Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

589. ODEON DSOG 2677 ΑΓΑΠΗΤΟΣ ΘΟΔΩΡΟΣ- ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1961 (Ηχογράφηση 1935)

Αγαπητός Θόδωρος- Βλαχόπουλος Δημήτρης ODEON DSOG 2677 Λεμονιά (Συρτός) - Παπαλάμπραινα (Τσάμικο) 1961 (Ηχογράφηση 1935) - 45rpm- 7''
«Ο Θόδωρος Αγαπητός γεννήθηκε το 1910 στην Αγία Ευθυμία της Παρνασσίδας. O πατέρας (Θύμιος Αγαπητός 1880-1948) του ήταν γεωργός και έπαιζε λίγο κλαρίνο ερασιτεχνικά. Πριν πιάσει το κλαρίνο έπαιζε νταβούλι που τον έπαιρνε κάποιος μαζί που έπαιζε καραμούζα. Στο κλαρίνο ήταν αυτοδίδακτος.
Το 1926 πήγε στο χωριό του, ο Θανάσης Δεδούσης, το καλύτερο μπουζούκι τότε και δάσκαλος όλων των μετέπειτα κορυφαίων του μπουζουκιού. Ο Δεδούσης άκουσε το μικρό Θόδωρο, ενθουσιάστηκε με το παίξιμό του και τον πήρε μαζί του στην Αθήνα, όπου τον παρουσίασε στο καφενείο των μουσικών λέγοντας τους : « Σας έφερα το καλύτερο κλαρίνο.» Για την αλήθεια των λόγων του, του ζήτησε να παίξει μερικά κομμάτια και η δυσπιστία μετατράπηκε σε θαυμασμό.
Ο Δεδούσης τον πήρε μαζί του στο κέντρο «Μουρούζη», όπου τότε σύχναζε όλη η αριστοκρατία. Σε ηλικία 20 ετών κάνει τον πρώτο του δίσκο με την Ρόζα Εσκενάζη και ακολούθησαν πολλοί άλλοι με του σπουδαιότερους τραγουδιστές της εποχής.
Το 1935 εργάζεται στον «‘Ελατο» με τον Νίκο Καρακώστα.
Το 1938 επιλέχθηκε από επιτροπή που την αποτελούσαν καθηγητές της μουσικής, να εκπροσωπήσει την Ελλάδα, με το χορευτικό της Κούλας Πράτσικα, σε φεστιβάλ του Βερολίνου και διακρίθηκε παίρνοντας το πρώτο βραβείο (με τα χρήματα του οποίου αγόρασε ένα καλό κλαρίνο).
Διαγωνίστηκε με τα καλύτερα κλαρίνα της εποχής : Ν. Καρακλωστα, Κ. Καραγιάννη, Κ. Γιαούζο, Γ. Ανεστόπουλο, Γ. Καρακό, Τ. Χαλκιά κ.ά. και κρίθηκε σαν ο καλύτερος να εκπροσωπήσει τη χώρα μας.
Οι υπόλοιποι συνάδελφοι του, όταν άκουγαν ότι ο Αγαπητός θα παίξει σε κάποιο πανηγύρι τους έπιανε πανικός, γιατί ήξεραν ότι θα τους έπαιρνε την πελατεία. Ήταν ο φόβος κι ο τρόμος γιατί το κλαρίνο το έπαιζε σαν κομπολόι, ήταν ο μόνος που έκανε χρήση των κλειδιών, επειδή ξεκίνησε να μάθει το κλαρίνο, ενώ οι άλλοι είχαν ξεκινήσει με φλογέρες και καραμούζες που δεν είχαν κλειδιά. Συντόνιζε τέλεια ανάσα, γλώσσα και κλειδιά γι’ αυτό το παίξιμό του ήταν τόσο γλυκό.
