Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

560. ODEON GA 1327 ΑΡΑΠΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ- ΣΕΜΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1928

Αραπάκης (Καλλίνικος-Τσούσης) Δημήτρης (Μήτσος)- Σέμσης (Σαλονικιός) Δημήτρης ODEON GA 1327 Χετσάζ (Στη τελευταία μου στιγμή- Μανές) - Ουσάκ (Κλαίω κρυφά κι αλύπητα- Μανές) 1928- 78rpm- 10''
«Σε αναζήτηση ορισμού για τον μανέ στις βιβλιογραφικές πηγές και σε λεξικά, σύμφωνη είναι η άποψη ότι πρόκειται για τραγούδι με μακρόσυρτη “ανατολίτικη” μελωδία στο οποίο επαναλαμβάνεται συχνά η λέξη “αμάν” ενώ ποικίλουν οι απόψεις για την πατρότητα και την καταγωγή του. H επίσημη ετυμολογική εκδοχή θέλει ο αμανές ή μανές να προέρχεται από το τουρκικό mani (λιανοτράγουδο δίστιχο ή τετράστιχο) και emane τα οποία σε συνδυασμό με την επίδραση από την επαναλαμβανόμενη χρήση του επιφωνήματος “αμάν” (στα αραβοτουρκικά “έλεος”) κατά την εκτέλεση του, οδήγησε στην μετάλλαξη του σε “αμανέ”. Το ίδιο συμπέρασμα φαίνεται πως προκύπτει και από την άποψη του τούρκου μουσικολόγου Mahmut R. Gazimihal, ο οποίος γράφει σχετικά πως ο όρος καφέ αμάν είναι
τσιγγάνικη παραποίηση στον τούρκικο όρο mani kahvesi, που χαρακτήριζε όσα καφενεία διέθεταν 2 ή 3 τραγουδιστές που αυτοσχεδίαζαν στίχους (λεγόμενους mani).
Μια άλλη εκδοχή η οποία υποστηρίζεται ως “εμπεριστατωμένη” από το λεξικό της μουσικής του Καλογερόπουλου και βασίζεται στην μελέτη του Γ. Κ.Φαιδρού (Σμύρνη 1881) είναι αυτή που θέλει ο μανές να προέρχεται από το αρχαιοελληνικό “μανέρω” μετά από συγκοπή της συλλαβής –ρω. Η μελέτη του Γ. Κ. Φαιδρού με τίτλο «Πραγματεία περί του Σμυρνέικου Μανέ» καταγράφεται ως η πρώτη συστηματική προσπάθεια διεκδίκησης του μανέ, αλλά και μελέτη με την οποία αποδίδει τον Σμυρνέικο Μανέ ως απόγονο του “αρχαίου μουσικού ήχου Μανέρωτος”. Η προβληματική του αφυπνίζεται από το γεγονός ότι υπάρχει, σύμφωνα με τον ίδιο, σύγχυση μεταξύ των εννοιών «Μανέρω, Λίνο, Αίλινο, θρήνο και θρηνωδία» τις οποίες και διευκρινίζει για να υποστηρίξει πως οι διανοούμενοι τις εποχής από αμέλεια και από άγνοια λανθασμένα θεωρούν ότι ο Μανές είναι Τούρκικος.
Για την σχέση Μανέρω και Λίνο αναφέρει πως σύμφωνα με τον Ηρόδοτο και τον Πλούταρχο, αυτό το είδος θρήνου αρχικά ονομαζόταν “Μανέρως” αλλά με την μεταφορά  του στην Αίγυπτο (όπου και πρωτοτραγουδήθηκε προς τιμήν του θανάτου του Λίνου, μονογενούς υιού του βασιλιά) επικράτησε να έχει δύο ονόματα ενώ αργότερα στην Κύπρο και σε άλλα μέρη, αλλού το έλεγαν “Λίνο” και αλλού “Μανέρω”, «Εις δε την Σμύρνην επεκράτησε να λέγεται Μανέρως και τά νύν Μανέ» ενώ στην Αρχαία Ελλάδα επικράτησε ως ο ελληνικός “Λίνος”. Για την σχέση των Μανέρω και Λίνο με τον Αίλινο επισημαίνει πως: «Έν Σμύρνη όμως διεσώθη ούχι μόνον ο Μανέρως ήτοι ο ολοφυρμός επι τη απώλεια του Λίνου, αλλά το αξιοπεριεργότερον και ο Αίλινος».
Αίλινος ονομάζονταν τα επιφωνήματα «Αί Αί Αί» τα οποία συνόδευαν τους Μανέρω και Ηπειροθετταλικό θρήνο κατά την τελετουργία του θρήνου ενώ το όνομα του προήλθε από την συγχώνευση του «Αί Αί Αί! Λίνε!» που σημαίνει «αλίμονο αλίμονο Λίνε!. Δηλαδή το γεγονός ότι ο “Μανέρως” είναι ο πρόγονος του Μανέ, μαρτυρείτε από το γεγονός ότι ο “Αίλινος” ακούγεται ακόμα και σήμερα μετά το τέλος κάθε στροφής στον μανέ καθώς ο “Αίλινος” έχει μετατραπεί - μεταφραστεί σε “αμάν” όπως ο “Κωκυτός” και ο “Κοπετός”, τα οποία σύμφωνα με τον ίδιο, συναντώνται ακόμα στα σύγχρονα μοιρολόγια.
