Τετάρτη 4 Μαΐου 2022

185. PANIVAR PA-346 ΠΑΠΑΧΑΤΖΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1971

Παπαχατζάκης Ιωάννης (Στραβογιαννιός)- Γρηγοράκης Ιωάννης PANIVAR PA-346 Σητειακή σούστα - Ηρωϊσμός Κρήτης 1971- 45rpm- 7''
Ο Γιάννης Παπαχατζάκης γεννήθηκε στο Σταυροχώρι το 1906 (1905). Όταν ήταν τριών χρόνων, άρχισε να έχει σοβαρότατα προβλήματα με την όρασή του, μέχρι που τυφλώθηκε. Έξι χρονών ήρθε στη Γεράπετρο, όπου και ανατράφηκε, όπως έλεγε ο ίδιος, στο σπίτι του αδερφού του πατέρα του Μιχάλη Παπαχατζάκη, που διατηρούσε καφενείο στην Κάτω Παραλία.
Ο πατέρας του ήθελε να μάθει ο τυφλός γιος του να παίζει βιολί για να μπορεί να ζήσει από αυτό. Πήγε, λοιπόν, στο Ηράκλειο και βρήκε το Στρατή Καλογερίδη, που ήταν συγγενής του. Ο Καλογερίδης τον προέτρεψε να μάθει βιολί και τον συμβούλεψε να μην αγοράσει καινούριο όργανο από τα μαγαζιά του Ηρακλείου, αλλά να βρει κάποιο παλιό από τους παλαιότερους βιολάτορες της περιοχής του. Έτσι και έγινε. Αγόρασε με 150 δραχμές ένα παλιό βιολί.
Ο οκτάχρονος τότε Γιάννης προσπάθησε να μάθει μόνος του να παίζει, αλλά δεν τα κατάφερνε. Δεν ήξερε ούτε να κουρδίζει το βιολί. Τότε ο πατέρας του τον πήγε στο γνωστό τότε βιολάτορα Γιώργη Σκυλλά, για να του μάθει πώς να κουρδίζει το βιολί. Σε ηλικία περίπου είκοσι ετών παρακολούθησε μαθήματα βιολιού στη Γεράπετρο για διάστημα 28 μηνών. Δάσκαλός του ήταν ο κλασσικός βιολιστής Κάφμαν από τον οποίο έμαθε ευρωπαϊκή μουσική, που ήταν απολύτως απαραίτητη στα γλέντια τότε.
Γρήγορα εξελίχθηκε σε δεξιοτέχνη βιολάτορα, περιζήτητο. Όλοι οι γλεντζέδες της εποχής τον εκτιμούσαν και επιζητούσαν την παρέα του. Αμέτρητες ήταν και οι καντάδες που έκανε. Είχε και αρκετό χιούμορ. Ήταν πολύ ενθουσιώδης στο γλέντι. Συχνά καταλάβαινε ότι αντί για κέρματα οι νεαροί του έβαζαν μέσα στην κιθάρα κουμπιά. Όμως, αυτό δεν τον ενδιέφερε, δεν αντιδρούσε και συνέχιζε να παίζει, για να μην τους χαλάσει το γλέντι. Εκτός από εξαιρετικός οργανοπαίχτης ήταν και υπέροχος τραγουδιστής. Την ώρα μάλιστα που τραγουδούσε συνέχιζε να παίζει βιολί χωρίς να σταματά, πράγμα που είναι τεχνικά πολύ δύσκολο. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν ψάλτης και μάλιστα έψελνε τα πάντα από μνήμης, γιατί φυσικά δεν έβλεπε να διαβάσει.
Φίλοι του και συνεργάτες του στη μουσική ήταν ο Γιάννης Γρηγοράκης, ο Νίκος Χατζαντωνάκης και ο Μανώλης Ζουμπουλάκης. Ηχογράφησε μόνο ένα δίσκο 45 στροφών με δυο τραγούδια (σημερινό δισκάκι), που αποτελούν πολύτιμα ντοκουμέντα από τα οποία βλέπουμε την απαράμιλλη τεχνική αρτιότητά του στο βιολί. Απαγόρευε στον οποιονδήποτε να τον ηχογραφεί. Από την άλλη μοίραζε απλόχερα ηχογραφήσεις του στους φίλους του. Όταν το 1977 εκδόθηκαν σε cd κάποιες ζωντανές του ηχογραφήσεις με τίτλο "Τα ραδιοφωνικά" στεναχωρήθηκε, γιατί είχε την άποψη ότι την παραδοσιακή μουσική της περιοχής μας την κλέβουν ημιμαθείς οργανοπαίχτες άλλων περιοχών και την παρουσιάζουν ως δική τους και μάλιστα οικτρά αλλοιωμένη.
Το 1995 ο Δήμος Ιεράπετρας τον τίμησε για την πολιτιστική του προσφορά στην πόλη μας. Αυτό τον είχε συγκινήσει πάρα πολύ. Πέθανε τον Αύγουστο του 1997 σε προχωρημένη ηλικία στο Νοσοκομείο Ιεράπετρας νικημένος από την επάρατη νόσο. Είναι μια από τις μεγαλύτερες μουσικές φυσιογνωμίες της Κρήτης και αποτελεί παράδειγμα ήθους, σεμνότητας και σοβαρότητας.
Το φωτογραφικό υλικό του Παπαχατζάκη το χρωστάμε στη ¨Σελίδα προς διάσωση & διάδοση της Στειακής Μουσικής¨ και το κείμενο στο Βαγγέλη Βαρδάκη, Μουσικού- Ερευνητή- Βιολάτορα.
Βιογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό για τον Γιάννη Γρηγοράκη δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 


