σκηνή. 
Η ηθοποιός και τραγουδίστρια του ελαφρού τραγουδιού Κούλα Νικολαΐδου ανέβηκε στο θεατρικό σανίδι για πρώτη φορά το 1935 και στα πρώτα χρόνια της καριέρας χρησιμοποιούσε το όνομα Λέλια Νικολαΐδου ενώ το πλήρες όνομά της είναι Αγγελική Νικολαΐδου Καλαφούτη. Συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους και έλαβε μέρος σε πολλές επιθεωρήσεις. Συγκρότησε δικούς της θιάσους και περιόδευσε σε διάφορες πόλεις. Ως τραγουδίστρια έγινε πολύ δημοφιλής και πετυχημένη κυρίως την δεκαετία του ΄40. 
Η αδελφή της Μαίρη Νικολαΐδου ήταν και αυτή ηθοποιός και ήταν παντρεμένη με τον σπουδαίο ηθοποιό Κώστα Χατζηχρήστο ενώ ο αδερφός της Κώστας Νικολαΐδης ήταν επιθεωρησιογράφος. Η Κούλα Νικολαΐδου έφυγε από την ζωή το 1993.
 

Στη συνοδεία της ορχήστρας, ο μαέστρος Ριτσιάρδης Ιωσήφ. Μουσικοσυνθέτης Αρχιμουσικός, γεννημένος στην Κέρκυρα το1897. Σπουδές: Πιάνο και αρμονία με τον Αλ. Γκρεκ, Κέρκυρα. Ανώτερα θεωρητικά και Δ/ση ορχήστρας στο Μόναχο.
 Πρώτη εμφάνιση: Με το μικρό ιταλικό θίασο Όπερας στο Βόλο. Μετά τον Βαλκανικό πόλεμο, με τον ίδιο θίασο στη Σμύρνη και Κων/πολη. Έπειτα στη Ρωσία, με τον ίδιο θίασο ενισχυμένο. Αργότερα με γερμανικό θίασο στο Μόναχο, όπου εργάζεται σαν βοηθός Δ/τού ορχήστρας οπερέτας. Πάλι στη Ρωσία (1914 - 19). Στον θ. Αφεντάκη, στην Πόλη (1919). Με τον Παπαϊωάννου ανεβάζει την πρώτη του οπερέτα «Βασίλισσα του Φοξ - Τροτ» με την Μελπ. Κολυβά - Ζ. Μπριλλάντη - Σπ. Μηλιάδη - Μ. Θωμάκο (1922). Με τον Δράμαλη (1924) ανεβάζει την δεύτερη «Όνειρο Αποκριάτικης Βραδιάς» (κείμενο Τ. Μωραϊτίνη). Έκτοτε έγραψε μουσική (και έκαμε τις ενορχηστρώσεις) σε 50 δικές του οπερέτες «Φρύνη», «Δούκισσα Αθηνών», «Πριγκίπισσα Ταβέρνας» κ.ά.
Επίσης 25 μουσικές κωμωδίες: «Μ’ αγαπά δεν μ’ αγαπά» κ.ά. και 30 επιθεωρήσεις, καθώς και 200 ελαφρά τραγούδια, που τραγουδήθηκαν και έγιναν επιτυχίες από τους Νικολαΐδου, Βέμπο, Βλαχοπούλου, Μανιατάκη κ.ά. Πολλά από τα τραγούδια του έγιναν επιτυχίες και στο εξωτερικό, όπου λανσαρίστηκαν από γνωστούς τραγουδιστές (Γκρεγκόρ κ.ά.), με επιχειρήσεις των Ολυμπίας - Καντιώτου - Ριτσιάρδη, Αρντάτωφ, Μηλιάδη, Σαμαρτζή, Φιλιππίδη, Κοφινιώτη κ.ά. Συνεργάτης του Ε.Ι.Ρ. και του Σταθμού Ενόπλων (του οποίου πρώτος έκανε έναρξη). Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και της Ενώσεως Μουσουργών. Πέθανε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου του 1979 σε ηλικία 83 ετών.
Μια Κρητικοπούλα σε ρυθμούς Χαμπανέρα και η επιτυχία της Θυμιούλας της μαυρομάτας στη σημερινή πλάκα γραμμοφώνου. Ο σκοπός και οι στίχοι της Θυμιούλας, είναι από αυτά που σιγοτραγουδάς παρόλο που δεν είμαστε του ελαφρού τραγουδιού. Αρκετές οι αναφορές, σε τραγούδια του ελαφρού, στην Κρήτη, σε Κρητικοπούλες και σε μαντινάδες. Θα αναρτήσουμε και άλλα στο μέλλον. Θα άξιζε βέβαια αναφορά τους και στο ¨Μίλιε μου Κρήτη από τα παλιά Νο2¨, που αναμένουμε.   
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 


Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

180. FIDELITY 2105058 ΜΠΡΑΧΟΠΟΥΛΟΥ ΕΛΠΙΔΑ- ΜΠΡΑΧΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1972

Μπραχοπούλου Ελπίδα- Μπραχόπουλος Γιώργος FIDELITY 2105058 Ήπειρος λεβεντογέννα - Δωδωνέα Δωδωνέα 1972- 45rpm- 7''

 


Η Ελπίδα Μπραχοπούλου μια μοναδική φωνή που δύσκολα θα ξαναβγεί, μαζί με τον άντρα της τον Γιώργο Μπραχοπουλο, στο κλαρίνο, άφησαν ξεχωριστό χρώμα στην Ηπειρώτικη μουσική παράδοση. Βιογραφικά στοιχεία δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω.

Δισκογραφικά έχει δέκα LP και τριανταένα 45άρια, τα περισσότερα στη Fidelity. Σε όλα συμμετέχει ο Γιώργος Μπραχόπουλος με το κλαρίνο του.

Το ζεύγος Μπραχόπουλου έχει συνεργαστεί με τους Χρήστο Ζέρβα, Ηλία Μεγαλούδη, Θωμά Ζέρβα, Δημήτρη Ευθυμίου, Χρήστο Καλκανάκη, Αντώνη Κυρίτση και Λευτέρη Ζέρβα.

Στις φωτογραφίες ο Γιώργος και η Ελπίδα από μαγαζιά στα οποία δούλεψαν.  

Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).

 




Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

179. RCA VICTOR 47g 2236 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1961

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) RCA VICTOR 47g 2236 Σφακιανός συρτός - Κουρνιανός συρτός 1961- 45rpm- 7''
«H όλη δισκογραφική επιτυχία τού Σπύρου Σηφογιωργάκη μέχρι σήμερα αριθμεί δεκάδες μικρών και μεγάλων δίσκων. Επιπλέον, έχει τιμηθεί επανειλημμένα από διάφορους φορείς της χώρας μας και του εξωτερικού για τη μεγάλη προσφορά του στη μουσική παράδοση τού νησιού μας.
O Σπύρος Σηφογιωργάκης, είναι γεγονός, ουδέποτε χρησιμοποίησε τη λύρα ως πάρεργο, αλλά πάντοτε ως κύριο και βιοποριστικό του επάγγελμα, στο οποίο τον στήριξε η πληθωρική αγάπη και αφοσίωση τού κόσμου. Τελευταία, πριν την ασθένειά του, ο Σηφογιωργάκης διατηρούσε Σχολή παραδοσιακής λύρας στον «Πολιτιστικό Σύλλογο Tυμπακίου» και στις Mοίρες. Δεκάδες χρόνια δάσκαλος της κρητικής λύρας (από το 1970) έχει, ήδη, παραδώσει στον χώρο της κρητικής μουσικής αρκετά νέα παιδιά, με ένα πλήρες κρητικό «ρεπερτόριο», που θα αποτελέσουν, ασφαλώς, τους μελλοντικούς συνεχιστές της αυθεντικής και γνήσιας κρητικής μας μουσικής παράδοσης.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τραγουδιών τού Σπύρου Σηφογιωργάκη είναι η αθωότητα και η απλοϊκή ομορφιά και χάρη που τα διαπνέουν. H φωνή του γλυκιά, μπάσα και μελωδική πατά γερά και σταθερά πάνω στη νότα και έχει χαρακτηριστική άνεση, απλότητα, χάρη, μεγαλοπρέπεια και λεβεντιά. Χρησιμοποιούσε λίγες μεν και απλές νότες με πλούσιο, όμως, και δυνατό αποτέλεσμα, που οφείλεται, ακριβώς, στην πηγαία ικανότητα, το αστείρευτο του ταλέντο και την ατέλειωτη αγάπη του στην κρητική λαϊκή μας μούσα και παράδοση, χαρακτηριστικό και αυτό γνώρισμα των μεγάλων δημιουργών της τέχνης.
Είναι κάτι που λείπει, δυστυχώς, σήμερα από τους νεότερους δημιουργούς, που, μέσα από την πολυπλοκότητα των συνθέσεών τους, απουσιάζουν παντελώς το χρώμα και η ταυτότητα. Άφησε που, συχνά, προσθέτουν και άσχετα προς τη γνήσια κρητική μουσική παράδοση όργανα, καταστρέφοντας με τον τρόπο αυτόν τη γνησιότητα της κρητικής λαϊκής μουσικής έκφρασης. Πολύ σωστά είχε πει κάποτε ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης, σε τηλεοπτική του εκπομπή, ότι οι νέοι καλλιτέχνες μπήκανε στα χωράφια των παλιών και κυριολεκτικά τα κουρσέψανε, βρίσκοντας έτοιμο και στρωμένο τραπέζι, ενώ ο ίδιος, ταυτόχρονα, δήλωνε για τον Σπύρο Σηφογιωργάκη, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι ήταν τότε, στη δεκαετία του εξήντα, που τον είχε ως πρότυπο και οδηγό του στις καλλιτεχνικές του εξορμήσεις.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης υπήρξε ένας αληθινά μεγάλος ριμαδόρος και πρωτομάστορας της κρητικής μουσικής τέχνης και παράδοσης. Ευαίσθητος και ρομαντικός ένιωθε πάντα μέσα του βαθιά αγάπη για το χωριό του και τις παιδιάστικες αναμνήσεις του στο πατρογονικό του σπίτι. Αισθανόταν ατέλειωτη ευγνωμοσύνη προς τους συγχωριανούς του, Aγαλλιανούς και Kεραμιανούς, που, πρώτοι αυτοί, είναι αλήθεια, του παραστάθηκαν και τον βοήθησαν στο δύσκολο ξεκίνημα της καριέρας του. Τότε που, όπως έλεγε και ο ίδιος, ¨οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο ζεστοί και όμορφοι απ’ ότι σήμερα και όλα πολύ πιο απλά και ανθρώπινα¨…».
Το τρίτο (σε κυκλοφορία όχι σε αναρτήσεις στο ιστολόγιο) σε σειρά δισκάκι του Σπύρου Σηφογιωργάκη, παρέα με τους Μαρκογιάννηδες στα λαούτα. Δυο όμορφοι σκοποί Σφακιανός και Κουρνιανός.
Εδώ να διευκρινίσω ότι δεν ψάχνουμε την παρθενογένεση των σκοπών, των μαντινάδων, των φωτογραφιών και των κειμένων, γιατί πέρα από κουραστικό, θα ήταν χρονοβόρο, βαρετό για τον αναγνώστη (ακροατή) και θα απέκλινε  από τους αρχικούς σκοπούς του blog (βλέπε πρώτη ανάρτηση-αναγκαίες διευκρινήσεις).
Με αγάπη πάντα για τους καλλιτέχνες και στο αποτέλεσμα, που είναι ότι ακούτε σε κάθε ανάρτηση.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Τρίτη 12 Απριλίου 2022

178. ODEON G.A. 1649 ΡΟΔΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1933

Ροδινός Ανδρέας- Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης- Μπαξές) Ιωάννης ODEON G.A. 1649 Συρτός Αποκορωνιώτικος (Συρτός) - Συρτός Κισσαμιώτικος (Συρτός) 1933- 78rpm- 10''

Ο Ανδρέας Ροδινός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Ο πατέρας του, φούρναρης στο επάγγελμα, καταγόταν από το Ατσιπόπουλο, ενώ η μητέρα του Χρυσούλα το γένος Μαμαγκάκη καταγόταν από τα γειτονικά Φραντζεσκιανά Μετόχια.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα στην ηλικία των 14 χρονών από ένα συγγενή της μητέρας του (πιθανόν τον λυράρη από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια Βαγγέλη Καλαϊτζάκη), ενώ η μαρτυρία του αδερφού του ότι ο μικρός Ανδρέας κάθονταν και έπαιζε ώρες λύρα με τους συνομήλικους Τουρκοκρητικούς γείτονες του μαρτυράει το ζήλο του για τη μουσική.
Η επιθυμία του για ζωή ήταν έντονη. Όπως και για τη λύρα. Ένα περιστατικό διηγείται ο Ρεθεμνιώτης γιατρός Nίκος Λυράκης με κείμενό του στο περ. «Προμηθεύς Πυρόφορος» (Δεκέμβριος 1980), που αναδημοσιεύθηκε στην εφημ. «Eλευθερία» του Pεθύμνου, φ. της 21/22-3-98, σελ. 12:
“…το έτος 1917-18 που τελείωσα το Γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνάντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς τον Ανδρέα, παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Είχα ακούσει από καιρό πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ τον ρώτησα: Πότε επιτέλους θα την μάθεις αυτή τη λύρα; Να την, μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Εγώ, Νίκο, συνεχίζει, θα την μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα μεσάνυχτα να παίξω χωρίς να μιλώ· όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω… Εγώ κατόπιν τα διηγήθην και στη συνέχεια προήλθε μία σύγχυση στο ιστορικό αυτό”.
Ο Ροδινός από τα 16 του χρόνια, γύριζε τα χωριά του Ρεθύμνου αρχικά, αλλά και του Αποκόρωνα και των Σφακίων αργότερα, προς αναζήτηση παλιών σκοπών και μελωδιών. Διδάχτηκε επίσης, από παλιούς και έμπειρους λυράρηδες της πόλης του Ρεθύμνου, όπως το Νικήστρατο (για λίγο καιρό γιατί πέθανε στα πρώτα του βήματα του Ανδρέα) και το Γέρο-Πισκόπη.
Στα 17 του δημιούργησε το δικό του συγκρότημα (“ζυγιά”) με τον λαουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλο από την Επισκοπή Ρεθύμνου. Ήταν πλέον ένας εκπληκτικός και καταξιωμένος λυράρης. Λέγεται επίσης ότι ήταν ιδιαίτερα ευφυής και άριστος μαθητής.
Ο Ανδρέας Ροδινός ήταν ερασιτέχνης αλλά και εύπορος οικονομικά και αυτό ήταν από τα χαρακτηριστικά του καθώς ποτέ δεν είδε τη λύρα ως επάγγελμα και αποστρεφόταν τους φιλάργυρους συναδέλφους του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στο μοναδικό γλέντι που δέχτηκε χρήματα (8 Σεπτέμβρη του 1932) στο μεγάλο πανηγύρι της Παναγιάς στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου και στο οποίο μαζεύτηκαν 6-7 χιλιάδες δραχμές, έσπευσε να τα δωρίσει στην εκκλησία και με τα οποία χτίστηκε εικονοστάσι που σώζεται ως σήμερα.
Θρυλική έχει μείνει η εμφάνιση του μαζί με τον Χαρίλαο Πιπεράκη τον ξακουστό λυράρη της εποχής που ζούσε στην Αμερική και καταγόταν από το Ξεροστέρνι Αποκορώνου και το γέρο-Καντέρη επίσης από τον Αποκορώνα στην προκυμαία του Ρεθύμνου το καλοκαίρι του 1930. Βραδιά κατά την οποία μετά τους δύο μεγάλους λυράρηδες, ο Ροδινός με τη συνοδεία του Ψίλλου (Σταύρου Ψιλλάκη) στο λαούτο, “έδωσε εξετάσεις” και ενθουσίασε τα πλήθη παίζοντας λύρα μέχρι τα ξημερώματα.
Αφού λοιπόν τελείωσε το γυμνάσιο συνέχισε να ασχολείται με πάθος με τη μουσική, έχοντας πλέον ως συνεργάτη τον λαουτιέρη με τη καταπληκτική φωνή Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη). Ο Ροδινός δε σταματά να καλλιεργεί την τέχνη του, να ερευνά, να χώνεται όλο και πιο βαθιά στη μελέτη της κρητικής μουσικής παράδοσης. Γυρνούσε στα χωριά, συναναστρεφόταν με τους γεροντότερους, ρωτούσε για παλιούς σκοπούς, μελωδίες, τραγούδια. Με τις ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο του δοκιμάζει παλιές και νέες μελωδίες και σκοπούς τους οποίους προσφέρει άμεσα στο ακροατήριο του.
Κάποια στιγμή ο Ανδρέας Ροδινός θα πρέπει να ασχολήθηκε και με την οργανοποιία. Όχι τόσο άμεσα, όσο συμβουλευτικά. Πολλοί μιλούν για την επιρροή του στη μορφή της σύγχρονης λύρας που όχι άδικα έχει αποδοθεί κυρίως στο Μανώλη Σταγάκη. Ο Μανώλης Σταγάκης μας παρέδωσε αυτό που οι σύγχρονοι λέμε Κρητική λύρα, αλλά σίγουρα οι επιρροές του από τις παρεμβάσεις του Ανδρέα Ροδινού, του οργανοποιού Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά και του μαραγκού και οργανοποιού Αντώνη Μαράκη ή Μαραντώνη από την Κοξαρέ Αγίου Βασιλείου (για τον οποίο θρυλείται ότι είναι ο κατασκευαστής της κύριας  λύρας του Ροδινού) ήταν καθοριστικές.
Το 1933 κατατάχθηκε στο στρατό όπου καθηλώθηκε για 6 μήνες στο νοσοκομείο, εξαιτίας μιας πλευρίτιδας που τελικά αποδείχτηκε μοιραία καθώς επιβάρυνε την ήδη άσχημη ψυχολογική του κατάσταση. Ο θρύλος μιλάει για τον αδιέξοδο έρωτα του για μία “ξένη ξανθιά γυναίκα, μεγαλύτερη σε ηλικία από τον ίδιο, αλλά και παντρεμένη”.
Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης που παρουσίασε, ύστερα από επιμονή των φίλων του, ανέβηκε στην Αθήνα και ηχογράφησε δύο δίσκους 78 στροφών με συνοδεία στο λαούτο από το τον Γιάννη Μπερνιδάκη. Οι δίσκοι αυτοί ήταν:
Odeon GA1649 Συρτός Αποκορωνιώτικος & Συρτός Κισσαμιώτικος (σημερινός δίσκος)
και Parlophone B-21683 Ρεθεμνιώτικος Συρτός & Ρεθεμνιώτικος Πεντοζάλης
Πήρε το απολυτήριο του και μεταφέρεται στους Νίππους, ένα ύψωμα στα δυτικά του Ρεθύμνου ψάχνοντας για τον καθαρό αέρα που θα βοηθούσε στην αρρώστια του.
Ο Νίκος Αγγελής σε μια όμορφη αναφορά του στον Ανδρεά Ροδινό περιγράφει:
“…Υπάρχει στο δυτικό Ρέθεμνο ένα ύψωμα γεμάτο αμπέλια και δέντρα. Οι Νίπποι. Πάνω απ’ τη «βίγλα», εφτακόσια μέτρα ψηλά, βγορίζουν εβδομήντα χωριά Χανιά και Ρέθεμνος. Εκεί ψηλά ήταν η καλύβα του Ροδινού μονάχη. Εκεί ψηλά ο πληγωμένος νέος προσπαθούσε να νικήσει την αρρώστια που τού ’τρωγε τα στήθεια. Περνούσαν δραγάτες και τού ’φερναν τα νέα του κόσμου. Περνούσαν ακόμη φίλοι και ξένοι να του πουν «περαστικά».
Κάθε βράδυ έβλεπαν οι ζευγάδες απ’ τα γυροχώρια τις φωτιές του κι’ οι πιο κοντινοί άκουαν την πονεμένη λύρα του να γεμίζει παράπονο τα σκοτάδια. Έβλεπε κι’ εκείνος κάτω τον τόπο που αγάπησε. Ήταν κάτω τα χωριά. Κάτω γλεντούσαν και χόρευαν. Θυμόταν τη μικρή του ιστορία. Όταν τον κοίταζαν χιλιάδες μάτια να παίζει…”.
Τέλη του 1933 μεταφέρεται σε σανατόριο στα Μελίσσια Αττικής. Μετά από μήνες χωρίς βελτίωση, το Γενάρη του 1934 επιστρέφει στο Ρέθυμνο και στις 9 Φεβρουαρίου 1934, “φεύγει” σε ηλικία μόλις 22 χρονών. Την ημέρα της κηδείας του φάνηκε πόσο αγαπητός ήταν καθώς έκλεισαν όλοι τα μαγαζιά τους και όλο το Ρέθυμνο ακολούθησε την νεκρική πομπή. Ο μύθος του όμως έμεινε για πάντα.
«Αύριο φεύγω Πλάτανε και μάδησε τα φύλλα,
για δε θα ξανακούσεις πια, του Ροδινού την λύρα»
«Ξύπνα Αντρέα Ροδινέ παίξε γλυκά τη λύρα,
ν' αναστηθούνε οι νεκροί που ‘ναι βαθειά στο μνήμα»
«Ξύπνα καημένε Ροδινέ να δεις τον Μπαξεβάνη,
που παίζει το λαγούτο του και ζάφτι δεν το κάνει»
«Να με χτικιάσεις πολεμάς σα και το Ροδινάκι,
απού το χτίκιασε και αυτό, της λύρας το μεράκι».
Για τον Μπαξέ έχουμε αναφερθεί και στην ανάρτηση 66.
Η μία από τις δυο (ενδέχεται και τρεις), γραμμοφωνικές πλάκες, του Ροδινού, η σημερινή ανάρτηση. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση, καθώς στη δεύτερη έχει μπλε και λευκές ετικέτες, όπως βλέπετε και στις σκαναρισμένες φωτογραφίες των ετικετών (καθαρές). Το λάθος βέβαια μεταφέρετε και στις μπλε (παρατηρήστε ότι οι μπλε είναι δεύτερη έκδοση από την γραμματοσειρά) και στις λευκές ετικέτες,  ¨Συρτός Αποκορονιώτικος¨ και ¨Συρτός Κυσσανιώτικος¨, αναγράφουν λανθασμένα. Τα καθαρά ζευγάρια των ετικετών, τα χρωστάμε στον Ιδομενέα από Ρέθυμνο και για άλλη μια φορά τον ευχαριστώ που συμβάλει, με όποιο τρόπο μπορεί στην καταγραφή της Κρητικής μουσικής.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).