Σύμφωνα με τον Φαιδρό ο «Λίναιος Μανέρως δεν είναι ιδιαίτερον θρηνώδες άσμα, αλλ’ ότι εκλήθη ούτως εκ του μονοφωνίου ή της κραυγής Αί Αί Αί Λίνε» επίσης τον περιγράφει ως «θλιβερά θρηνώδης ερωτική ωδή μετά των θρηνοδών στίχων». Ενώ εμφανής είναι η προσπάθεια διαχωρισμού του Λίναιου Μανέρω ως «θλιβερά θρηνώδης ερωτική ωδή» από άλλες μελωδίες και τραγούδια τα οποία λειτουργούσαν ως μοιρολόγια. Ο Φαιδρός προχωράει στο να ανασκευάσει της υπάρχουσες υποθέσεις που θέλουν ο μανές να είναι κληροδότημα των Τούρκων. Η ένσταση του Φαιδρού έγκειται στο γεγονός ότι τον “Μανέρω” «μη φροντήσαντες δε οι ενταύθα Έλληνες να εξετάσωσι το πράγμα ενόμιζον ότι και ο Αιλινός ήτο θρήνος. Αναπαύθησαν δε εν τη υποθέσει ότι οι Μανέδες είναι ήχοι Τουρκικοί, ενώ οι Τούρκοι αοιδοί ουδένα ήχον γνωρίζουσιν υπο την επωνυμίαν ταύτην».
Αναφέρεται, στην υπόθεση καταγωγής που θέλει ο μανές να προήλθε από την επαναλαμβανόμενη χρήση του επιφωνήματος “αμάν” ενώ για τον ίδιο το “αμάν” είναι απλά η μετάφραση του “Αίλινου” μετά το τέλος της κάθε στροφής. Σύμφωνα με τον Φαιδρό από το “αμάν” προέρχεται η λέξη “αμανές” κατά την οποία «Ανόητοι δε τινες εις την τελευταίαν λέξιν Αμάν προσθέτουσιν ες και αποτελούσι την λέξιν Αμανές αφαιρούσι δ’ έπειτα το αρκτικόν α και σχηματίζουσι την λέξιν Μανές.». Σημειώνει επίσης πως, οι Τούρκοι έχουν κάποια τραγούδια τα οποία αρχίζουν με το επιφώνημα «Γιάρ γιάρ αμάν» το οποίο μεταφράζει ως την έκληση για οίκτο «ερωφίλη ευπλαγχνίσθητι, ή ώκτειρον» τα οποία εκτελούνται σε Αραβοπέρσικους δρόμους «Μακάμια» σε αντίθεση με τον Μανέ ή Αμανέ τον οποίο «ψάλλουσι τον ήχον τούτον κατά τον Ελάσσωνα (Minore)».
Η επισήμανση του συγγραφέα μας αποκαλύπτει πως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει ως μανέδες τα κομμάτια που εκτελούνται στα αραβοπέρσικα μακάμια. Ο Φαιδρός θέλοντας να κάνει πιο έντονο τον συσχετισμό του Λινού με τον Σμυρνέικο Μανέ αλλά και ομαλότερη την μετάβαση από το παλαιό στον σύγχρονο υπονοεί πως η εξέλιξη του είδους οδήγησε στην δημιουργία εκτελέσεων σε περισσότερους από έναν μουσικούς τρόπους της αρχαιότητας οι οποίοι με μικρές παραλλαγές απαντώνται και σήμερα. ….».
Γύρω στους 20 μανέδες ηχογραφεί και ο Δημήτρης Αραπάκης (1890-1980) από το
1926 έως το 1935. Δυο από τους τρεις που ¨ηχογράφησε¨ για την Γερμανική Odeon στη σημερινή πλάκα γραμμοφώνου.
"Στην τελευταία μου στιγμή, στον υστερνό μου πόνο
 κανείς ας μη με λυπηθεί, παρά η καρδιά σου μόνο".
 Συμπληρώνει φωνάζοντας ο Σαλονικιός ¨και εγώ¨.
"Κλαίω κρυφά κι αλύπητα κι από καρδιάς στενάζω,
γιατί 'ναι κι άλλοι που πονούν, ίσως και τους πειράζω"
Βιογραφικά στοιχεία για τον Μήτσο Αραπάκη και τον Δημήτρη Σέμση (Σαλονικιό) θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις. Ανάλυση για τους αμανέδες από την πτυχιακή που θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε και μερικές διευκρινήσεις παραπάνω.
Παραμονή της καινούργιας χρονιάς, με αρκετό πετρέλαιο να κυλάει στο αίμα, τους Weimar Gesang να τραγουδάνε ζωντανά μέσα της δεκαετίας του 80 από το laptop και η απίστευτη φωνή του Αραπάκη να τραγουδάει μανέδες έτοιμη για ανάρτηση. Καλή Χρονιά να έχουμε, με υγεία (σωματική και ψυχική), πολύ μουσική και καλή λευτεριά.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