Κυριακή 1 Μαΐου 2022

184. RECOR 720 ΣΚΟΡΔΑΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ 1964

Σκορδαλός Αθανάσιος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Καλλέργης Νίκος (Καλαπόρι)- Παπαϊωάννου Γιάννης (Ψηλός- Πατσάς) RECOR 720 Κρητικοπούλα (Καλαματιανός) - Φιλεντέμ (Συρτός) 1964- 45rpm- 7''
Το «Φιλεντέμ» είναι ένα πολύ γνωστό τραγούδι που εμφανίστηκε στα αστικά κέντρα της Κρήτης μέσα στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Το μουσικό θέμα του βασίζεται στον οθωμανικό «Ύμνο της Σεβαστούπολης» (Sivastopol Marşı) που συντέθηκε από τον λόγιο Τούρκο συνθέτη Ριφάτ Μπέη (Rıfat Bey, 1820-1888) μόλις πριν από την εντεκάμηνη πολιορκία της Σεβαστούπολης (1854-1855) από Γάλλους, Βρετανούς και Οθωμανούς, κατά τη διάρκεια του ιδιαίτερα αιματηρού Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856), μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από τη μία πλευρά και των συμμαχικών δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Σαρδηνίας από την άλλη πλευρά.
Το αυθεντικό τραγούδι (ο «Ύμνος της Σεβαστούπολης») είχε χαρακτήρα εμβατηρίου ενώ στιχουργικά επρόκειτο για έναν θρήνο για τους φυλακισμένους πρόσφυγες στο Ουκρανικό έδαφος της Σεβαστούπολης. Η μελωδία είναι σε μακάμ ραστ, δηλαδή σε ήχο πλάγιο του τετάρτου, από τις πιο παλιές, πιο σημαντικές και πιο συνηθισμένες τροπικές οντότητες που συναντάμε στην ευρύτατη περιοχή όπου κυριαρχεί το τροπικό σύστημα των Μακάμ (Αραβία, Περσία, Τουρκία και Ελλάδα).
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας Κρητικής Επανάστασης (1895-1898), ο Τούρκος στρατηγός Ετέμ Πασάς (1851-1909) (αγγλικά: Edhem Pasha / τουρκικά: Ethem Paşa), ο οποίος κατείχε νευραλγική θέση σχετικά με τον προσδιορισμό των Ελληνο-Οθωμανικών συνόρων, απείλησε ότι θα κατέβαινε από τη Θεσσαλία (τα τότε σύνορα της Ελλάδας) να καταλάβει την Αθήνα, ως αντίποινα, αν ο Βασιλιάς της Ελλάδας υπέγραφε διάταγμα με το οποίο θα στέλνονταν ενισχύσεις στην Κρήτη, για τον αγώνα της προς την απελευθέρωση και την ένωσή της με την Ελλάδα.
Ο Ετέμ Πασάς ήταν επίσης γνωστός στην Κρήτη για τη βοήθεια που προσπάθησε να παράσχει στον ελληνικής καταγωγής υπάλληλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Κωστάκη Ανθόπουλο Πασά (1835-1902) που τελούσε ως Γενικός Διοικητής Κρήτης (Φεβρουάριος 1887 – Μάιος 1888), προκειμένου να επιτευχθεί η διατήρηση της τάξης.
Σύμφωνα με την αφήγηση του αγωνιστή της Κρητικής Επανάστασης Σταύρου Αναγνώστη – Κλάδου (1863-1954) στον εγγονό του, νομικό Παναγιώτη Κλάδο (1942-2017): «Με τσι φοβέρες, ο Βασιλιάς εκώλωσε, εκόρμιασε και δεν ήθελε να υπογράψει το διάταγμα. Ετότες κι εμείς απαντήσαμε στσι φοβέρες του Τούρκου στρατηγού με το “Φίλε Εντέμ”»...
«Βασιλέα της Ελλάδος, βάλε την υπογραφή
η Ελλάδα να νικήσει και το αίμα ας χυθεί –
Φίλε Εντέμ, φίλε Εντέμ!»
