Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

568. HIS MASTER'S VOICE AO-2712 ΓΟΥΝΑΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΟΥΔΑΣ ΤΩΝΗΣ- ΣΟΥΓΙΟΥΛ ΜΙΧΑΛΗΣ 1946

Γούναρης Νίκος- Μαρούδας Τώνης- Σουγιούλ (Σουγιουλτζόγλου‎‎) Μιχάλης HIS MASTER'S VOICE AO-2712 Μαντινάδες - Ο Γανωτής (Λαϊκό φοξ) 1946- 78rpm- 10''
«Ο Νίκος Γούναρης γεννήθηκε το 1915 στη Ζαγορά του Πηλίου και μεγάλωσε στο Βοτανικό. Ο πατέρας του εργαζόταν ως τσαγκάρης στα Ανάκτορα αλλά είχε πάθος με τη μουσική, έπαιζε μαντολίνο και τραγουδούσε. Από παιδί ο Νίκος Γούναρης μπολιάστηκε με το μικρόβιο του τραγουδιού και συχνά με την κιθαρίτσα του ντουετάριζε μαζί του. Αν και αυτοδίδακτος γρήγορα εξελίχτηκε σε βιρτουόζο. Λέγεται ότι στα μισά του ΄50, στο κέντρο Βυζάντιο της Νέας Υόρκης ο πολύς Αντρέ Σεγκόβια, με τον οποίο και συνδέονταν με φιλικούς δεσμούς, δήλωσε το θαυμασμό του για το περίτεχνο παίξιμό του στην κιθάρα. Από το 1936 που έκανε το επίσημο ντεμπούτο στο τραγούδι και την δισκογραφία ο Γούναρης έκλεψε τις εντυπώσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόσωπο και την τέχνη του υποκλίθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του ελαφρού όσο και του λαϊκού τραγουδιού και μάλιστα σε μια εποχή που ανάμεσα στα δύο μουσικά στρατόπεδα υπήρχαν σαφείς διαχωρισμοί. Θαυμαστές του υπήρξαν μεταξύ άλλων ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ο Βαγγέλης Περπινιάδης, ο Στέλιος Καζαντζίδης κ.ά. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Τσιτσάνη: «Όσο υπάρχει Γούναρης δεν μπορεί το λαϊκό να σηκώσει κεφάλι».
Καταργώντας τους διαχωρισμούς και τα στεγανά ο Γούναρης εμφανίστηκε σε κοσμικά μαγαζιά (Σε Λαπέν) αλλά και κλασικά λαϊκά κέντρα (Τζίμης ο Χοντρός) πάντα με ξεχωριστή επιτυχία και υψηλό μεροκάματο, μέρος του οποίου πήγαινε σε φιλανθρωπίες και ειδικές χειρονομίες σε φίλους και αγνώστους που είχαν ανάγκη. Είχε την φήμη του καλόκαρδου, γαλαντόμου και γενναιόδωρου ανθρώπου. Ιστορικές έχουν μείνει επίσης οι ζωντανά ηχογραφημένες παραστάσεις του στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων και οι έκτατες εμφανίσεις του σε κινηματογραφικές ταινίες της δεκαετίας του '50.
Το 1947 ταξιδεύει στην Αμερική όπου και αποθεώνεται. Δόξες θα γνωρίσει, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης όπου υπάρχει Ελληνισμός, από την Αυστραλία έως και την Αφρική. Παρά τις μακροπρόθεσμες απουσίες του στο εξωτερικό και τις αλλαγές στα μουσικά δρώμενα, με τα μπουζούκια πλέον στην πρωτοκαθεδρία, ο Γούναρης μέχρι και το φινάλε του παρέμεινε εξαιρετικά λαοφιλής.
Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Μίμη Πλέσσα μέσα από την αυτοβιογραφία του (εκδόσεις Κάκτος) όπου περιγράφει ανάγλυφα στιγμές απ’ την συναυλία που δόθηκε το 1953 στο Καλλιμάρμαρο για τους σεισμόπληκτους του Βόλου: 
«Το ΕΙΡ είχε δώσει τη συμφωνική του ορχήστρα και τη μεικτή χορωδία του, η Λυρική μας Σκηνή τους σολίστες και τους μαέστρους της, κι εμείς είχαμε βάλει τα καλά μας, είχαμε ενορχηστρώσει τα τραγούδια μας για τη μεγάλη ορχήστρα και διευθύναμε τους τραγουδιστές μας. Άστραφταν τα χάλκινα, δάσος ανεβοκατέβαιναν τα δοξάρια στα έγχορδα, έντονα ηχούσαν τα κρουστά, κι εμείς, ο ένας μετά τον άλλον, ανεβαίναμε στο πόντιουμ και δώσ’ του υπόκλιση, δώσ’ του ρεβεράντζα.
Το Στάδιο γεμάτο και ο κόσμος ευγενικός μ’ ένα χειροκρότημα συγκρατημένο. Στο διάλειμμά αναγγέλθηκε ένας τραγουδιστής που έλειπε χρόνια στην Αμερική. Στην άδεια, μεγάλη εξέδρα κρατώντας την κιθάρα του προχώρησε με ιδιόρρυθμο βήμα (κουτσαίνοντας) και χωρίς συνοδεία τραγούδησε: Ένα βράδυ που ‘βρεχε… ταραραράμ (η κιθάρα του), που ‘βρεχε μονότονα… ταραραράμ – επέμεινε…Δεν προλάβαμε να σκεφτούμε ότι θα πάει άπατος, χωρίς τα δικά μας «μεγαλεία», γιατί στο μεταξύ είχε φτάσει στο ρεφρέν. Και τότε 60.000 στόματα ακούστηκαν με μια φωνή: Αχ, αυτός ο άτιμος ήθελε μαχαίρωμα…! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι σημαίνει λαϊκός τραγουδιστής και αγαπημένο τραγούδι. Και πριν από το τέλος είχα γνωρίσει τον αξέχαστο τροβαδούρο, τον τραγουδιστή Νίκο Γούναρη!»
Η επιτυχία του τραγουδιού και η θεία ερμηνεία του Γούναρη, είχε σαν αποτέλεσμα ο κόσμος να ταυτίσει τον τραγουδιστή με το θέμα των στίχων, και ο Γούναρης να δέχεται καθημερινά γράμματα και κουβέντες συμπαράστασης από τους ακροατές του. Η κατάσταση άρχισε να γίνεται αφόρητη για τον Γούναρη που ζούσε αρμονικά με την σύζυγό του και τον γιο του. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη της ηχογράφησης της απάντησης στο «Ένα βράδυ πού ’βρεχε» με το «Αυτός ο άλλος που σε πήρε από μένα, αυτός ο άλλος, είν’ ευεργέτης μου μεγάλος». 
Ο Νίκος Γούναρης όμως πέρα απ’ τα ερμηνευτικά χαρίσματα του δεν έβγαζε άναρθρες κραυγές. Τραγούδησε, ομολογουμένως με συγκλονιστικό τρόπο, τραγούδια κορυφαίων συνθετών και στιχουργών. Ξεχωριστή μνεία πρέπει να γίνει για την σύμπραξή του με τον μέγιστο Μιχάλη Σουγιούλ. Μοιραία ο καλύτερος συνεργαζόταν με τους καλύτερους, γι’ αυτό και πολλά από τα τραγούδια που απέδωσε και συνδημιούργησε (ελαφρά, αρχοντορεμπέτικα, λαϊκά – σχεδόν όλα εντέχνως δομημένα και ενορχηστρωμένα) συνεχίζουν να συγκινούν μέχρι και τις μέρες μας.
Έφυγε απ’ την ζωή, στα καλύτερά του, το Μάη 1965, εξαιτίας ενός παλιού τραύματος που τον είχε αναγκάσει να φέρει ξύλινο πόδι, και εξελίχθηκε σε καρκίνο. Την ίδια μέρα ο άρχων της Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος, έδωσε εντολή, στην βιτρίνα του καταστήματος Αφοι Λαμπρόπουλοι στην Σταδίου, να αναρτηθεί το πορτραίτο του καλλιτέχνη ως φόρος τιμής στην προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι. Μπροστά από την κάδρο του στην άδεια βιτρίνα με τις υποβλητικές κουρτίνες για φόντο στήθηκε λαϊκό προσκύνημα που αποθανάτισε ο φακός του μετρ της καλλιτεχνικής φωτογραφίας, Τάκη Πανανίδη
«Την 1η Αυγούστου 1906 γεννήθηκε ο συνθέτης Μιχάλης Σουγιούλ (πραγματικό επίθετο Σουγιουλτζόγλου‎‎). Ο «πατέρας» του αρχοντορεμπέτικου γεννήθηκε στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας κι ήρθε με την οικογένεια του στην Αθήνα το 1920. Αν και προοριζόταν για έμπορος, λόγω της οικογενειακής παράδοσης, τελικά αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική. Ταξίδεψε στη Μασσαλία για σπουδές, το 1929 έγραψε το πρώτο του τανγκό, το 1931 ενορχήστρωσε ένα τραγούδι του Εντουάρντο Μπιάνκο και την ίδια χρονιά περιόδευσε στην Ευρώπη ως μέλος μιας αργεντίνικης ορχήστρας. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μιχάλης Σουγιούλ έγραψε περισσότερα από 500 τραγούδια: ευρωπαϊκά, δημοτικοφανή, ρομάντζες, καντάδες και τραγούδια εξωτικά ανατολίτικα, ενώ ήταν αυτός που ξεκίνησε τη μόδα των αρχοντορεμπέτικων.
Παράλληλα έγραψε μουσική για επιθεωρήσεις και για κινηματογραφικές ταινίες, ενώ εργάστηκε ως μαέστρος σε μεγάλα νυχτερινά κέντρα. Στην πολύχρονη καριέρα του συνεργάστηκε με τους περισσότερους δημοφιλείς τραγουδιστές της εποχής του, όπως: Σοφία Βέμπο, Δανάη, Τώνη Μαρούδα, Κάκια Μένδρη, Καίτη Μπελίντα, Στέλλα Γκρέκα, Μάγια Μελάγια, τις αδελφές Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο Γούναρη κ.ά.»
Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον Σουγιούλ θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Μαζί με τον Νίκο Γούναρη στις ¨Μαντινάδες¨ συνοδεύει ο Τώνης Μαρούδας που θα ασχοληθούμε μαζί του σε μελλοντική ανάρτηση. 
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο, ο Νίκος Γούναρης με την εξαιρετική φωνή του. Στην πρώτη πλευρά κρητικές ¨Μαντινάδες¨ με ηχόχρωμα "ελαφροκρητικό" και στη δεύτερη πλευρά "Ο Γανωτής" με ηχόχρωμα λαϊκού Φοξ. Συνεχίζουμε από την προηγούμενη ανάρτηση σε ύφος ¨ελαφρό¨. Οι "Μαντινάδες" κόπηκαν και στον δίσκο της His Master's Voice με την ίδια μήτρα και κωδικό δίσκου ΑΟ 2723.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

567. COLUMBIA SEGG 2566 ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ ΑΚΗΣ 1958

Σμυρναίος Άκης (Κιοσόγλου Γαληνός) - Ορχήστρα Άκη Σμυρναίου COLUMBIA SEGG 2566 Τσακώνικος χορός- Ο Ρόβας- Χορός του Ζαλόγγου - Μακεδονικός χορός- Κάτω στου βάλτου τα χωριά- Σούστα Κρήτης 1958- 45rpm- 7''
«Ο μαέστρος και συνθέτης Άκης Σμυρναίος (βλέπε και ανάρτηση 303) γεννήθηκε στη Σπάρτη της Μικράς Ασίας το 1918 και το πραγματικό του όνομα ήταν Γαληνός Κιοσόγλου.
Από την ηλικία των 5 ετών έμεινε ορφανός μιας και ο πατέρας του ήταν εξόριστος των Τούρκων το 1921 και πέθανε στη Μικρασιατική Καταστροφή και η μητέρα του λίγο αργότερα. Στην Ελλάδα, στην Αθήνα, τον έφεραν συγγενείς του, μαζί με τις αδελφές του και ο μικρός Γαληνός εγκαταστάθηκε στη Νέα Ιωνία μαζί τους.
Σπούδασε μουσική στο «Εμπειρίκειο Ορφανοτροφείο», όπου είχε εισαχθεί ως τρόφιμος και αποφοιτώντας από εκεί επιστρέφει στη Νέα Ιωνία. Εργάζεται ως αρτεργάτης, ενώ παράλληλα συνεχίζει και τελειοποιεί τις μουσικές του σπουδές στην τρομπέτα και σε άλλα πνευστά μουσικά όργανα. Μελετώντας Λογοτεχνία ασχολείται με την σύνθεση και συμμετέχει ενεργά στα πολιτικά του καιρού του.
Για τις αριστερές του πεποιθήσεις και τις δραστηριότητες του στο Κομμουνιστικό Κίνημα συλλαμβάνεται κατά την δικτατορία του Μεταξά το 1937 και οδηγείται στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας, όπου ως έγκλειστος συνεχίζει τη μουσική του δραστηριότητα.
Αμέσως μετά την κήρυξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου αποφυλακίζεται για να πάρει δίχως σχεδόν ανάσα, μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Εντάσσεται στον Ε.Λ.Α.Σ, στο στρατιωτικό σκέλος του ΚΚΕ, στις ομάδες του Άρη Βελουχιώτη (5η Ταξιαρχία) και σύντομα, αναλαμβάνει ως επικεφαλής της νομικής ομάδας με το επαναστατικό ψευδώνυμο «Αστραπόγιαννος».
Εκείνο, όμως, που θα τον κάνει διάσημο και θα περάσει τ’ όνομά του στην Ιστορία είναι η θρυλική του σύνθεση σε στίχους του Νίκου Καρβούνη «Στ’ άρματα, στ’ άρματα, εμπρός στον αγώνα» που θα γίνει ο ύμνος των Ελλήνων παρτιζάνων του Ε.Λ.Α.Σ. και που για πολλά χρόνια μετά θα το τραγουδούν χιλιάδες αγωνιστές σε κάθε ευκαιρία. Μερικές ακόμα γνωστές συνθέσεις του είναι: «Στον Άρη Βελουχιώτη», «Είμαστε Αντάρτες της Ελλάδας», «Χτυπάμε Πανανθρώπινες Καμπάνες», «Δάκρυσε ο Ταΰγετος», κ.α.
Μετά την «Συμφωνία της Βάρκιζας» ΤΟ 1944, όπου ο Ε.Λ.Α.Σ κατέθεσε τα όπλα, ο Άκης Σμυρναίος επιστρέφει στην Νέα Ιωνία και εγκαθίσταται στο μικρό προσφυγικό σπίτι της Ελευθερούπολης, στην οδό Βρυούλων 12, παντρεύεται με την Ευαγγελία Παναγιωτίδου (1947) και αποκτά μαζί της δύο παιδιά: τον Στάθη Κιοσόγλου, πρώτο κλαρινετίστα σήμερα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και την Σμαράγδα Σμυρναίου, εξαιρετική ηθοποιό του Θεάτρου. Είναι παππούς των επίσης μουσικών, Ευαγγελίας και Γαληνού Κιοσόγλου.
Το 1951 παίρνει το πτυχίο οργανώσεως πνευστών από το Εθνικό Ωδείο. Ένα χρόνο μετά παίρνει και το πτυχίο αρμονίας με άριστα από το Ελληνικό Ωδείο. Το 1953, ως καλεσμένος του Δήμου Ρεθύμνου πηγαίνει εκεί και οργανώνει τη Δημοτική μπάντα. Επιστρέφοντας, ένα χρόνο μετά, διορίζεται διευθυντής της Ελαφράς Ορχήστρας του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, της οποίας υπήρξε πρωτεργάτης στο σχηματισμό της, οπότε και, οριστικά, παίρνει το ψευδώνυμο «Άκης Σμυρναίος». Τη θέση του αυτή στο Ε.Ι.Ρ. θα διατηρήσει ως το 1960.
Ο Άκης Σμυρναίος υπήρξε ακόμα διευθυντής της ορχήστρας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για πολλά χρόνια καθώς και ο μόνιμος διευθυντής της ορχήστρας του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού.
Ο Άκης Σμυρναίος από τους θεμελιωτές του ελαφρού τραγουδιού στην μεταπολεμική Ελλάδα, μεσουρανούσε μαζί με τον άλλο Ιωνιώτη συνθέτη, Μιχάλη Σουγιούλ, τις δεκαετίες του 1950-1970.
Ο Άκης Σμυρναίος έφυγε από τη ζωή το 1984 σε ηλικία 66 ετών.
Για την δισκογραφία του κατέδειξε συνολικά 153 τραγούδια του (μαζί με τα αντάρτικα), καθώς και 33 επανεκτελέσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο "Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά – Οι λαϊκοί καλλιτέχνες Νο.2", Τόμος 8ος»
Τα ακόλουθα του Βάσου Βογιατζόγλου: “Ευτύχησα να τον γνωρίσω προσωπικά καθώς συχνά τον συναντούσα στο φωτογραφείο του θείου μου Λευτέρη Βογιατζόγλου στη Νέα Ιωνία, που ουδέποτε ο Σμυρναίος λησμόνησε. Θυμάμαι πάντα έναν σεμνό και ανοιχτόκαρδο άνθρωπο με λεβέντικη κορμοστασιά. Πάντα προσηνής, με βαθειά αίσθηση του ανατολίτικου χιούμορ, χαμογελαστός, αφοπλιστικά ειλικρινής, αεικίνητος ο Άκης Σμυρναίος υπήρξε ένα μοναδικό φαινόμενο αυτοδημιούργητου καλλιτέχνη με απαράμιλλη εργατικότητα, πίστη στη ζωή και στην αξία της μουσικής, γεμάτος θάρρος και ανθρωπιά. Ο ίδιος έπαιζε πολλά όργανα, όχι μόνο πνευστά αλλά και έγχορδα. Το πιάνο, η μάντολα, το αρμόνιο, το μαντολίνο, η τρομπέτα, το σαξόφωνο υπήρξαν αχώριστοι σύντροφοί του. … Παρά τις εξαιρετικές του επιδόσεις στη συμφωνική μουσική, ο Άκης Σμυρναίος έγινε, και παραμένει μέχρι σήμερα, γνωστός για τις επιτυχίες του στην ελαφρά μουσική όπου πολλά από τα πρελούδια του διατηρούν ακόμη την ανάμνηση της επιτυχίας…”.
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 

 

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

566. FIDELITY 7441 ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΜΙΧΑΛΗΣ- ΤΣΑΓΚΑΡΑΚΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ 1968

Τσαγκαράκης Μιχάλης (Τσαγκαρομιχάλης)- Τσαγκαράκης Δημήτρης FIDELITY 7441 Δεν ξαναμπαίνω εμπόδιο (Συρτός Ρογδιανός) - Το ξυλίκι (Μαντινάδες) 1968- 45rpm- 7''
Αδελφοί Τσαγκαράκη στο σημερινό δισκάκι με έναν όμορφο ¨Ρογδιανό¨ συρτό στην πρώτη πλευρά και στην άλλη πλευρά μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους ¨Το Ξυλίκι¨. Το δισκάκι έκοψε με δυο διαφορετικές ετικέτες (βλέπε παρακάτω). 
Σύντομα βιογραφικά στοιχεία παρακάτω καθώς έχουμε αρκετές αναρτήσεις με αυτό το δίδυμο.
«Ο Μιχάλης Τσαγκαράκης είναι ένας από τους σημαντικότερους και καταξιωμένους λυράρηδες της σύγχρονης κρητικής μουσικής σκηνής. Γεννήθηκε το 1945 στο Αποίνι του Ηρακλείου Κρήτης και μεγάλωσε στο Ηράκλειο. Προέρχεται από οικογένεια μουσικών, με τον πατέρα του, Ηρακλή Τσαγκαράκη, να είναι ένας από τους καλύτερους λυράρηδες της εποχής του. Τα αδέλφια του, Δημήτρης, Στέλιος και Γιώργος, είναι επίσης καταξιωμένοι μουσικοί.
Αυτοδίδακτος στη λύρα και το τραγούδι, ο Μιχάλης Τσαγκαράκης ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας και τραγουδώντας στα καφενεία των χωριών του Ηρακλείου, όπου η μουσική ήταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας. Το 1964, σε ηλικία μόλις 19 ετών, κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο 45 στροφών με τίτλο "Ξενιτεμένο μου πουλί" και "Χωριανοί, χωριανοί" (θα το βρείτε σε παλιότερες αναρτήσεις όπως και περισσότερα βιογραφικά στοιχεία).
Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας (1965-1967), απαγορεύονταν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο στο στρατόπεδο. Ο Μιχάλης Τσαγκαράκης ψυχαγωγούσε αξιωματικούς και φαντάρους με τη λύρα του, γράφοντας το τραγούδι "Νεοσύλλεκτοι φαντάροι" και παίζοντας στη λέσχη αξιωματικών και στο ραδιοφωνικό σταθμό Κομοτηνής.
Μετά την αποστρατεία του, εργάστηκε σε κέντρα διασκέδασης όπως το "Καν Καν" και η "Καλλιθέα", όπου έπαιζε με τα αδέλφια του και τον Ζαχαρία Σμπώκο, συμβάλλοντας στην εξέλιξη της κρητικής μουσικής. Ήταν ο πρώτος λυράρης που έπαιζε κάθε βράδυ και για πολλά χρόνια στο κέντρο "Καλλιθέα"».
«Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης ήταν ένας πολύ καλός λαουτιέρης που έπαιξε με πολλούς μουσικούς στο διάστημα 1955-1975. Έπαιξε και ηχογράφησε με τους: Καλομοίρη,  Μουντόκωστα, Ψαρονίκο, Μιχάλη Τζαγκαράκη, Δημήτρη Καμάρη, Κοκολογιάννη, Μελεσσανάκη Ζαχαρία, Γιώργο Σταυρουλάκη (Αντισκαριανό), Γιάννη Κακουλάκη και τον λυράρη Μιχάλη Κρασαδάκη. Ήταν αδελφός του Μιχάλη Τζαγκαράκη (Τσαγκαρομιχάλη).
Ο Δημήτρης Τσαγκαράκης είχε δισκοπωλείο στο Ηράκλειο. Επίσης είχε την εταιρεία Castro στην οποία κυκλοφόρησε αρκετές κασέτες κατά τη δεκαετία του 70, μεταξύ των οποίων μία του Σκορδαλού και μία του Γαργανουράκη.»
Φωτογραφίες και τα ηχητικά αρχεία …(εδώ).
 
 




Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

565. ODEON GA 1811 ΡΟΥΚΟΥΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ 1934

Ρούκουνας Κώστας (Σαμιωτάκι- Σαμιώτης- Σαμιωτάκης)- Πολίτης Γιάννης ODEON GA 1811 Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων (Κλέφτικο) - Λειβαδιά αλά Μωραΐτα 1934- 78rpm- 10''
«Ο Κώστας Ρούκουνας (Σάμος, 1903- Αθήνα, 11 Μαρτίου 1984), γνωστός και ως «Σαμιωτάκι», υπήρξε καταξιωμένος τραγουδιστής του ρεμπέτικου και δημοτικού τραγουδιού, καθώς και τραγουδοποιός. Ο Ρούκουνας προερχόταν από φτωχή οικογένεια και για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να ξεκινήσει να δουλεύει από τα οκτώ του χρόνια. Αρχικά εργάστηκε σε μια καπνοβιομηχανία και αργότερα ως ξυλουργός. Η καλλιτεχνική του καριέρα ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του '20. όταν άρχισε να τραγουδάει σε μια ταβέρνα. Ο νεαρός Ρούκουνας έγινε γρήγορα διάσημος μεταξύ των άλλων Σαμιωτών για τη φωνή του και δη τις επιδόσεις του στα Σμυρναίικα τραγούδια.
Σύντομα έφυγε για την Αθήνα (το 1927 ή το 1928). Εκεί τραγουδούσε επαγγελματικά σε γιορτές και πανηγύρια μέχρι που τον ανακάλυψε ο Παναγιώτης Τούντας, κορυφαίος συνθέτης και στέλεχος σε μεγάλη δισκογραφική εταιρεία. Υπό τον Τούντα, ο Ρούκουνας πραγματοποίησε τις πρώτες του ηχογραφήσεις για δίσκους 78 στροφών. Με την μαεστρία της φωνής του, διακρίθηκε τόσο στα παραδοσιακά όσο και στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ιδιαίτερης μνείας χρήζουν οι επιδόσεις του στους (πλέον απαιτητικούς από τεχνικής σκοπιάς και ημι-αυτοσχεδιαστικούς) μανέδες.
Ο Ρούκουνας συνεργάστηκε με πολλούς συνθέτες κατά τη διάρκεια της μακράς καριέρας του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ο Παναγιώτης Τούντας, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Γρηγόρης Ασίκης και αρκετοί άλλοι.
Το 1934 παντρεύτηκε την τραγουδίστρια Άννα Παγανά (ή Άννα Πολίτισσα) η οποία όμως πέθανε το 1943 σε νεαρή ηλικία από καρδιακά προβλήματα. Ο Ρούκουνας παντρεύτηκε την δεύτερη γυναίκα του, την στιχουργό Αλεξάνδρα Κυριαζή το 1948 και πέρασε μαζί της το υπόλοιπο της ζωής του σε προάστιο των Αθηνών.
Ηχογράφησε στις 78 στροφές γύρω στα 200 τραγούδια. Συνέχισε και στις δεκαετίες του 1960 και 1970 να γράφει και να τραγουδά με απίστευτη ζωτικότητα. Ως συνθέτης άφησε μερικά από τα ωραιότερα ρεμπέτικα.»  Περισσότερες πληροφορίες σε παλαιότερες αναρτήσεις.
Στην πρώτη πλευρά του δίσκου, το κλέφτικο του Κώστα Ρούκουνα ¨Κάψαν τη μάνα των Γιαγιάδων¨ (πιθανότατα στο κλαρίνο ο άγνωστος Γιάννης Πολίτης- τον προσφωνεί), το οποίο περιγράφει την φριχτή δολοφονία, απ' το Ελληνικό Κράτος, της Μαρίας Γιαγιά, μητέρας των αδερφών Γιαγιά το 1917. Πρωταγωνιστές στη σαμιακή επανάσταση του 1912 εναντίον των Τούρκων που οδήγησε στην απελευθέρωση του νησιού και στην ένωσή του με την Ελλάδα, τ' αδέλφια Γιαγιά από τον Μαραθόκαμπο, ήρθαν αργότερα σε σύγκρουση με τον πρωθυπουργό Θεμιστοκλή Σοφούλη και την τοπική διοίκηση, σύγκρουση που οδήγησε σε φυλακίσεις, εκτελέσεις συγγενών τους, ως και αυτονομιστικά κινήματα! Ο Ρούκουνας έγραψε άλλα δύο τραγούδια για τους Γιαγιάδες. Είναι τα ''Οι Γιαγιάδες'' το 1934 και το ''Στης Σάμου τα περίχωρα (Ο Γιώργος ο Γιαγιάς) το 1936.
Οι Γιαγιάδες (σωστό οι Γιαγάδες) είναι οικογένεια από το χωριό  Μαραθόκαμπος, της Σάμου . Τέσσερα αδέλφια Γιώργος, Κώστας, Κίμωνας και Γιάννης. Οι Έλληνες Ρομπέν των δασών, νοικοκυραίοι, εγγράμματοι, παλικάρια, πρωτεργάτες ένοπλων αγροτικών κινημάτων, «ληστοφυγόδικοι» που κέρδισαν τη συμπαράσταση της «φρόνιμης» κοινωνίας.
Η συναρπαστική ιστορία τους εκτυλίσσεται σαν μυθιστόρημα. Οι Γιαγάδες, όταν η Σάμος έχασε τη διοικητική αυτονομία της ως «Ηγεμονία»  και πέρασε από την επικυριαρχία του Σουλτάνου σε εκείνην του νεοελληνικού κράτους, πάτησαν πάνω στην ευρεία λαϊκή δυσαρέσκεια και πολιτικοποίησαν τη δράση τους θέτοντας συλλογικά αιτήματα με κοινωνικό όραμα. Οι τέσσερις Γιαγάδες είχαν πάντα διφορούμενη σχέση με τις σύγχρονες πολιτικές ιδεολογίες. Είχαν υποστηρίξει την ένωση με την Ελλάδα αλλά δεν έπαψαν να φλερτάρουν με το αυτονομιστικό κίνημα . Με την ίδια ευχέρεια, φλέρταραν με τη φιλοβασιλική ιδεολογία κατά τον Εθνικό Διχασμό, και με την κομμουνιστική Αριστερά κατά τη δεκαετία του '30, υπερασπίζοντας τις διεκδικήσεις της φτωχολογιάς της υπαίθρου για να καταλήξουν μετά το 1935 να ενταχθούν ενεργά  στη «νομιμότητα της εθνικοφροσύνης». Παρότι ως πρόσωπα έδειξαν καιροσκοπισμό, τα αποτελέσματα της δράσης τους, , αποδείχθηκαν σημαντικά για την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση των ευρύτερων στρωμάτων στο πλαίσιο του νεωτερικού ελληνικού κράτους.
Τους συναντάμε στο βουνό πρώτη φορά το 1912 στο κίνημα υπέρ της Ένωσης της Σάμου με  την Ελλάδα. Συμμετέχουν ενεργά και αμέσως μετά την ένωση εντάσσονται στις τοπικές αστυνομικές αρχές ως βαθμοφόροι. Με τη  φυγή του τουρκικού στρατού και την απόβαση του ελληνικού στόλου στο Βαθύ, έγινε  ρυθμιστής ο πολιτευτής της ανατολικής Σάμου, Θεμιστοκλής Σοφούλης. Ο Γιάννης Γιαγάς θεωρεί ότι ο Σοφούλης οικειοποιήθηκε τον δικό τους αγώνα και έβαλε δικούς του σε όλα τα πόστα. Λίγο καιρό μετά, οι Γιαγάδες έρχονται σε σύγκρουση με την τοπική διοίκηση. και ο  ο Κώστας Γιαγάς μετά την κατάταξή του,  θα επιστρέψει στο χωριό του ως λιποτάκτης ή ως αρχηγός «στρατιωτικής στάσης» αφού τον ακολουθούν κι άλλοι. Από τότε οι Γιαγάδες βγαίνουν στο βουνό.
Με την προσχώρηση στο σώμα και του Γιώργου Γιαγά, αρχίζουν να περιφέρονται ένοπλοι, θέτοντας υπό αμφισβήτηση, την κυριαρχία των εκεί εγκατεστημένων επίσημων κατασταλτικών μηχανισμών
Ο Γιάννης ηγήθηκε αρχικά αυτού του κινήματος αλλά συνελήφθηκε εγκαίρως. Στις φυλακές οργάνωσε εξέγερση και απόδρασε αλλά σύντομα πήγε στις φυλακές τις Αίγινας ενώ διάφοροι συγγενείς τους εκτοπίστηκαν στη Λιβαδειά.
Εννέα μήνες μετά, ο Γιάννης αποφυλακίζεται και επιστρέφει στη Σάμο, όπου έχει εγκατασταθεί η Κρητική χωροφυλακή· και τα αδέρφια του είναι επικηρυγμένα στο βουνό.
Οι επικηρυγμένοι πλέον Κώστας και Γιώργος  συνεχίζουν τις αντεκδικήσεις με τους διώκτες τους και αναμένουν την ευκαιρία για να προσεταιριστούν περισσότερους οπαδούς.
Η ευκαιρία αυτή δόθηκε το 1916 στο πλαίσιο ιστορικής συγκυρίας του Εθνικού Διχασμού.
Από φυγάδες στο βουνό, τα τέσσερα αδέλφια μετατρέπονται σε ηγέτες της αντιβενιζελικής παράταξης του νησιού.
Τον Ιανουάριο του 1917, σε μια μάχη  στο χωριό  Κοσμαδαίοι, σκοτώνεται ο Γιώργης Γιαγάς. Οι αντάρτες κόβουν το κεφάλι του για να «μη περιέλθη τρόπαιον εις χείρας του εχθρού», και δραπετεύουν στους Φούρνους και από εκεί  στην Κάρυστο. Το επόμενο πρωινό, οι διώκτες των Γιαγάδων μπαίνουν στους Κοσμαδαίους, και πυρπολούν  ολόκληρο το χωριό. Εκτελούν αρκετούς κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους τον ιερέα του χωριού, τον πρόεδρο της κοινότητας και την αδελφή των Γιαγάδων, Δήμητρα.
Την επόμενη μέρα ένα άλλο απόσπασμα Χωροφυλακής  εισβάλει στο χωριό τους, τον Μαραθόκαμπο, προς αναζήτησή τους. Εκεί, αντί για τους Γιαγάδες, οι χωροφύλακες βρίσκουν  κρυμμένη τη μητέρα τους , την οποία οδηγούν σε απόμερο σημείο και την καίνε ζωντανή λούζοντας την με πετρέλαιο. Τα παραπάνω φρικιαστικά γεγονότα, σηματοδοτούν και το τέλος του δεύτερου επεισοδίου των Γιαγαδικών στη Σάμο.
Από το σημείο αυτό και στο εξής οι Γιαγάδες παύουν να εμφανίζονται ως απλοί «ληστοφυγόδικοι», καθώς αρχίζουν να θεωρούνται ως μάρτυρες ολόκληρου του αντιβενιζελικού στρατοπέδου.
Το τρίτο επεισόδιο των Γιαγαδικών στη Σάμο,  τοποθετείται στα τέλη του 1922.
Είναι άμεσα συνδεδεμένο και αυτό με τη βία του Εθνικού Διχασμού. Ξεκινά ως τοπική αντίδραση των φιλοβασιλικών δυνάμεων του νησιού στο κίνημα των Πλαστήρα - Γονατά, μετά την κατάρρευση του Μικρασιατικού Μετώπου. Οι αδελφοί Γιαγά είχαν επιστρέψει στη Σάμο μετά την ήττα των Βενιζελικών στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 όπου οι δύο από αυτούς ανέλαβαν και δημόσια αξιώματα. 
Η φιλοβασιλική κυβέρνηση, αν και φίλα προσκείμενη προς τους Γιαγάδες απέφυγε ωστόσο να αμνηστεύσει τον επικηρυγμένο Κώστα. Με την «επαναστατική» αλλαγή του πολιτικού σκηνικού τον Οκτώβριο του 1922, οι αδελφοί Γιαγά σπεύδουν να προλάβουν τις εξελίξεις.
Με το ένοπλο κίνημα των Γιαγάδων του 1922 οι αντάρτες  επιδιώκουν την πλήρη στρατιωτική κατάληψη του νησιού και επιτυγχάνουν  την κατάληψη ενός εκ των δύο αστικών κέντρων του νησιού, το Καρλοβάσι. Η παρουσία, ενός ελληνικού  θωρηκτού στο Βαθύ δεν τους επιτρέπει να ολοκληρώσουν την εισβολή στην πρωτεύουσα και η δυσμενής έκβαση της  μάχης των Μυτιληνιών, οδηγεί  άλλη μια φορά τους ηγέτες του κινήματος στη φυγή και τους οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη. Λίγο πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης, ο Πλαστήρας θα αμνηστεύσει όλα πολιτικά εγκλήματα, και θα συμπεριλάβει τους αντάρτες της Σάμου πλην του Κώστα Γιαγά.
Ο Ιούνης  του 1925 σηματοδοτεί το τέταρτο επεισόδιο των Γιαγαδικών.
Με αφετηρία τον Μαραθόκαμπο,  εισβάλουν αρχικά στο Καρλόβασι, και στις 6 Ιουνίου, εισβάλουν στο Βαθύ. Αφοπλίζουν  αστυνομικές και στρατιωτικές Αρχές και απελευθερώνουν όλους τους κρατούμενους από τις φυλακές. Εκδίδουν προκήρυξη με τα αιτήματα του κινήματος και καλούν το λαό σε δημόσιο συλλαλητήριο και επιδίδουν ψήφισμα προς τους προξένους της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Η κατοχή της Σάμου δεν θα διαρκέσει πολύ. Στις 8 Ιούνη ισχυρές στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις από την Αθήνα διαλύουν τους αντάρτες και οδηγούν  για άλλη μια φορά τους αρχηγούς στη φυγή και τους  οπαδούς τους στη στρατιωτική δικαιοσύνη.
Κάπως έτσι τελειώνει η ιστορία των Γιαγαδικών, ως συλλογικών ένοπλων κινημάτων στα μέσα του  1925, ενώ η ιστορία των Γιαγάδων, ως «ληστοφυγόδικων», κλείνει δύο χρόνια αργότερα.
Τον Ιούνη του 1927, ο Κώστας Γιαγάς ο πλέον δημοφιλής από τους τέσσερεις θα σκοτωθεί από απόσπασμα της Χωροφυλακής, προδομένος από κάποιον συγγενή και σύντροφό του.
Αμέσως μετά τον φόνο οι χωροφύλακες περιόδευσαν  στα χωριά της Σάμου επιδεικνύοντας το κομμένο κεφάλι του θρυλικού «ληστή».
Λίγο καιρό μετά τα δύο αδέλφια, ο Γιάννης και ο Κίμωνας,  παραδίδονται στις Αρχές. και δικάζονται στο κακουργιοδικείο της Σύρου όπου καταφέρνουν να αθωωθούν.
Η αθώωση του Γιάννη και  Κίμωνα Γιαγά το 1927 δεν θα σημάνει μόνο την επιστροφή τους στη νομιμότητα,  αλλά θα επιτρέψει στον πρώτο να ξεκινήσει πολιτική καριέρα .
Σε αντίθεση με τον μεγάλο του αδελφό, ο Κίμων Γιαγάς δεν Θα καταφέρει να απεκδυθεί τον ρόλο του παράνομου για πολύ. Το βράδυ 2 Οκτωβρίου 1929, ο Κίμων, περνώντας έξω από το καφενείο του Μαραθοκάμπου, αντιλήφθηκε ότι μέσα βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε καταδώσει στη Χωροφυλακή τον αδελφό του, τον Κώστα. Αμέσως, ο Κίμων εισέβαλε στο καφενείο και πυροβόλησε τον προδότη του Κώστα, ενώ στη συνέχεια παραδόθηκε στις αρχές. Έτσι, το τέλος της πολυτάραχης οικογένειας Γιαγά θα βρει τον μικρότερο αδελφό, τον Κίμωνα, και πάλι έγκλειστο στις φυλακές.
Ο Γιάννης Γιαγιάς συμμετέχει στις εκλογές του 1928 ως ανεξάρτητος υποψήφιος και κατά την προεκλογική περίοδο η ομάδα του εμπλέκεται σε βίαια επεισόδια, γι αυτό συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακή. Εκεί γνωρίζονται με μέλη του ΚΚΕ που έχουν συλληφθεί με την διαδικασία του Ιδιώνυμου και προσχωρούν και οι Γιαγιάδες στο κόμμα των Εργατών. Ο Γιάννης αρθρογραφεί στον “Ριζοσπάστη” και στις εκλογές του 1933 είναι υποψήφιος του ΚΚΕ στην Σάμο. Για τη κομμουνιστική του δράση όμως συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως το 1935 και εξερχόμενος από τη φυλακή συμπορεύεται πάλι με τους βασιλόφρονες προτρέποντας του Σαμιώτες να στηρίξουν τον Βασιλιά στο τότε δημοψήφισμα.
Στην κατοχή τάχθηκαν ενάντια στο ΕΑΜ και μεταπολεμικά πρωτοστάτησαν στις διώξεις και τους βασανισμούς των αντιστασιακών της Σάμου».
Στη δεύτερη πλευρά το ¨Λειβαδιά αλά Μωραΐτα¨ ένα κλέφτικο που αναφέρεται στα χρόνια τα παλιά (πιθανότατα να σχετίζεται με του Γιαγάδες) και το οποίο τραγουδήθηκε από τον Ρούκουνα με τους ίδιους στίχους και ως ζεϊμπέκικο.  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

564. DORE K-77 ΚΑΒΟΥΡΑΣ ΣΤΑΘΗΣ- ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ- ΚΑΡΚΑΝΑΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ- ΖΟΥΜΠΑΣ ΤΑΣΟΣ- ΜΠΑΜΠΑ ΑΛΙΚΗ 1964

Κάβουρας Στάθης- Βασιλόπουλος Θανάσης- Καρκανάκης Χρήστος- Ζούμπας Τάσος- Μπάμπα Αλίκη DORE K-77 Στου Παρνασσού τα έλατα (Τσάμικο) - Δυο φιλιά να σου ζητήσω 1964- 45rpm- 7''
 
«Ο Στάθης Κάβουρας γεννήθηκε το 1932 στο Δροσοχώρι (Kολοβάτα) Φωκίδος. O παππούς του είχε σκοτωθεί στα Γιαννιτσά το 1912 στον Eλληνοβουλγαρικό Πόλεμο και έτσι ο πατέρας του έμεινε ορφανός από δύο ετών. Σαν να μην έφθανε αυτό, ο πόλεμος του ’40 έκανε ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα για την οικογένειά του, αφού ένα βλήμα όλμου σκότωσε τον 13χρονο αδελφό του Στάθη, τον Γιάννη. Λίγο καιρό πριν είχε πεθάνει και ένα άλλο του  αδελφάκι. Το χωριό του ήταν καμένο από τους Γερμανούς και λεηλατημένο από τους Tαγματασφαλίτες και τους Kλέφτες, γι’ αυτό ο πατέρας του, Mήτσος Kάβουρας, με την ίδρυση του EAM ήταν από τους πρώτους που το ακολούθησε, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί το 1946, χωρίς καμία κατηγορία, σε 20 χρόνια φυλακή και να οδηγηθεί στα Γιούρα και σ’ όλες τις φυλακές της Eλλάδας έως το 1957, για να συλληφθεί ξανά επί Xούντας και να φυλακιστεί έως το 1968.
Έτσι, ο μικρός Στάθης ανέλαβε την υποχρέωση να μεγαλώσει τα πέντε ακόμη μικρά του αδέλφια, τη δύσκολη εποχή του πολέμου και σ’ ένα χωριό εγκαταλειμμένο από την πολιτεία (επειδή είχε πολλούς αντάρτες), χωρίς φως, νερό, τηλέφωνο, δρόμους και κυρίως σχολείο. Ένα διάστημα μάλιστα (περίπου το 1947) είχε δοθεί διαταγή να εκτοπισθεί το χωριό μ’ αποτέλεσμα οι λιγοστοί και ταλαιπωρημένοι κάτοικοί του να μείνουν άστεγοι, χωρίς κτήματα, χωρίς ζώα κ.λπ.
Τον πατέρα του από την σύλληψή του το 1946 τον ξαναείδε για πρώτη φορά το 1951 στην Αθήνα, στο Στρατοδικείο, που τον είχαν φέρει για την αναθεώρηση της δίκης του, στην οποία δεν δήλωσε μετάνοια και ξαναστάλθηκε για επτά ακόμη χρόνια στις φυλακές. Και δεν ήταν μόνο οι οικονομικές δυσκολίες, που αντιμετώπισε η οικογένεια του Kάβουρα, αλλά και ο συνεχής διωγμός και κατατρεγμός. Σε δουλειά δεν τον έπαιρναν, διότι ήταν “γιος αριστερού”, γι’ αυτό μεγάλωσε ως τσοπανάκος σε κάποια στάνη με μισθό… μια κατσίκα το μήνα. Έτσι έφτιαξε τη δική του στάνη και έζησε τα πέντε του μικρά αδελφάκια.
Το πρώτο του ξεκίνημα ως τραγουδιστής το έκανε στο στρατό, που είχε δημιουργήσει μαζί με άλλους φαντάρους μια μικρή κομπανία. O ίδιος έπαιζε λίγο βιολί και κιθάρα. Το 1953 ο λοχίας του τον πρότεινε να τραγουδήσει στο Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, που ήταν τότε στην οδό Zαλοκώστα. Τον συνόδευσαν, ο Nίκος Kαρατάσος (σαντούρι), ο Xάρης Aθανασιάδης (βιολί) και ο Mήτσος Tσακίρης (κιθάρα). Απολυόμενος από φαντάρος ανέλαβε πάλι τα βάρη της οικογένειάς του (καθώς ο πατέρας του ήταν ακόμη στη φυλακή) και παράλληλα πήγαινε μαζί  μ’ άλλους μουσικούς της περιοχής του σε γάμους και πανηγύρια. Παιδεύτηκε γύρω στα πέντε-έξι χρόνια δουλεύοντας παράλληλα στα χωράφια και στα κοπάδια, ώσπου έκανε όνομα και τον έπαιρναν τακτικά σε δουλειές.
Εν τω μεταξύ, ο Θανάσης Πλατανιάς (τραγουδιστής-κιθαρίστας από τη Λαμία) τον είχε πείσει να αφήσει το βιολί και να παίξει κιθάρα για να τραγουδάει κιόλας, διότι τον έβλεπε ότι είχε μέλλον. Έτσι λοιπόν γνωρίστηκε ως κιθαρίστας-τραγουδιστής σ’ όλη την επαρχία ως την Πελοπόννησο. Το 1957 όμως, που βγήκε ο πατέρας του από τη φυλακή και ανέλαβε το σπιτικό, ο Στάθης -παντρεμένος ήδη και με δύο μωρά- αποφάσισε να έρθει στην Αθήνα. Γράφτηκε στο Σωματείο Μουσικών “H Αλληλοβοήθεια” και αφού πέρασε από ακρόαση πήρε την επαγγελματική ταυτότητα του μουσικού.
Από δουλειές δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα, καθώς είχε και μια οικογένεια να αναθρέψει. Σιγά-σιγά με κόπους και στερήσεις “δικτυώθηκε” με τους μουσικούς της Αθήνας και έβρισκε συνέχεια δουλειά.
Εν τω μεταξύ, ξανασυνάντησε ύστερα από χρόνια τον Tάσο Xαλκιά, που είχε γνωρίσει στην Αθήνα, όταν ήταν φαντάρος, ο οποίος Xαλκιάς τον είχε πάει τότε στην “Columbia” και του είχε κάνει και ένα μικρό δισκάκι με τα τραγούδια “T’ Aνδρούτσου η μάνα χαίρεται” και “Mού ‘πανε τα γιούλια”, επαναγραμμοφώνησαν μερικά τραγούδια, γιατί εκκρεμούσε το συμβόλαιο που είχε με την “Columbia”. Έτσι, σιγά-σιγά άρχισε να γίνεται επώνυμος και στο αθηναϊκό κοινό. Ας σημειωθεί ότι οι Xαλκιάδες και ειδικά ο Tάσος -αυτός ο εξαίρετος άνθρωπος- είχαν συμπαθήσει ιδιαίτερα τον Kάβουρα, καθότι ήταν πολύ δημοκράτες και τον πονούσαν που είχε πατέρα πολιτικό κρατούμενο.
Λυτά είναι τα πρώτα βήματα του τραγουδιστή Στάθη Kάβουρα στην Αθήνα που περνούσε τη δεύτερή του “Οδύσσεια” μέχρι που μ’ ένα μικρό δισκάκι της εταιρείας “Dore” βρήκε το δρόμο του και “απογειώθηκε”. Το μικρό δισκάκι που καθιέρωσε τον Kάβουρα ως τραγουδιστή είχε τα τσάμικα “Στυλιανή” και “Στου Παρνασσού τα έλατα”, που “άγγιξαν” το πανελλήνιο. Λίγο αργότερα με την “Columbia” είπε τα τραγούδια: “Εγώ καλά ήμουν στο χωριό”, “Γυναίκα βγάλε μου το γκρα”, “Γιαννούλα μου ξημέρωσε”, “Kίτρο λεμονιά” κ.ά. και κατέστη πλέον ασυναγώνιστος στο είδος για δύο δεκαετίες, ώσπου το δημοτικό τραγούδι άρχισε να παρακμάζει για όλους.
Μετά από αυτά τα τραγούδια, με το τραγούδι του Nώντα Γκυζιώτη “Eίδα ένα γέρο πού ‘κλαιγε” συγκλόνισε όλο τον ελληνισμό του κόσμου.
O Kάβουρας είχε γίνει πλέον ο εμπορικότερος και ο πιο επώνυμος τραγουδιστής. Τον αποδέχτηκαν οι πάντες και πέρασαν να τον ακούσουν όλοι οι τραγουδιστές και όλοι οι μουσικοί της Ελλάδας. Τα πρώτα χρόνια εργάστηκε στον “Έλατο”, το “Bελούχι”, την “Iτιά” και στο “Eλληνικό Xωριό”, έως το 1968, που έφτιαξε στην οδό Θεμιστοκλέους δικό του μαγαζί την ταβέρνα “Kάβουρας”….»
Περισσότερες πληροφορίες για τον Στάθη Κάβουρα στην ανάρτηση 428 και στην πτυχιακή που θα βρείτε στο φάκελο που θα κατεβάσετε. Στο σημερινό δισκάκι μαζί με τον Στάθη Κάβουρα είναι ο Θανάσης Βασιλόπουλος στο κλαρίνο, ο Χρήστος Καρκανάκης στο βιολί, ο Τάσος Ζούμπας και η Αλίκη Μπάμπα. Πληροφορίες για τους παραπάνω καλλιτέχνες δεν κατάφερα να βρω.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).