559. HIS MASTER'S VOICE AO-5190 ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ 1954

Τσαουσάκης Πρόδρομος- Κουλαξίδης Γιώργος- Σαββαΐδης Χαράλαμπος (Λάμπρος)- Δέδες Ιωάννης- Δερβενιώτης Θεόδωρος- Αθανασίου Ανέστος- Τατασόπουλος Ιωάννης- Αναγνώστου Σπύρος HIS MASTER'S VOICE AO-5190 Βασανισμένοι μας γονείς (Ζεϊμπέκικο) - Ερημιά παντού και χάρος (Ζεϊμπέκικο) 1954- 78rpm- 10''
«Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης ήταν Έλληνας τραγουδιστής, στιχουργός και τραγουδοποιός του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού. Κατάφερε να συνδέσει το νέο λαϊκό τραγούδι με το ρεμπέτικο παρελθόν του. Σημείωσε ξεχωριστές ερμηνείες στα τραγούδια των Βασίλη Τσιτσάνη, Απόστολου Καλδάρα, Στέλιου Χρυσίνη, του Γερ. Κλουβάτου και πολλών άλλων δημιουργών. Με την γλυκιά βραχνάδα, την εκφραστικότητά του και την ευελιξία της φωνής του επηρέασε όσο κανέναν άλλος την νεώτερη γενιά των τραγουδιστών. Ο Βασίλης Τσιτσάνης τον είχε χαρακτηρίσει μεταπολεμικό γίγαντα του λαϊκού τραγουδιού με την βροντερή ρεμπέτικη φωνή.
Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης γεννήθηκε στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης το 1919. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Μουτάφογλου. Το 1922, όταν ήταν 3 ετών, με τον διωγμό ήρθαν οικογενειακώς στην Ελλάδα και σύντομα βρέθηκαν στην Θεσσαλονίκη, όπου έμειναν στην Ακρόπολη, στο λεγόμενο Κουλέ-καφέ, πάνω στα κάστρα.
Από μικρό παιδί ο Πρόδρομος Τσαουσάκης αγαπούσε να τραγουδάει. Μικρό παιδί ακόμα έβγαινε στο παράθυρο του σπιτιού του και τραγουδούσε κι εκεί τον άκουγαν οι «παλιές γυναίκες», που αργότερα, όταν έβγαλε δίσκους του θύμιζαν τι ωραία που τραγουδούσε μικρός. Τα πρώτα του επαγγέλματα όμως ήταν πολύ μακριά από το τραγούδι. Σε νεαρή ηλικία έγινε επαγγελματίας παλαιστής ή πεχλιβάνης, όπως λεγόταν στην τουρκική ορολογία οι παλαιστές που πάλευαν αλείφοντας τα σώματά τους με λάδι. Για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Εργάστηκε ως επαγγελματίας παλαιστής μέχρι το 1940.
Το 1940 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης πήγε εθελοντής φαντάρος και όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος ήταν ήδη στρατιώτης. Στον πόλεμο αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και βασανίστηκε. Παρά την ταλαιπωρία, τις κακουχίες, τον κίτρινο πυρετό, τα κρυοπαγήματα και τα βασανιστήρια, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης πολέμησε και διακρίθηκε για τα ανδραγαθήματα του στη μάχη, φτάνοντας στον βαθμό του λοχία.
Τα χρόνια της Κατοχής γνωρίστηκε με την Άννα Καδόγλου, από την Προύσα, με την οποία κλέφτηκαν το 1942 και παντρεύτηκαν το 1943. Μαζί απέκτησαν δυο γιους. Εκείνη την περίοδο είχε ξεκινήσει να παίζει και να τραγουδάει με κομπανίες σε ταβέρνες της Θεσσαλονίκης. Σε με τέτοια εμφάνιση γνώρισε και τον Βασίλη Τσιτσάνη και συνεργάστηκαν. Ο Τσιτσάνης ήταν αυτός που τον βάφτισε Τσαουσάκη, όταν έμαθε ότι στον στρατό ήταν λοχίας, και τους λοχίες τους λέγανε τσαούσηδες. Έτσι ο Πρόδρομος Μουτάφογλου έγινε Πρόδρομος Τσαουσάκης.
Κατά την διάρκεια της θητείας του ο Πρόδρομος Τσαουσάκης άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι και τα πρώτα χρόνια στην Θεσσαλονίκη συνεργάστηκε με τους Τάκη Μπίνη, Στέλλα Χασκίλ και Σεβάς Χανούμ (Σεβαστή Παπαδοπούλου). Ο Βασίλης Τσιτσάνης του άρεσε πάντα και ήρθε η στιγμή να τον γνωρίσει όταν δούλευε στα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα. Κατά την διάρκεια της Κατοχής ο Τσαουσάκης με τον Τσιτσάνη ήταν νύχτα και μέρα μαζί. Η φωνή του Πρόδρομου Τσαουσάκη αποτέλεσε μεγάλη έμπνευση για τον Τσιτσάνη, που έγραψε πολλά μεγάλα τραγούδια εκείνη την εποχή.
Το 1946, όταν η δισκογραφία άρχισε να δραστηριοποιείται ξανά, ο Τσιτσάνης κατέβηκε για οριστική εγκατάσταση στην Αθήνα, όπου ξεκίνησε φωνοληψίες. Και μαζί του ήθελε οπωσδήποτε να πάρει και τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Εκείνος όμως δεν ήθελε να γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής δίσκων. Έτσι ο Τσιτσάνης αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει την γνωριμία του με τον κουμπάρο του και αστυνομικό διευθυντή της Θεσσαλονίκης, Νίκο Μουσχουντή. Ο Μουσχουντής έπεισε τελικά τον Τσαουσάκη να υπογράψει το συμβόλαιο και να κατεβεί στην Αθήνα.
Η πρώτη δισκογραφική εταιρία με την οποία άρχισε να συνεργάζεται ο Πρόδρομος Τσαουσάκης ήταν η «Odeon» (μετέπειτα «Minos») και τα πρώτα τραγούδια που κυκλοφόρησε ήταν τα «Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά» και «Ο ζητιάνος». Το «Κάτσε ν’ ακούσεις μια πενιά», το πρώτο τραγούδι του Τσιτσάνη, που ερμήνευσε ο Τσαουσάκης, έγινε αμέσως επιτυχία και σήμανε την αρχή μιας μεγάλης καριέρας.
Στις 6 Νοεμβρίου 1946 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης υπέγραψε συμβόλαιο με την εταιρία «Columbia-His Masters Voice». Ήταν μια από τις ιστορικότερες συνεργασίες στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Η αμοιβή των καλλιτεχνών εκείνη την εποχή γινόταν με βάση το αντίτιμο της λιανικής πώλησης ενός δίσκου 25 εκατοστών. Στο πρώτο συμβόλαιο ο Πρόδρομος Τσαουσάκης αμείφτηκε με την τιμή 5 δίσκων. Και ο 15χρονος τότε Στέλιος Καζαντζίδης θα έχει σαν πρώτο του τραγουδιστικό πρότυπο τον Πρόδρομο Τσαουσάκη.
Το 1948 γραμμοφωνήθηκε για πρώτη φορά ένα κλασικό πια τραγούδι του Τσιτσάνη, η «Συννεφιασμένη Κυριακή», που γράφτηκε την περίοδο της Κατοχής στην Θεσσαλονίκη. Πρώτοι ερμηνευτές του τραγουδιού είναι ο Πρόδρομος Τσαουσάκης και η Σωτηρία Μπέλλου.
Η συνεργασία Τσαουσάκη – Τσιτσάνη κράτησε μέχρι το 1951. Τότε ο Τσιτσάνης διέκοψε τη συνεργασία του με την «Columbia» και επέστρεψε στην «Odeon». Σε αυτό το διάστημα της συνεργασίας τους ο Πρόδρομος Τσαουσάκης είχε συνεργαστεί σε λίγα τραγούδια και με τους Κ. Καπλάνη, Απ. Καλδάρα, Γ. Μητσάκη, Γ. Παπαϊωάννου, Στέλιο Χρυσίνη και τον Θεσσαλονικιό μπουζουξή και συνθέτη Χρίστο Μίγκο. Έτσι, η βάση του σε αυτά τα πρώτα χρόνια της καριέρας του ήταν τα τραγούδια του Τσιτσάνη. Λέγεται μάλιστα ότι αυτές οι εμβόλιμες συνεργασίες του Τσαουσάκη με άλλους συνθέτες είναι που κλόνισαν την σχέση του με τον Τσιτσάνη, μιας και ο Τσιτσάνης, που θεωρούσε τον Τσαουσάκη ανακάλυψή του, ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο. Όποιοι κι αν είναι οι λόγοι, γεγονός είναι ότι από το 1951 και μετά δεν υπήρξε ποτέ ξανά κάποια επίσημη συνεργασία Τσιτσάνη – Τσαουσάκη. Ακόμα και το 1956, όταν ο Τσιτσάνης επέστρεψε δυναμικά στην «Columbia», στην οποία βρισκόταν ακόμη ο Τσαουσάκης, δεν υπήρξε συνεργασία.
Λέγεται ακόμα ότι ο Τσιτσάνης δώρισε στον Τσαουσάκη κάποια τραγούδια, μεταξύ των οποίων και μερικά που ηχογραφήθηκαν μετά το 1952, όταν ο συνθέτης δεσμευόταν από το συμβόλαιό του με την «Odeon».
Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης συνεργάστηκε με όλους τους μεγάλους συνθέτες της εποχή κι επηρέασε την νέα γενιά των τραγουδιστών. Μια πολύ δυνατή συνεργασία ήταν με τον Απόστολο Καλδάρα, που με τα χρόνια έγινε δυνατή φιλία. Όπως περιέγραφε μάλιστα και ο γιος του Πρόδρομου Τσαουσάκη, Δημήτρης, πολλές Κυριακές το πρωί, κατευθείαν μετά την δουλειά, πήγαιναν στην εκκλησία των Αγίων Πάντων της Καλλιθέας, όπου ο Τσαουσάκης έψελνε, και μετά την εκκλησία πήγαιναν στον σπίτι για καφέ.
Τα πρώτα του τραγούδια μαζί έγιναν το 1949, με δεύτερη φωνή την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και ορχηστρική επιμέλεια του Βασίλη Τσιτσάνη, που μάλιστα έπαιξε μπουζούκι μαζί με τον Στέλιο Χρυσίνη. Ήταν τα τραγούδια «Γυναίκα απ’ το σωρό» και «Ας με κρίνει η κοινωνία». Ακολούθησαν τα τραγούδια «Βρε ζωή φαρμάκια στάζεις», «Εσύ πασά μου φάε και πιες», «Δεν ζούμε εμείς οι μάγκες», «Ότι βρέξει ας κατεβάσει», «Μια στενοχώρια που έχω απόψε» κ.α.
Του Καλδάρα ήταν επίσης και τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε ο Τσαουσάκης στην «Columbia», την εποχή που εμφανιζόταν στο κέντρο «Παλόμα» στη Νέα Φιλαδέλφεια, μαζί με την Καίτη Πετράκη.
Την περίοδο 1952 – 1953 ο Πρόδρομος Τσαουσάκης ήταν ο πρώτος τραγουδιστής της «Columbia». Έφτασε μάλιστα να αμείβεται με την τιμή των 18 δίσκων. Επρόκειτο για την μεγαλύτερη αμοιβή λαϊκού καλλιτέχνη εκείνη την εποχή. Ο τρόπος ερμηνείας του ήταν λιτός και απαλλαγμένος από υπερβολές, κάνοντας της ερμηνείες του συγκλονιστικές, με μεγάλη εσωτερική ένταση, που αγγίζει την ψυχή του ακροατή.
Η περίοδος 1955 – 1959 χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακή δισκογραφική πτώση για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Μέχρι το 1960, διάστημα κατά το οποίο είχε πάει στην εταιρία «RCA Victor», ηχογράφησε μόνο 12 τραγούδια, όσα δηλαδή είχε ηχογραφήσει το 1953 μέσα σε λίγους μήνες. Φαίνεται πως στην νέα αυτή εποχή το φαινόμενο Στέλιος Καζαντζίδης είχε βάλει στο περιθώριο τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, όπως και άλλους παλιούς τραγουδιστές όπως τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Τάκη Μπίνη κ.α…..
Μετά την αναβίωση του ρεμπέτικου τραγουδιού το 1960, ήρθαν ξανά στο προσκήνιο και την δισκογραφία πρόσωπα της παλιότερης εποχής, όπως ο Βαμβακάρης, ο Παγιουμτζής, η Μπέλλου, η Γεωργακοπούλου και άλλοι. Αυτή την εποχή ξεκίνησε και μια δεύτερη καριέρα για τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. Το ρεπερτόριο και η ερμηνεία του άντλησαν την δυναμική τους από τη ρεμπέτικη περίοδο με τα μάγκικα τραγούδια και τη μακρόσυρτη εκφορά των λέξεων που έγινε το σήμα κατατεθέν του.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 60 χρόνων στις 23 Οκτωβρίου 1979 στην Καλλιθέα Αττικής.»
Με το σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, συνεχίζουμε σε γνήσια λαϊκά μονοπάτια, με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη σε δυο δικά του τραγούδια. Σύμφωνα με τον Βασίλη Χατζηαντωνίου η ορχήστρα είναι οι παραπάνω αναγραφόμενοι καλλιτέχνες. Εξαιρετικός στο κανονάκι ο Σαββαΐδης στο ¨Βασανισμένοι μας γονείς¨ που δίνει ένα πολύ όμορφο ηχόχρωμα.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