Με τους στίχους αυτούς, προσαρμοσμένους ίσως πάνω στη μελωδία του «Ύμνου της Σεβαστούπολης», οι Κρήτες αγωνιστές προέτρεπαν τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄ (1845-1913) να υπογράψει την αποστολή ενισχύσεων και ταυτόχρονα ενέπαιζαν τον Ετέμ Πασά για τις απειλές του.
Στη συνέχεια της αφήγησής του, ο Σταύρος Αναγνώστης – Κλάδος αποτιμά το «Φίλε Εντέμ»: «Ήτανε το τραγούδι μας, το τραγούδι της Επανάστασης. Το λέγαμε και τούρκικα για να μπιζικάρομε (προκαλούμε) τσι Τούρκους». Θα μπορούσαμε, συμπερασματικά, να πούμε ότι το «Φίλε Εντέμ» αποτέλεσε Θούριο του Κρητικού Αγώνα προς την απελευθέρωση. Το τραγούδι εμψύχωνε τους επαναστατημένους Χριστιανούς της Κρήτης, κάτι που ανέκαθεν συνέβαινε με τη μουσική, το χορό και το τραγούδι.
Πρώτος ηχογραφεί το «Φιλεντέμ» σε δίσκο 78 στροφών (Odeon – GA 7412) ο Πρωτομάστορας Θανάσης Σκορδαλός (1920-1998) με συνοδεία λαγούτου από τον Γιάννη Μαρκογιαννάκη (1926-2017), το 1947. Η αμέσως επόμενη εντοπισμένη ηχογράφηση του τραγουδιού έγινε επίσης από τον Θανάση Σκορδαλό το 1964 στις ΗΠΑ, για δίσκο 45 στροφών (Nina – N-24720, θα αναρτηθεί αργότερα με όλες τις ετικέτες), με τον ίδιο τον Σκορδαλό στο τραγούδι και το μπουζούκι, τον μεγάλο ρεμπέτη Γιάννη Παπαϊωάννου (1914-1972) επίσης στο τραγούδι και το μπουζούκι και τον Νίκο Καλλέργη (1916-2008) στην κιθάρα. Ο Θανάσης Σκορδαλός χρησιμοποιεί και στις δύο ηχογραφήσεις σχεδόν τους ίδιους στίχους.
Όλα τα παραπάνω, είναι αποτέλεσμα της φοβερής έρευνας του φίλου, Θεμιστοκλή Παντελόπουλου, πάνω στο Φιλεντέμ που αναρτήθηκε εδώ και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μετρονόμος (τεύχος 68, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2018).    
Στο σημερινό δισκάκι έχουμε τις αμερικάνικες μήτρες του Nina N-24720, να κόβουν για την Ελληνική Recor, το 720. Στην Κρητικοπούλα ο Σκορδαλός με τον Καλλέργη στην κιθάρα, ενώ στο Φιλεντέμ, Σκορδαλός με Μαρκογιάννη και συνοδεία λαϊκής ορχήστρας, όπου μπουζούκι παίζει ο Παπαϊωάννου και κιθάρα ο Καλλέργης. Το όνομα του Παπαϊωάννου δεν τυπώνεται στις ετικέτες, για άγνωστους, αλλά προφανείς λόγους (μάλλον δισκογραφούσε για άλλη εταιρεία). Από τα παρακάτω βιογραφικά και τις φωτογραφίες βγαίνουν τα συμπεράσματα για τον ¨Ψηλό¨ (Παπαϊωάννου) στο μπουζούκι.  
Γεννήθηκε στην Κίο της Μ. Ασίας το 1914, απ’ όπου έφυγε μετά την Καταστροφή του ’22 και εγκαταστάθηκε στις Τζιτζιφιές. Ορφανός από πατέρα, αναγκάστηκε να βγει από πολύ μικρός στο μεροκάματο, δουλεύοντας πότε σε ψαράδικα καΐκια και πότε στις οικοδομές. Ξεκίνησε να μαθαίνει μόνος του κιθάρα και χαβάγια, παίζοντας με τους φίλους του στα σοκάκια της γειτονιάς. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 θα ακούσει απ’ το γραμμόφωνο το «Μινόρε του τεκέ», του Γιάννη Χαλικιά (Τζακ Γκρέγκορι). Θα εντυπωσιαστεί τόσο που θα παρατήσει την κιθάρα και θα πιάσει το μπουζούκι, το οποίο δε θ’ αφήσει απ’ τα χέρια του έως το τέλος της ζωής του.
Στα χρόνια που ακολουθούν θα μάθει τα «μυστικά» του μπουζουκιού, αρχικά από μπουζουξήδες του περιθωρίου (Ζημαρίτης, Σκριβάνος κ.ά.) κι έπειτα απ’ τους Πειραιώτες της παρέας του Μάρκου Βαμβακάρη, δίπλα στον οποίο θα χριστεί επαγγελματίας, ανεβαίνοντας στα λαϊκά πάλκα.
Σαν μπουζουξής ο Παπαϊωάννου ήταν απ’ τους πιο «πλήρεις», χωρίς να έχει την πολυπλοκότητα και την ταχύτητα του Χιώτη, του Μπέμπη, του Τατασόπουλου και άλλων δεξιοτεχνών. Αποδείχτηκε άξιος συνεχιστής της «σχολής» του Μάρκου, που υποστηρίζει πως τα πολλά «στολίδια» είναι περιττά, πως οι νότες πρέπει να ‘ναι πεντέξι αλλά παιγμένες σωστά. Τα δυο – τρία ταξίμια που ηχογράφησε στην Αμερική μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ως ο απόλυτος ήχος του μπουζουκιού.
Ο Παπαϊωάννου είναι ο πρώτος που πήγε, μετά τον πόλεμο, να δουλέψει στην Αμερική, το 1953 και τα βήματά του ακολούθησαν αρκετοί συνθέτες. Μια φυγή σημαντικών δημιουργών, που, στην πορεία, αποδείχτηκε πληγή για τη λαϊκή μας μουσική, αφού συνέβαλε αρκετά στην αποδυνάμωσή της.
Το ’57 θα ξαναπάει στην Αμερική, όπου παράλληλα με τη δουλειά στο πάλκο θα κάνει και αρκετές ηχογραφήσεις με Έλληνες τραγουδιστές που βρίσκονταν στις ΗΠΑ, όπως ο Τζιμ Αποστόλου, ο Νίκος Καλλέργης, η Ρένα Ντάλια κ.ά.
Γυρίζοντας θα βρεθεί μπροστά σε μια νέα κατάσταση, την ίδια κατάσταση που αντιμετώπισαν όλοι όσοι γύρισαν απ’ την Αμερική. Δηλαδή, δυσκολότερη πρόσβαση στις δισκογραφικές εταιρίες και λιγότερο «σεβασμό» απ’ τους επιχειρηματίες. Μ’ άλλα λόγια: δυσκολότερο μεροκάματο. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να ηχογραφεί τραγούδια, σε σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, αλλά και να δουλεύει στα λαϊκά πάλκα με παλιούς και νέους συνεργάτες. Στις 3 Αυγούστου του 1972, γυρνώντας ξημερώματα απ’ τη δουλειά του σκοτώθηκε σε τροχαίο, συνεχίζοντας ένα σερί μεγάλων απωλειών για το λαϊκό μας τραγούδι, που σε διάστημα μερικών μηνών είχε ήδη χάσει τον Μανώλη Χιώτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Μάρκο Βαμβακάρη.
Ο Νίκος Καλλέργης γεννήθηκε στην Πόλη το 1916 και ήταν μεταξύ άλλων για χρόνια καλός συνεργάτης του Γ. Παπαϊωάννου ενώ συμμετείχε στο συγκρότημα του Τσιτσάνη για αρκετές σαιζόν ! Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ζούσε στην Αμερική.
Τραγούδησε σε πάρα πολλά τραγούδια όλων των συνθετών ειδικά όμως του Παπαϊωάννου και ακόμα των Τσιτσάνη, Χατζηχρήστου, Καλφόπουλου, Νταράλα, Τζουανάκου, Μπαγιαντέρα και άλλων, πράγμα που σημαίνει ότι έχαιρε γενικά εκτίμησης. Η φωνή του χαρακτηριστική και παραπονιάρικη.
Να ευχαριστήσω ακόμα μια φορά τον Ιδομενέα από Ρέθυμνο για τις καθαρές ετικέτες που προστέθηκαν.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


 


Πέμπτη 28 Απριλίου 2022

183. LYRA LS 1153 ΜΟΥΖΟΥΡΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ- ΜΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ- ΚΑΡΑΣ ΣΙΜΩΝ- ΛΙΤΙΝΑ ΡΟΥΛΑ 1966

Μουζουράκης Γιώργος- Μανουδάκης Βασίλειος- Καράς Σίμων- Μουζουράκη (Λίτινα) Ζαφειρία (Ρούλα) LYRA LS 1153 Ποτές θα κάμει ξεστεριά (Ριζίτικο) - Αμαριώτικος συρτός (Κρητικός) 1966- 45rpm- 7''
Ο Γιώργης Μουζουράκης γεννήθηκε το 1904 στην Παντάνασσα Αμαρίου και πέθανε σε ηλικία 97 ετών το 2001. Ο Γιώργης Μουζουράκης παρά την μεγάλη του ηλικία, είχε διαύγεια πνεύματος μέχρι το τέλος της ζωής του και διατηρούσε στη μνήμη του ένα πλούτο γνώσεων, των παραδόσεων της Κρήτης, χορευτικών και τραγουδιστικών κυρίως, τις οποίες ήθελε πάντα να μεταδίδει, απλόχερα.
Παρά τον πρόωρο χαμό της κόρης του Ζαφειρίας Μουζουράκη ή Ρούλας Λίτινα  (που τραγουδάει στον Αμαριώτικο συρτό), δεν το έβαλε κάτω, γιατί είχε μέσα του δυνατή καλλιτεχνική φλόγα, που του έδινε ζωή και προσπαθούσε να τη μεταδώσει στους νεώτερους. Ο Γιώργης Μουζουράκης, γνώρισε σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής του όπως, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στον οποίο έπαιξε λύρα και ο Βενιζέλος τραγούδησε συγκινημένος. Το 1942 παντρεύτηκε από έρωτα, την Ελένη Μακρή, από τα Σελλιά Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου. Δισκογράφησε εκτός από τον Μανουδάκη Βασίλη και τον Σίμων Καρά με τον Σταύρο Μαυροδημητράκη και την Ζαφειρία ένα LP δίσκο.
Η Ζαφειρία Μουζουράκη ήταν λαογράφος και είχε εκπομπή στην κρατική τηλεόραση.
 
Στο λαούτο ο Βασίλης Μανουδάκης από το Μάλεμε Κυδωνίας, ο οποίος συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα της εποχής όπως ο Κώστας Μουντάκης, ο Κωστής Παπαδάκης (Ναύτης), ο Γιάννης Σκαλιδάκης (Σκαλίδης), ο Παναγιώτης Βολάνης, ο Γαλαθιανός, η Δέσποινα Σκαλίδη, ο Γιώργης Μουζουράκης, ο Αρτέμης Καλαϊτζάκης, ο Μιχάλης Τσαγκαράκης, ο Μανώλης Τσαγκαράκης κ.α. Επίσης διετέλεσε τακτικό μέλος της ορχήστρας του Θεάτρου "Δώρα Στράτου" στην Αθήνα. 
 

Ο Σίμων Καράς (1903-1999) υπήρξε μουσικολόγος και ερευνητής της ελληνικής μουσικής παράδοσης και κληρονομιάς. Πολλοί θεωρούν ότι χάρη στην πολύχρονη και επίπονη ερευνητική του προσπάθεια διασώθηκε ένα μεγάλο κομμάτι της παραδοσιακής μουσικής, την οποία κατέγραψε σε όλο το φάσμα της ελληνικής επικράτειας.
Γεννήθηκε το 1903 στο χωριό Λέπρεον (Στροβίτσι η παλαιότερη ονομασία) του νομού Ηλείας. Από πολύ νεαρή ηλικία ξεκίνησε η μύηση του στη μουσική, από τον πατέρα του που έπαιζε ταμπουρά, και τον ιερέα του χωριού, ο οποίος του έμαθε και τα πρώτα γράμματα και τον ενθάρρυνε να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του.
Ήρθε στην Αθήνα το 1921, έχοντας εισαχθεί στη Νομική Σχολή την οποία τελείωσε χωρίς να πάρει το πτυχίο. Ο ίδιος ξεκίνησε τις προσωπικές του μουσικές σπουδές και έρευνες εκτός του χώρου των οργανωμένων ωδείων. Μελέτησε τα θεωρητικά έργα των Αρχαίων Ελλήνων, των βυζαντινών και μεταβυζαντινών συγγραφέων, αναζήτησε, αποκρυπτογράφησε και ερμήνευσε παλιά μουσικά χειρόγραφα βιβλιοθηκών, όπως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, του Αγίου Όρους, της Εθνικής Βιβλιοθήκης κ.ά. Έτσι κατάφερε και εξελίχθηκε σε έναν μοναδικό αυτοδίδακτο μουσικοδιδάσκαλο.
Από το 1931 μέχρι το 1934, ο Καράς ήταν ψάλτης στο εκκλησάκι του Προφήτη Ελισσαίου στο Μοναστηράκι της Αθήνας. Το 1929 είχε ιδρύσει τον «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής», στον οποίο ανέπτυξε μέχρι το τέλος της ζωής του μία πολύπλευρη και σημαντική δραστηριότητα στην ψαλτική τέχνη και στο δημοτικό τραγούδι, με σχολή έξι ετών και εντελώς δωρεάν φοίτηση, εκκλησιαστική χορωδία και μεικτή χορωδία εθνικών τραγουδιών, και τέλος, χορευτική ομάδα.
Οι χορωδίες του συλλόγου είχαν πολλές εμφανίσεις στην εκπομπή «Ελληνικοί Αντίλαλοι», την οποία παρουσίαζε ο ίδιος ο Σίμων Καράς με θέμα πάντα την παραδοσιακή μουσική από όλη την Ελλάδα, από τη χρονιά ίδρυσης του Ε.Ι.Ρ. το 1937 μέχρι το 1972. Εξέδωσε εκατοντάδες βιβλία και δίσκους κυρίως από το 1972 και μετά.
Είχε πραγματοποιήσει σε όλη την Ελλάδα καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών με κασετόφωνο, τα οποία κυκλοφόρησαν σε δίσκους καθώς επίσης των Ακολουθιών και Ύμνων της Εκκλησίας. Πέθανε το 1999 σε ηλικία ενενήντα έξι ετών.
Το έργο και το αρχείο του Σίμωνα Καρά διαχειρίζεται σήμερα το Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής ΜουσικήςΜουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά (ΚΕΠΕΜ), το οποίο ιδρύθηκε από την σύζυγο του Σίμωνα Καρά, Αγγελική το 2009.
Στην ανάρτηση 37, με δισκάκι του Κώστα Παπαδάκη ή Ναύτη, γίνεται η παρακάτω αναφορά στο βιογραφικό του: «Την δεκαετία του '50 ξεσπά η περίφημη απαγόρευση του βιολιού στην κρητική μουσική από τα τότε μέσα μαζικής ενημέρωσης και ο Ναύτης βάζει μπρος το στήθος του, υπερασπίζοντας την ιστορικότητα του οργάνου αυτού, αλλά και τους συναδέλφους του βιολιστές. Η ιστορία θα κρατήσει πάρα πολλά χρόνια και ο Ναύτης θα γίνει το κόκκινο πανί για τον Σίμων Καρά και την παρέα του, που με σκοταδιστικές μεθόδους θα αποκλείσουν τους νομούς Χανίων-Λασιθίου και τα μουσικά ιδιώματα αυτών από την δισκογραφία, το ραδιόφωνο και τις δημόσιες εμφανίσεις.»
Αυτό ήταν ένα από τα λάθη, που αργότερα το παραδέχτηκε,  ο Σίμων Καράς. Να αποκλείσει, δηλαδή από την Κρητική μουσική παράδοση το βιολί, που είχε την παράδοση του, σε Χανιά και Λασίθι.
Στο σημερινό δισκάκι το παίξιμο του Μουζουράκη και του Μανουδάκη, είναι υποδειγματικό, ακόμα και στο ¨ριζίτικο¨. Το σκαναρισμένο ζεύγος ετικετών, από τον Ιδομενέα, για άλλη μια φορά. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).