Το 1940 σταμάτησε τη δισκογραφία, γιατί του έδιναν μόνο 300 δραχμές για κάθε δίσκο και καθόλου ποσοστά. Και να σκεφτεί κανείς ότι μόνο ο δίσκος του « Παπαλάμπραινα» ξεπέρασε τις 100.000 πωλήσεις αντιτύπων, που με τα σημερινά δεδομένα θα ήταν πλατινένιος.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Χαρ. Μητρόπουλο, μετά τον Πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Ιτέα. Ο Νίκος Κόλλιας όμως γράφει ότι εγκαταστάθηκε στην Ιτέα το 1940 και ότι κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και έχασε μάλιστα τον αδελφό του Γιάννη Αγαπητό (που ήταν εξαίρετος ερμηνευτής του δημοτικού τραγουδιού). Εν πάση περιπτώσει, ο Αγαπητός  έκανε οικογένεια στην Ιτέα (4 παιδιά) και εργαζόταν στα πανηγύρια της περιοχής.
Το 1980 σταμάτησε το κλαρίνο για λόγους υγείας και πέθανε 11 Ιανουαρίου 1994. Στην κηδεία του έψαλε τον επικήδειο ο στενός του φίλος και συνεργάτης –μεγάλος ψάλτης- Γιώργος Μεϊντανάς.»
«Ο Δημήτρης Βλαχόπουλος γεννήθηκε το 1901 στην Αθήνα από Σιφνιά μητέρα
Έμενε στην οδό Ιππονάκτου 54 στο Νέο Κόσμο όπως βλέπουμε στο Μητρώο της Αλληλοβοήθειας. Έπαιζε κύμ-βαλο ( τσέμπαλο ) και τραγούδησε 18 δημοτικά τραγούδια. Το πρώτο του τραγούδι ήταν το « Λεμονιά» το 1935 και στο κλαρίνο έπαιξε ο Θόδωρος Αγαπητός. Απέβίωσε το 1953».
Ο παπα-Λάμπρος Ζέρβας ήταν εφημέριος στο χωριό Ρωμύρι της Πυλίας το 1860. Ένας συγχωριανός του, που λεγόταν Σταύρος Φιτσιάλος, σκέφτηκε να συνεργαστεί με μία συμμορία για να τον ληστέψουν. Ο Φιτσάλος συνεννοήθηκε μαζί του, προκειμένου να έρθουν στο Ρωμύρι και να κλέψουν την περιουσία του παπα-Λάμπρου.
Δύο από τους κλέφτες πήγαν στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ένα βόδι που πουλούσε ο παπάς, ο οποίος όμως έλειπε στην Πύλο, όπου είχε πάει για να φέρει το παιδί του, που πήγαινε σχολείο εκεί. Ο παπάς γύρισε αργά στο Ρωμύρι χωρίς το παιδί, που έμεινε στην Πύλο. Έτσι οι ξένοι φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του την νύχτα. Το βράδυ, όταν η οικογένεια είχε κοιμηθεί, οι δύο κλέφτες ειδοποίησαν και τους υπόλοιπους, που είχαν κρυφτεί την ημέρα έξω από το χωριό, και μπήκαν όλοι αθόρυβα στο σπίτι του παπά, οπότε άρχισαν να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν. Χρήματα όμως δεν είχαν βρει, οπότε ξεκίνησαν να βασανίζουν τον παπά, προκειμένου να τους πει πού τα είχε κρύψει. Μια από τις κόρες του παπα-Λάμπρου, η Παναγιώτα, κατάφερε να κατέβει κρυφά στο κατώι και από έναν φεγγίτη άρχισε να φωνάζει, καλώντας σε βοήθεια.