558. RCA VICTOR 48g 2432 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ 1963

Σηφογιωργάκης Σπύρος RCA VICTOR 48g 2432 Καλό ταξίδι σας παιδιά - Βαριά κατάρα 1963- 45rpm- 7''
 
«H όλη δισκογραφική επιτυχία τού Σπύρου Σηφογιωργάκη μέχρι σήμερα αριθμεί δεκάδες μικρών και μεγάλων δίσκων. Επιπλέον, έχει τιμηθεί επανειλημμένα από διάφορους φορείς της χώρας μας και του εξωτερικού για τη μεγάλη προσφορά του στη μουσική παράδοση τού νησιού μας.
O Σπύρος Σηφογιωργάκης, είναι γεγονός, ουδέποτε χρησιμοποίησε τη λύρα ως πάρεργο, αλλά πάντοτε ως κύριο και βιοποριστικό του επάγγελμα, στο οποίο τον στήριξε η πληθωρική αγάπη και αφοσίωση τού κόσμου. Τελευταία, πριν την ασθένειά του, ο Σηφογιωργάκης διατηρούσε Σχολή παραδοσιακής λύρας στον «Πολιτιστικό Σύλλογο Tυμπακίου» και στις Mοίρες. Δεκάδες χρόνια δάσκαλος της κρητικής λύρας (από το 1970) έχει, ήδη, παραδώσει στον χώρο της κρητικής μουσικής αρκετά νέα παιδιά, με ένα πλήρες κρητικό «ρεπερτόριο», που θα αποτελέσουν, ασφαλώς, τους μελλοντικούς συνεχιστές της αυθεντικής και γνήσιας κρητικής μας μουσικής παράδοσης.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τραγουδιών τού Σπύρου Σηφογιωργάκη είναι η αθωότητα και η απλοϊκή ομορφιά και χάρη που τα διαπνέουν. H φωνή του γλυκιά, μπάσα και μελωδική πατά γερά και σταθερά πάνω στη νότα και έχει χαρακτηριστική άνεση, απλότητα, χάρη, μεγαλοπρέπεια και λεβεντιά. Χρησιμοποιούσε λίγες μεν και απλές νότες με πλούσιο, όμως, και δυνατό αποτέλεσμα, που οφείλεται, ακριβώς, στην πηγαία ικανότητα, το αστείρευτο του ταλέντο και την ατέλειωτη αγάπη του στην κρητική λαϊκή μας μούσα και παράδοση, χαρακτηριστικό και αυτό γνώρισμα των μεγάλων δημιουργών της τέχνης.
Είναι κάτι που λείπει, δυστυχώς, σήμερα από τους νεότερους δημιουργούς, που, μέσα από την πολυπλοκότητα των συνθέσεών τους, απουσιάζουν παντελώς το χρώμα και η ταυτότητα. Άφησε που, συχνά, προσθέτουν και άσχετα προς τη γνήσια κρητική μουσική παράδοση όργανα, καταστρέφοντας με τον τρόπο αυτόν τη γνησιότητα της κρητικής λαϊκής μουσικής έκφρασης.
Πολύ σωστά είχε πει κάποτε ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης, σε τηλεοπτική του εκπομπή, ότι οι νέοι καλλιτέχνες μπήκανε στα χωράφια των παλιών και κυριολεκτικά τα κουρσέψανε, βρίσκοντας έτοιμο και στρωμένο τραπέζι, ενώ ο ίδιος, ταυτόχρονα, δήλωνε για τον Σπύρο Σηφογιωργάκη, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι ήταν τότε, στη δεκαετία του εξήντα, που τον είχε ως πρότυπο και οδηγό του στις καλλιτεχνικές του εξορμήσεις.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης υπήρξε ένας αληθινά μεγάλος ριμαδόρος και πρωτομάστορας της κρητικής μουσικής τέχνης και παράδοσης. Ευαίσθητος και ρομαντικός ένιωθε πάντα μέσα του βαθιά αγάπη για το χωριό του και τις παιδιάστικες αναμνήσεις του στο πατρογονικό του σπίτι. Αισθανόταν ατέλειωτη ευγνωμοσύνη προς τους συγχωριανούς του, Aγαλλιανούς και Kεραμιανούς, που, πρώτοι αυτοί, είναι αλήθεια, του παραστάθηκαν και τον βοήθησαν στο δύσκολο ξεκίνημα της καριέρας του. Τότε που, όπως έλεγε και ο ίδιος, ¨οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο ζεστοί και όμορφοι απ’ ότι σήμερα και όλα πολύ πιο απλά και ανθρώπινα¨…».
Το τρίτο σε σειρά ΚρητικολαΙκό δισκάκι (αν εξαιρέσουμε του Καντηλιέρη). Στο σημερινό σε καθαρά λαϊκά μονοπάτια ο Σηφογιώργης, ο οποίος δεν χρησιμοποιεί λύρα. Στα γλέντια είναι γεγονός ότι έπαιζε μέχρι και τσάμικα αλλά η συγκεκριμένη προσπάθεια νομίζω είχε καθαρά εμπορικούς σκοπούς. Το κακό είναι ότι δεν αναγράφεται η ορχήστρα.
Καλές γιορτές με υγεία.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

557. CRITI CRT-101 ΚΑΝΤΗΛΙΕΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ- ΚΑΡΜΠΑΔΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ- ΖΑΜΠΕΤΟΥΛΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ- ΗΛΙΑΚΗΣ ΜΑΜΑΣ- ΚΑΡΕΦΥΛΑΚΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ 1969

Καντηλιεράκης (Καντιλιεράκης-Καντηλιέρης) Σταύρος- Καρμπαδάκης Πέτρος-  Ζαμπετουλάκης Ευάγγελος- Ηλιάκης Μάμας- Καρεφυλάκης Στέφανος CRITI CRT-101 Μην το λυπάσαι το φιλί (Συρτός) - Ο Βάγγος το καλό παιδί 1969- 45rpm- 7''
 
«Σταύρος Καντηλιεράκης (Καντηλιέρης- βλέπε και ανάρτηση 169). Ο βετεράνος και σπουδαίος αυτός καλλιτέχνης που εδώ και δεκαετίες προσφέρει απλόχερα στην βιολιστική μουσική παράδοση των Χανίων, γεννήθηκε το 1936 στο ηρωικό χωριό των Κεραμιών Κυδωνίας, στην Παναγιά. Ο πατέρας του ήταν ο αείμνηστος ριζίτης, ο Σήφης Καντηλιέρης. Ασφαλώς από εκεί κληρονόμησε κι ο Σταύρος την καλλιτεχνική αυτή του κλίση. Σε ηλικία 14 ετών, πήρε ένα καλάμι και έφτιαξε ένα αυτοσχέδιο θιαμπόλι και την ίδια περίοδο περίπου, αγόρασε από ένα χωριανάκι του το όργανο που ποθούσε, το βιολί.
Κι έμαθε μόνος του, αυτοδίδακτος! Μα σε έξη μήνες περίπου, κατάφερε να παίξει σιγά σιγά τους πρώτους του σκοπούς. Παράδειγμα προς μίμηση είχε έναν ξάδελφο του, τον Απόστολο Σκουμπάκη που δυστυχώς έφυγε πολύ νέος από την ζωή. Πρότυπο του επίσης και ο τρανός Μαύρος! Το πρώτο ολοκληρωμένο του γλέντι, το έβγαλε σε ηλικία περίπου 18 ετών.
Η συνέχεια της μουσικής του σταδιοδρομίας, σπουδαία. Πολλά τα γλέντια, μεγάλη η φήμη, σπουδαίες οι συνεργασίες του, μιας κι έπαιξε σχεδόν με όλους τους καλύτερους λαγουτιέρηδες της εποχής του.
Δισκογραφικά επίσης, σημαντική η παρουσία του όλα αυτά τα χρόνια, αλλά σημαντική και η συνθετική του προσφορά, μιας και έχει συνθέσει τον δικό του σκοπό, τον "Συρτό του Καντηλιέρη".  Ο Σταύρος Καντηλιέρης διατελεί εδώ και πολλά χρόνια μέλος του συλλόγου μουσικών του νομού Χανίων "Ο Χάρχαλης" και επίσης προσφέρει κι από την θέση του δασκάλου, μιας και πολλά νέα παιδιά μαθαίνουν δίπλα του εδώ και χρόνια τα μυστικά του βιολιού.
Στο σημερινό δισκάκι με το ¨Μην το λυπάσαι το φιλί¨. Η ηχογράφηση είναι από το 1968. Είναι μία νέα σύνθεση Χανιώτικου συρτού, του Σταύρου Καντηλιεράκη και τραγουδάει ο λαγουτιέρης Πέτρος Καρμπαδάκης, παίζοντας παράλληλα λαούτο.
Ο Σταύρος Καντηλιεράκης νέος τότε βιολάτορας είχε μεταναστεύσει στην Αθήνα για μια καλύτερη τύχη και συγκεκριμένα δούλευε στις οικοδομές. Στα Χανιά είχε ξεκινήσει να παίζει σε γλέντια αλλά δεν ασχολήθηκε αποκλειστικά με το όργανο.
Ο Πέτρος ο Καρμπαδάκης  είχε ανέβει από τις αρχές της δεκαετίας του '60 στην Αθήνα και δούλευε επαγγελματικά παίζοντας λαούτο και τραγουδώντας, με τα μεγαλύτερα ονόματα της Κρητικής μουσικής, στα κρητικά μαγαζιά που είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται στο λεκανοπέδιο της Αττικής !! Μου έχει πει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα ιστορία με το Στέλιο Καζαντζίδη που τον συνάντησε τυχαία στη Νέα Ιωνία και του μίλησε ο Στέλιος καθώς τον είδε να φοράει την κρητική φορεσιά. Η συνάντηση είχε συνέχεια και ο Πέτρος του πρότεινε να πει κάποια λαϊκά του τραγούδια, αλλά τελικά για λόγους που δεν είναι του παρόντος δεν ευόδωσε ...
Μετά από μια 40χρονη δοξασμένη καριέρα σε Αθήνα, εξωτερικό και Κρήτη, ο Πέτρος τώρα μένει στην Κίσσαμο παίζει σε γλέντια και κάνει μαθήματα λαούτου και επίσης σε βιολατόρους και λυράρηδες, δείχνοντας τους σκοπούς και άλλα μυστικά του κάθε οργάνου.
Ο Σταύρος επίσης μου έχει πει μια ωραία ιστορία. Την εποχή που δούλευε στην Αθήνα σε οικοδομές, συγκατοικούσε σε ένα από τα παλιά σπίτια που είχαν κάμαρες με ένα κιθαρίστα του Βαμβακάρη (δε θυμόταν το όνομα) αλλά πολύ καλός μουσικός. Αυτός του είπε μια ιστορία με έναν εταιρειάρχη, νομίζω το Μάτσα :
Του λέει κάποτε ο Μάτσας :- Εμείς κάνουμε τις επιτυχίες, εσείς δεν είσαστε τίποτα !!
εννοώντας τους μουσικούς και ως ένα βαθμό χαριτολογώντας. Ο κιθαρίστας ενοχλήθηκε και του αντέταξε επιχειρήματα. Οπότε ο Μάτσας του δείχνει μία κούτα με 45ρια και του λέει :
- Ποιο θες να σου κάνω επιτυχία ;; Τράβα ένα δίσκο στην τύχη !!
Ο κιθαρίστας μπήκε στον πειρασμό και τραβάει ένα δίσκο. Ποιο ήτανε ;; Το πετραδάκι !! Η συνέχεια γνωστή ...
Στη διήγηση που έγινε το 2006, παρόντος του φίλου Θανάση Κ. και του λαγουθιέρη Γιώργη Κουρκουνάκη, στο καφενείο του Χάρχαλη.»
«Ο Βαγγέλης Ζαμπετουλάκης (βλέπε και ανάρτηση 267), γιος του Γεωργίου & της Αθηνάς μοναδικό παιδί της οικογένειας τους, έτυχε εξαιρετικής παιδείας. Γεννημένος στα Λυριδιανά Κισσάμου το 1937. Τελείωσε την στοιχειώδη εκπαίδευση στο δημοτικό σχολείο Πλακαλώνων και την Εμπορική Σχολή στα Χανιά. Φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημόνων ΑΣΟΕΕ. Κατά την διάρκεια της παραμονή του στην Αθήνα, το Θέατρο υπήρξε δεύτερο Σχολείο του. Παρακολούθησε μαθήματα ευρωπαϊκής μουσικής από τον μεγάλο καθηγητή Μιχαήλ Βλαζάκη Δ/ντή ωδείου Χανίων. Παντρεύτηκε ως ορμηνεύει η φύση τη Δήμητρα Ε. Ξενικάκη και αποκτήσανε δύο κόρες, την Ιωάννα και την Γεωργία.
Στην δισκογραφική δουλειά εμφανίστηκε το 1968 με τέσσερις συνθέσεις, δύο Συρτά & δύο τραγούδια σε ρυθμό Καλαματιανό. Ακολούθησαν πάνω από εκατό συνθέσεις σε όλα τα είδη και τις μορφές παραδοσιακής ελληνική μουσικής. Έχει γράψει μουσική και στίχους για 30 δίσκους και CD που κυκλοφόρησαν διάφορες εταιρείες. Ανάμεσα σε αυτά ηχογράφησε ένα CD αφιερωμένο στους πεσόντες της τότε Γ' Μ.Α.Κ. για το οποίο και έλαβε τον τίτλο του επίτιμου μέλους του συλλόγου "Κομμάντος '74". Έγραψε τη μουσική για 2 θεατρικά έργα, «Λοκαντιέρα» (Γκολτονι), «Τα Δέντρα παθαίνουν όρθια» (Αλέξανδρος Κασονέ), και για δύο ορατόρια, «Επιτάφιος θρήνος» και «Ερωτόκριτος».
Συνεργάστηκε με την Ελβετίδα χορογράφο και καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας Άννα Φόστερ. Μετέφρασε και μελοποίησε την Οδύσσεια του Ομήρου και έχει ηχογραφήσει την μουσική με κορυφαίους μουσικούς.
Υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη της Μαντολινάτας Χανίων η οποία ιδρύθηκε το 1973 ως Καλλιτεχνικός Σύλλογος Χανίων «Κρητικές Μαδάρες» καθώς επίσης και της Ένωσης Πνευματικών Δημιουργών νομού Χανίων.
Το 1989 κάνει την πρώτη εμφάνιση στην ελληνική τηλεόραση ΕΤ.2. Στην συνέχεια εργάστηκε στα τοπικά κανάλια από όπου παρουσίασε σε σειρές ντοκιμαντέρ, πάνω από εκατό ώρες προβολής, όλους σχεδόν τους ιστορικούς θησαυρούς της Κρήτης με έρευνα, κείμενα, μουσική και σκηνοθεσία από τον ίδιο. Πιο συγκεκριμένα για την τηλεόραση ασχολήθηκε με τα κείμενα, τη μουσική και τη σκηνοθεσία για 116 ημίωρες εκπομπές σε 5 θεματικές ενότητες : Μοναστήρια της Κρήτης (34 επεισόδια), Όρος Σινά (21 επεισόδια), Ιερουσαλήμ (22 επεισόδια), Φορτέτσες και Κάστρα της Κρήτης (17 επεισόδια), Βυζαντινές Εκκλησίες της Κρήτης (22 επεισόδια) για τα Χανιώτικα κανάλια Κύδων και Νέα Τηλεόραση. Έχει γράψει ένα ηθογραφικό έργο με τίτλο «Επικήδειοι και άλλα»».
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 



Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

556. PARLOPHONE GDSP 3102 ΜΟΥΝΤΑΚΗΣ ΚΩΣΤΑΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ 1966

Μουντάκης Κώστας (Μουντόκωστας)- Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης) PARLOPHONE GDSP 3102 Άραγε θα σε ξαναδώ - Το χεράκι της να πιάσω 1966- 45rpm- 7''
«Ο Κρητικός λυράρης Κώστας Μουντάκης, γνήσιος εκφραστής της Κρητικής παράδοσης, ο οποίος άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του από την προσωπική του τεχνική στη λύρα, πέθανε την 31η Ιανουαρίου 1991. Γεννήθηκε το 1926 στο χωριό Αλφά Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο και μεγάλωσε σε πολυμελή ορφανή οικογένεια. Ήδη σε ηλικία 15 ετών έπαιζε λύρα και τραγουδούσε στο καφενείο του χωριού του. Το 1943 απόκτησε την πρώτη του λύρα και μάθαινε τα μυστικά της από αξιόλογους καλλιτέχνες, τραγουδιστές και λυράρηδες, οι οποίοι βρίσκονταν στο χωριό του ενώ παράλληλα έκανε πολλές δουλειές για τα προς το ζην.
Στην Αθήνα ο Μουντάκης έκανε στέκι του την Κρητική ταβέρνα τα “ΧΑΝΙΑ”, όπου έπαιζε τα Σαββατοκύριακα. Στην ταβέρνα αυτή, έμεινε για δεκαοκτώ χρόνια περίπου, με συνεργάτες του τον Νίκο Μανιά, και αργότερα τον Γιάννη Ξυλούρη (Ψαρογιάννη) και τον Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη (Μαρκοβαγγέλη). Κατόρθωσε να καθιερωθεί ως ένας από τους περισσότερο ηχογραφημένους λυράρηδες της Κρητικής μουσικής. Δίσκοι και τραγούδια όπως: «Ένα ματσάκι γιασεμιά», «Αργαλειός», «Μυλωνάδες και μαζώχτρες», «Κρητικός γάμος», «Η Μάχη της Κρήτης», «Κρητικά νάκλια», «Αναφορά στον Καζαντζάκη», είναι μόνο μερικά δείγματα της τεράστιας δισκογραφίας του. Η καταξίωση και η φήμη του εξαπλώθηκε σε όλη την Κρήτη και στους ξενιτεμένους Κρητικούς και Έλληνες της διασποράς τους οποίους είχε επισκεφτεί πολλές φορές. Για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική σε ηλικία 34 ετών το 1960 και το 1971 επισκέφθηκε τον Καναδά, την Αυστραλία την Νότιο Αφρική και άλλες χώρες στις οποίες έμεναν Έλληνες και Κρητικοί μετανάστες.
Σημαντική ήταν, επίσης, η πρωτοβουλία του στην οργάνωση της κρητικής μουσικής διδασκαλίας, δηλωτική της συμβολής του στη διατήρηση της λαϊκής μουσικής παράδοσης του τόπου του. Ιδρύει την πρώτη σχολή λύρας στο Ηράκλειο στο «Ωδείο Απόλλων», το 1979, οπότε ξεκίνησε να διδάσκει σε ηλικία 53 ετών, μετά στο Ρέθυμνο (1980), έπειτα στα Χανιά το 1981 και στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου (1983). Τέλος ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο» στην Αθήνα το 1985.»
Δεν χρειάζονται συστάσεις ούτε για τον Μουντάκη ούτε για τον Ψαρογιάννη. Σύντομο το βιογραφικό, καθότι θα βρείτε περισσότερα σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Στο σημερινό δισκάκι ο Μουντάκης σε κρητικο-λαϊκά μονοπάτια. Αλλά η φωνή και μόνο τα κάνει όλα να θυμίζουν Κρήτη. Δυστυχώς δεν έχει αναφορά στην ορχήστρα που συνοδεύει. Οι ηχογραφήσεις είναι του 1965 αλλά κυκλοφόρησε το 1966. Το φωτογραφικό υλικό από διάφορες πηγές, αλλά σημαντική πηγή η ¨Ομάδα φίλων Κώστα Μουντάκη¨.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

555. ODEON DSOG 3142 ΚΙΤΣΑΚΗΣ ΑΛΕΚΟΣ- ΚΑΨΑΛΗΣ ΧΡΟΝΗΣ 1965

Κιτσάκης Αλέκος (Το αηδόνι της Ηπείρου)- Καψάλης Χρόνης (Πολυχρόνης) ODEON DSOG 3142 Στέλλα μωρ' Στέλλα - Σταφύλι μοσχοστάφυλλο 1965- 45rpm- 7''
 
«Ο Αλέκος Κιτσάκης γεννήθηκε το 1934 στο Ριζοβούνι Πρεβέζης από γονείς γεωργοκτηνοτρόφους. Το ταλέντο του φάνηκε πολύ νωρίς και το γεύτηκαν πρώτα οι λαγκαδιές και τα ρουμάνια της ιδιαίτερης πατρίδας του. Οι χωριανοί του πρόσεξαν αμέσως το καθαρό και λαγαρό μέταλλο της φωνής του και άρχισαν να τον καλούν στις διάφορες εκδηλώσεις τους. Τον Οκτώβριο του 1946 κατεβαίνει στην Αθήνα και πηγαίνει με συγγενή του στην Πανηπειρώτικη συνομοσπονδία. Εκεί τον είδαν: οι Μάρκος Θάνος , Κων/νος Σταμάτης και Αχιλλέας Ζώης όπου του ζήτησαν να τραγουδήσει την "Τζαβέλαινα".
Ενθουσιάστηκαν και αποφάσισαν να τον παρουσιάσουν στο θέατρο της "Κυβέλης". Τραγούδησε την "Τζαβέλαινα" και πριν τελειώσει, ο κόσμος όρθιος και γεμάτος ενθουσιασμό χειροκροτούσε. Αυτή η εμφάνιση στην Αθήνα στέφθηκε από επιτυχία και αποτέλεσε την αρχή μιας δύσκολης αλλά θριαμβευτικής πορείας. Η Κοτοπούλη τον γνώρισε στην τότε βασίλισσα Φρειδερίκη η οποία σε συνεννόηση με την Πανηπειρώτικη τον έστειλε με δικά της έξοδα σε ιδιωτικό σχολείο. Τα καλοκαίρια 1951 και 1952 ο Αλέκος Κιτσάκης τραγουδάει στην πλατεία Σκουφά Άρτας και γίνεται χαμός. 
Το 1952 εγκαταλείπει την Πάτρα και έρχεται στην Αθήνα. Ο Αλέκος Κιτσάκης φοίτησε στο Εθνικό Ωδείο 6 χρόνια και απέκτησε πλούσια μουσική παιδεία και κατάρτιση, πράγματα που τον βοήθησαν στην μετέπειτα επαγγελματική του σταδιοδρομία. Αποφασίζει μόνος του να πάει στην ODEON την κατοπινή Μίνως Μάτσας και ζητάει να τον ακούσουν. Στην αρχή δεν τον δέχονται, αλλά αυτός επιμένει και ο μαέστρος Σπύρος Περιστέρης τον ακούει. Έξαλλος από ενθουσιασμό μαζεύει τους πάντες και δηλώνει πως ένα μεγάλο ταλέντο ανατέλλει. Το 1954 γραμμοφωνεί σε συνεργασία με τον κλαρινίστα Βάϊο Μαλλιάρα τα τρία πρώτα του τραγούδια "Γιατί είναι μαύρα τα βουνά", "Σταυρούλα μαυρομάτα", "Τα πήρανε τα πρόβατα".
Το 1956 γυρίζει σε συνεργασία με τον Βασίλη Μπατζή σε δίσκους τα 4 επόμενα τραγούδια του "Βλαχοθανάσης", "Βασίλω μου σ' αντάμωσα", "Λίτσα Βαγγελίτσα μου", "Περιστεράκια όμορφα". Η επιτυχία πρωτοφανής το 1960 με τα τραγούδια "Οι κλέφτες" και "Πάμε στο λόγγο για ξύλα". Έτσι ο κόσμος αρχίζει να τον αποκαλεί το ΑΗΔΟΝΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ. Συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους και καλύτερους δημοτέχνες στο κλαρίνο όπως: Τάσος Χαλκιάς, Βασίλης Σαλέας, Βασίλης Σούκας, Βαγγέλης Σούκας, Γιάννης Βασιλόπουλος, Μάκης Μπέκος, Θανάσης Χαλιγιάννης, Βασίλης Μπατζής, Γρηγόρης Καψάλης, Φίλιππος Ρούντας, Χρόνης Καψάλης, Ναπολέων Ζούμπας, Ναπολέων Δάμος, Σταύρος Καψάλης. Επίσης συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με τον Γιώργο Κόρο.
Απεβίωσε στα Ιωάννινα, 2 Φεβρουαρίου 2015.»
«Ο Χρόνης Καψάλης ήταν ένας δεξιοτέχνης κλαρινίστας και σημαντική μορφή της ηπειρώτικης παραδοσιακής μουσικής. Ήταν ο αδελφός του επίσης σπουδαίου κλαρινίστα Γρηγόρη Καψάλη, με τον οποίο έπαιζαν συχνά μαζί και θείος του γνωστού τραγουδιστή Γιάννη Καψάλη. 
Μαζί με τον αδελφό του, θεωρούνται οι κύριοι θεματοφύλακες της Ζαγορίσιας παράδοσης στην Ήπειρο, διατηρώντας και προβάλλοντας το αυθεντικό της ύφος.
Από τις αρχές της δεκαετίας του '60, υπήρξε μέλος στο ιστορικό συγκρότημα «Τα Τακούτσια», ένα από τα πιο αναγνωρισμένα σχήματα της παραδοσιακής μουσικής.
Έδωσε συναυλίες και συμμετείχε σε εκδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα, καθώς και σε χώρες του εξωτερικού, μεταφέροντας την ηπειρώτικη μουσική στον Ελληνισμό της διασποράς. 
Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την ακριβή ημερομηνία γέννησης ή θανάτου του. Ωστόσο, το έργο και η προσφορά του στην παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικά.»
Εξαιρετικό το παίξιμο του Χρόνη Καψάλη στο σημερινό δισκάκι. Ηπειρώτικα ακούσματα με την όμορφη φωνή του Αλέκου Κιτσάκη. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).