Το χωριό ξύπνησε και οι άντρες ανήσυχοι πήραν τα τουφέκια και άρχισαν να ρίχνουν, με αποτέλεσμα να φοβηθούν οι κλέφτες και να το βάλουν στα πόδια. Δύο από αυτούς, όμως, τραυματίστηκαν και, μάλιστα, ο ένας θανάσιμα. Εξαιτίας του θανάτου του κλέφτη έγινε μεγάλος ντόρος σε ολόκληρη την Πυλία και ένας χωριάτης έφτιαξε το τραγούδι, που ζει μέχρι τις ημέρες μας, με κάποιες παραλλαγές στους στίχους σε ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό είναι το γεγονός στο οποίο αναφέρεται η χιλιοτραγουδισμένη «Παπαλάμπραινα», ωστόσο η ιστορία έχει και συνέχεια. Το παιδί που πήγαινε σχολείο στην Πύλο, ο Νικολάκης, μετά το δραματικό περιστατικό πήγε και έμεινε στην Αθήνα, στο σπίτι του δημάρχου Μπενάκη. Εκεί έκανε τις σπουδές του και όταν τελείωσε, ζήτησε να γίνει αστυνομικός διοικητής της επαρχίας Πυλίας. Ίσως στο μυαλό του υπήρχε η σκέψη της εκδίκησης του Φιτσάλου, ο οποίος είχε πλέον γεράσει, αλλά φοβόταν μήπως οι Παπαλάμπροι κάνουν κακό στο γιο του.
Ο Φιτσάλος, αφού τον παρακίνησε και ένας Μανιάτης, αποφάσισε να πάει στον Νικολάκη Παπαλάμπρο, να του ζητήσει συγνώμη και να του φιλήσει τα πόδια. Εκείνος όμως του είπε: «Φύγε βρωμόσκυλο, πήγες να μας ξεκληρίσεις και τώρα ζητάς συγνώμη;». Μετά όμως το παιδί του Φιτσάλου απέκτησε το δικό του παιδί και κάλεσε τον Νικολάκη να το βαφτίσει. Έτσι έσβησε αυτή η βεντέτα. Οι αυθεντικοί στίχοι του τραγουδιού:
Στου Παπαλά, Παπαλάμπραινα, στου Παπαλάμπρου την αυλή,
στου Παπαλάμπρου την αυλή, είναι μια μάζεψη πολλή.
Καν ο παπάς, Παπαλάμπραινα, καν ο παπάς είν’ άρρωστος,
καν η παπαδιά πεθαίνει, Παπαλάμπραινα καημένη.
Ούτ’ ο παπάς, Παπαλάμπραινα, ούτε ο παπάς είν’ άρρωστος,
ούτ’ η παπαδιά πεθαίνει, Παπαλάμπραινα καημένη.
Οι κλέφτες, τους, Παπαλάμπραινα, οι κλέφτες τους εγδύσανε,
οι κλέφτες τους εγδύσανε, και τα λεφτά ζητήσανε.
Μια λυγερή, Παπαλάμπραινα, μια λυγερή εφώναξε,
μια λυγερή εφώναξε, τους κλέφτες, τους εφώναξε.
Τρέξε Γιωργά, Παπαλάμπραινα, Τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε,
τρέξε, Γιωργάκη ξάδερφε, οι κλέφτες μας εκάψανε.
Στις μέρες μας, οι τελευταίοι στίχοι έχουν αλλάξει («μια λυγερή παντρεύεται και παίρνει έναν λεβέντη, Παπαλάμπραινα καημένη…») και το λεβέντικο -και ίσως πιο δημοφιλές- αυτό τσάμικο έχει μετατραπεί σ’ ένα τραγούδι του γάμου. Ο λόγος που ο σκοπός του τραγουδιού είναι τσάμικος και όχι καλαματιανός, μιας και το περιστατικό συνέβη στην Πελοπόννησο, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθεί στην ηπειρώτικη καταγωγή των Ζερβέων και των άλλων «σογιών».
Ο σημερινός δίσκος πρωτοκόπηκε σε πλάκα γραμμοφώνου Parlophon το 1935. Μεταπολεμικά κόπηκε στην Ελλάδα άλλες τρεις φορές, με την τελευταία να είναι σε δισκάκι 45 στροφών σε Odeon (σημερινή ανάρτηση). Η ¨Παπαλάμπραινα¨ στην καλύτερη εκτέλεση της από Αγαπητό και Βλαχόπουλο (προσωπική πάντα γνώμη).
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου