Τρίτη 12 Απριλίου 2022

178. ODEON G.A. 1649 ΡΟΔΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ- ΜΠΕΡΝΙΔΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ 1933

Ροδινός Ανδρέας- Μπερνιδάκης (Μπαξεβάνης- Μπαξές) Ιωάννης ODEON G.A. 1649 Συρτός Αποκορωνιώτικος (Συρτός) - Συρτός Κισσαμιώτικος (Συρτός) 1933- 78rpm- 10''

Ο Ανδρέας Ροδινός γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1912. Ο πατέρας του, φούρναρης στο επάγγελμα, καταγόταν από το Ατσιπόπουλο, ενώ η μητέρα του Χρυσούλα το γένος Μαμαγκάκη καταγόταν από τα γειτονικά Φραντζεσκιανά Μετόχια.
Άρχισε να μαθαίνει λύρα στην ηλικία των 14 χρονών από ένα συγγενή της μητέρας του (πιθανόν τον λυράρη από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια Βαγγέλη Καλαϊτζάκη), ενώ η μαρτυρία του αδερφού του ότι ο μικρός Ανδρέας κάθονταν και έπαιζε ώρες λύρα με τους συνομήλικους Τουρκοκρητικούς γείτονες του μαρτυράει το ζήλο του για τη μουσική.
Η επιθυμία του για ζωή ήταν έντονη. Όπως και για τη λύρα. Ένα περιστατικό διηγείται ο Ρεθεμνιώτης γιατρός Nίκος Λυράκης με κείμενό του στο περ. «Προμηθεύς Πυρόφορος» (Δεκέμβριος 1980), που αναδημοσιεύθηκε στην εφημ. «Eλευθερία» του Pεθύμνου, φ. της 21/22-3-98, σελ. 12:
“…το έτος 1917-18 που τελείωσα το Γυμνάσιο βρέθηκα στο δώμα του πατρικού σπιτιού ένα πρωινό και συνάντησα στο διπλανό δώμα της γιαγιάς τον Ανδρέα, παιδί 10 χρόνων, γεροδεμένο και καλόκαρδο, που κρατούσε μια λύρα μικρού μεγέθους χωρίς χορδές και δοξάρι και την περιεργαζόταν. Είχα ακούσει από καιρό πως προσπαθούσε να μάθει λύρα και για να τον αστειευθώ τον ρώτησα: Πότε επιτέλους θα την μάθεις αυτή τη λύρα; Να την, μου απαντά, την αγόρασα 5 δραχμές. Εγώ, Νίκο, συνεχίζει, θα την μάθω τη λύρα. Δεν φοβούμαι και θα πάω στο φαράγγι τα μεσάνυχτα να παίξω χωρίς να μιλώ· όταν θα έρθουν οι διαόλοι να με κουτουλούν με τα κέρατά τους, εγώ θα παίζω και θα τη μάθω… Εγώ κατόπιν τα διηγήθην και στη συνέχεια προήλθε μία σύγχυση στο ιστορικό αυτό”.
Ο Ροδινός από τα 16 του χρόνια, γύριζε τα χωριά του Ρεθύμνου αρχικά, αλλά και του Αποκόρωνα και των Σφακίων αργότερα, προς αναζήτηση παλιών σκοπών και μελωδιών. Διδάχτηκε επίσης, από παλιούς και έμπειρους λυράρηδες της πόλης του Ρεθύμνου, όπως το Νικήστρατο (για λίγο καιρό γιατί πέθανε στα πρώτα του βήματα του Ανδρέα) και το Γέρο-Πισκόπη.
Στα 17 του δημιούργησε το δικό του συγκρότημα (“ζυγιά”) με τον λαουτιέρη Σταύρο Ψυλλάκη ή Ψύλο από την Επισκοπή Ρεθύμνου. Ήταν πλέον ένας εκπληκτικός και καταξιωμένος λυράρης. Λέγεται επίσης ότι ήταν ιδιαίτερα ευφυής και άριστος μαθητής.
Ο Ανδρέας Ροδινός ήταν ερασιτέχνης αλλά και εύπορος οικονομικά και αυτό ήταν από τα χαρακτηριστικά του καθώς ποτέ δεν είδε τη λύρα ως επάγγελμα και αποστρεφόταν τους φιλάργυρους συναδέλφους του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στο μοναδικό γλέντι που δέχτηκε χρήματα (8 Σεπτέμβρη του 1932) στο μεγάλο πανηγύρι της Παναγιάς στα Μυριοκέφαλα Ρεθύμνου και στο οποίο μαζεύτηκαν 6-7 χιλιάδες δραχμές, έσπευσε να τα δωρίσει στην εκκλησία και με τα οποία χτίστηκε εικονοστάσι που σώζεται ως σήμερα.
Θρυλική έχει μείνει η εμφάνιση του μαζί με τον Χαρίλαο Πιπεράκη τον ξακουστό λυράρη της εποχής που ζούσε στην Αμερική και καταγόταν από το Ξεροστέρνι Αποκορώνου και το γέρο-Καντέρη επίσης από τον Αποκορώνα στην προκυμαία του Ρεθύμνου το καλοκαίρι του 1930. Βραδιά κατά την οποία μετά τους δύο μεγάλους λυράρηδες, ο Ροδινός με τη συνοδεία του Ψίλλου (Σταύρου Ψιλλάκη) στο λαούτο, “έδωσε εξετάσεις” και ενθουσίασε τα πλήθη παίζοντας λύρα μέχρι τα ξημερώματα.
Αφού λοιπόν τελείωσε το γυμνάσιο συνέχισε να ασχολείται με πάθος με τη μουσική, έχοντας πλέον ως συνεργάτη τον λαουτιέρη με τη καταπληκτική φωνή Γιάννη Μπερνιδάκη (Μπαξεβάνη). Ο Ροδινός δε σταματά να καλλιεργεί την τέχνη του, να ερευνά, να χώνεται όλο και πιο βαθιά στη μελέτη της κρητικής μουσικής παράδοσης. Γυρνούσε στα χωριά, συναναστρεφόταν με τους γεροντότερους, ρωτούσε για παλιούς σκοπούς, μελωδίες, τραγούδια. Με τις ώρες κλεισμένος στο δωμάτιο του δοκιμάζει παλιές και νέες μελωδίες και σκοπούς τους οποίους προσφέρει άμεσα στο ακροατήριο του.
Κάποια στιγμή ο Ανδρέας Ροδινός θα πρέπει να ασχολήθηκε και με την οργανοποιία. Όχι τόσο άμεσα, όσο συμβουλευτικά. Πολλοί μιλούν για την επιρροή του στη μορφή της σύγχρονης λύρας που όχι άδικα έχει αποδοθεί κυρίως στο Μανώλη Σταγάκη. Ο Μανώλης Σταγάκης μας παρέδωσε αυτό που οι σύγχρονοι λέμε Κρητική λύρα, αλλά σίγουρα οι επιρροές του από τις παρεμβάσεις του Ανδρέα Ροδινού, του οργανοποιού Γιάννη Παπαδάκη ή Καρεκλά και του μαραγκού και οργανοποιού Αντώνη Μαράκη ή Μαραντώνη από την Κοξαρέ Αγίου Βασιλείου (για τον οποίο θρυλείται ότι είναι ο κατασκευαστής της κύριας  λύρας του Ροδινού) ήταν καθοριστικές.
Το 1933 κατατάχθηκε στο στρατό όπου καθηλώθηκε για 6 μήνες στο νοσοκομείο, εξαιτίας μιας πλευρίτιδας που τελικά αποδείχτηκε μοιραία καθώς επιβάρυνε την ήδη άσχημη ψυχολογική του κατάσταση. Ο θρύλος μιλάει για τον αδιέξοδο έρωτα του για μία “ξένη ξανθιά γυναίκα, μεγαλύτερη σε ηλικία από τον ίδιο, αλλά και παντρεμένη”.
Στη διάρκεια μιας μικρής καλυτέρευσης που παρουσίασε, ύστερα από επιμονή των φίλων του, ανέβηκε στην Αθήνα και ηχογράφησε δύο δίσκους 78 στροφών με συνοδεία στο λαούτο από το τον Γιάννη Μπερνιδάκη. Οι δίσκοι αυτοί ήταν:
Odeon GA1649 Συρτός Αποκορωνιώτικος & Συρτός Κισσαμιώτικος (σημερινός δίσκος)
και Parlophone B-21683 Ρεθεμνιώτικος Συρτός & Ρεθεμνιώτικος Πεντοζάλης
Πήρε το απολυτήριο του και μεταφέρεται στους Νίππους, ένα ύψωμα στα δυτικά του Ρεθύμνου ψάχνοντας για τον καθαρό αέρα που θα βοηθούσε στην αρρώστια του.
Ο Νίκος Αγγελής σε μια όμορφη αναφορά του στον Ανδρεά Ροδινό περιγράφει:
“…Υπάρχει στο δυτικό Ρέθεμνο ένα ύψωμα γεμάτο αμπέλια και δέντρα. Οι Νίπποι. Πάνω απ’ τη «βίγλα», εφτακόσια μέτρα ψηλά, βγορίζουν εβδομήντα χωριά Χανιά και Ρέθεμνος. Εκεί ψηλά ήταν η καλύβα του Ροδινού μονάχη. Εκεί ψηλά ο πληγωμένος νέος προσπαθούσε να νικήσει την αρρώστια που τού ’τρωγε τα στήθεια. Περνούσαν δραγάτες και τού ’φερναν τα νέα του κόσμου. Περνούσαν ακόμη φίλοι και ξένοι να του πουν «περαστικά».
Κάθε βράδυ έβλεπαν οι ζευγάδες απ’ τα γυροχώρια τις φωτιές του κι’ οι πιο κοντινοί άκουαν την πονεμένη λύρα του να γεμίζει παράπονο τα σκοτάδια. Έβλεπε κι’ εκείνος κάτω τον τόπο που αγάπησε. Ήταν κάτω τα χωριά. Κάτω γλεντούσαν και χόρευαν. Θυμόταν τη μικρή του ιστορία. Όταν τον κοίταζαν χιλιάδες μάτια να παίζει…”.
Τέλη του 1933 μεταφέρεται σε σανατόριο στα Μελίσσια Αττικής. Μετά από μήνες χωρίς βελτίωση, το Γενάρη του 1934 επιστρέφει στο Ρέθυμνο και στις 9 Φεβρουαρίου 1934, “φεύγει” σε ηλικία μόλις 22 χρονών. Την ημέρα της κηδείας του φάνηκε πόσο αγαπητός ήταν καθώς έκλεισαν όλοι τα μαγαζιά τους και όλο το Ρέθυμνο ακολούθησε την νεκρική πομπή. Ο μύθος του όμως έμεινε για πάντα.
«Αύριο φεύγω Πλάτανε και μάδησε τα φύλλα,
για δε θα ξανακούσεις πια, του Ροδινού την λύρα»
«Ξύπνα Αντρέα Ροδινέ παίξε γλυκά τη λύρα,
ν' αναστηθούνε οι νεκροί που ‘ναι βαθειά στο μνήμα»
«Ξύπνα καημένε Ροδινέ να δεις τον Μπαξεβάνη,
που παίζει το λαγούτο του και ζάφτι δεν το κάνει»
«Να με χτικιάσεις πολεμάς σα και το Ροδινάκι,
απού το χτίκιασε και αυτό, της λύρας το μεράκι».
Για τον Μπαξέ έχουμε αναφερθεί και στην ανάρτηση 66.
Η μία από τις δυο (ενδέχεται και τρεις), γραμμοφωνικές πλάκες, του Ροδινού, η σημερινή ανάρτηση. Πρόκειται για την πρώτη έκδοση, καθώς στη δεύτερη έχει μπλε και λευκές ετικέτες, όπως βλέπετε και στις σκαναρισμένες φωτογραφίες των ετικετών (καθαρές). Το λάθος βέβαια μεταφέρετε και στις μπλε (παρατηρήστε ότι οι μπλε είναι δεύτερη έκδοση από την γραμματοσειρά) και στις λευκές ετικέτες,  ¨Συρτός Αποκορονιώτικος¨ και ¨Συρτός Κυσσανιώτικος¨, αναγράφουν λανθασμένα. Τα καθαρά ζευγάρια των ετικετών, τα χρωστάμε στον Ιδομενέα από Ρέθυμνο και για άλλη μια φορά τον ευχαριστώ που συμβάλει, με όποιο τρόπο μπορεί στην καταγραφή της Κρητικής μουσικής.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 


 


Σάββατο 9 Απριλίου 2022

177. LINDOS LS 3 ΣΚΕΥΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ- ΤΑΒΕΡΝΑΡΑΚΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ 1972

Σκευάκης (Διακουμάκης- Σκεβάκης) Νίκος- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης)- Ταβερναράκης Αντώνης LINDOS LS 3 Συρτός Αγιοβαρβαρίτικος - Συρτός Ηρακλειώτικος 1972- 45rpm- 7''
Ο Νίκος Σκευάκης (βλέπε και ανάρτηση 7) γεννήθηκε στο Τυμπάκι και από την ηλικία των 14 ετών έγινε λάτρης της Κρητικής λύρας, ενός οργάνου που δεν άφησε ποτέ από τα χέρια του μέχρι και σήμερα.
Έχοντας ακούσματα του τοπικού καλλιτέχνη Φραγκή Στυλιανάκη και του πασίγνωστου Θανάση Σκορδαλού, τα οποία τον επηρέασαν βαθύτατα, έγινε πολύ γρήγορα περιζήτητος σε κάθε είδους κοινωνική εκδήλωση παρά το νεαρό της ηλικίας του.
«Ήμουνα βέβαια παιδί και κάθε φορά που γινόταν ένα γλέντι το καλοκαίρι στις αλάνες, εδώ στο χωριό μας, από τους παλιούς λυράρηδες, είχαμε και έναν πολύ καλό λυράρη Φραγκής λεγόταν (μακαρίτης είναι τώρα βέβαια), άκουγα από πέρα - πέρα τη λύρα και μου φαινόταν ότι αν μου πει τώρα ο λυράρης “πάρε τη λύρα να παίξεις” θα παίξω ότι έπαιξε αυτός, είχα αυτή την εντύπωση!»
Το 1969 εγκατέλειψε το χωριό του και σαν ανήσυχος καλλιτέχνης και άνθρωπος που ήταν, κατάφερε και τραγούδησε σε πολλά κέντρα της Αθήνας με τεράστια επιτυχία.
Το 1971 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με τίτλο “Σκληρά η Τύχη με χτυπά” που σημείωσε τεράστια επιτυχία.
Τραγούδησε για τους Κρήτες του εξωτερικού σε διάφορα μέρη του κόσμου όπως ο Καναδάς, η Αμερική, η Αυστραλία και πολλές χώρες τις Ευρώπης γνωρίζοντας την αποθέωση.
Αφού επέστρεψε στην Ελλάδα δημιούργησε το δικό του στέκι στην Αττική το πασίγνωστο κέντρο “Γοργόνα”. Για 15 και πλέον χρόνια ο Νίκος Σκευάκης στην “Γοργόνα” έδωσε τον καλύτερό του εαυτό διασκεδάζοντας με τον μοναδικό του τρόπο τους Κρήτες της Αττικής και όχι μόνο.
«Στην Αθήνα έρχονταν στα μαγαζιά μέσα, με μαγνητοφωνάκια στη τσέπη τους και μαγνητοφωνούσαν όλο το πρόγραμμα!
Το αποκορύφωμα είναι ότι μετά έκανα δικό μου μαγαζί στην Αθήνα, το πάλεψα, κουράστηκα πολύ. Να είσαι επαγγελματίας και να παίζεις παράλληλα πάνω στο πάλκο είναι δύσκολο. Δεν μπορείς να ελέγξεις το μαγαζί, δεν ξέρεις δηλαδή… ήμουν πάντα με το άγχος…
Εγώ, ειδικά που ήταν το μαγαζί στο όνομά μου, είχα όλη την ευθύνη, θα μπει κόσμος μέσα;… θα μου βγάλει καλό φαγητό ο μάγειρας;… ο σερβιτόρος θα τα πάει καλά;... μην γίνει καμιά φασαρία… όλα αυτά με είχαν αγχώσει.»
Η Κρητική μουσική οφείλει πολλά στον Νίκο Σκευάκη που συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της. Ενδεικτικά να αναφέρουμε κάποιες από τις συνεργασίες του Νίκου Σκευάκη που δεν είναι άλλες από αυτές με τον Νίκο Αλεφαντινό, τον Μανώλη Κακλή, τον Βασίλη Κατσαμά, τον Νίκο Καδιανό, τον Ανδρέα Βαρβατάκη κ.α.
«Εμένα από τότε στην μπροστινή μπάντα της καρδιάς μου ήταν ο Θανάσης
Σκορδαλός. Οι σκοποί του Σκορδαλού ήταν στο αίμα μου. Και μ’ αυτούς πορεύθηκα
κι αργότερα. Ένας άλλος μεγάλος λυράρης, ο Κώστας Μουντάκης, ήταν δύσκολος
για μένα κι όταν ήρθα στην Αθήνα, ένα βράδυ, που πήγα στο κρητικό κέντρο
“Σύντεκνος”, στη Πλατεία Κουμουνδούρου, όπου έπαιζε, του λέω: Κώστα μη με
παρεξηγείς, τα δικά σου κομμάτια με δυσκολεύουν. Τί μου είπε; Άστον τον
Μουντάκη. Συνέχισε αυτό που σου πηγαίνει».
Οι επιτυχίες του Νίκου Σκευάκη πολλές και διαχρονικές. Θα παίζονται μέχρι να υπάρχει Κρήτη και Κρητική Μουσική. “Απ’ την ζωή μου πέρασες”, “Γαρύφαλλο μου Κόκκινο”, “Σκληρά η Τύχη με χτυπά”, “Στον δρόμο μου τον σκοτεινό”, “Διώξε τσι μάνα τσι γιατρούς”, “Φωτιά με καίει και πονώ” είναι μερικές μόνο από τις δημιουργίες του σπουδαίου αυτού Τυμπακιανού λυράρη.
Μαρκοβαγγέλης και Ταβερναράκης στα λαούτα. Πληροφορίες και αρχεία, για τον πρώτο θα βρείτε σε προηγούμενες αναρτήσεις. Ο Αντώνης Ταβερναράκης, από τα Χουσταλιανά Ηρακλείου, ένας εξαίρετος λαουτιέρης που δυστυχώς έφυγε νωρίς.
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 





Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

LP3. ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ Νο3 ΕΙΡΗΝΗ ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΛΕΓΑΚΗ - RCA VICTOR LPMG 48 1969

Κονιτοπούλου Λεγάκη Ειρήνη- Κονιτόπουλος Γιώργος ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ Νο3 - RCA VICTOR LPMG 48 - 1969- 33rpm- 12''
Γεννημένη το 1931, δύο ήταν τα στοιχεία που επικράτησαν στο μεγάλωμα της: Η πολυπληθής οικογένεια με τα 11 παιδιά, από τα οποία όμως επέζησαν τα πέντε, και η μουσική, μέσα από τις μελωδίες του βιολιού του πατέρα της, Μιχάλη Κονιτόπουλου. Έτσι γεννήθηκε μέσα της το μικρόβιο της μουσικής, έτσι ρίζωσε στην ψυχή της η άσβεστη αγάπη για το τραγούδι. «Πολλές φορές όταν τραγούδαγα μικρή μόνη μου χόρευα και πολλές φορές μου ‘ρχότανε κλάμα σ’ ορισμένα τραγούδια, έτσι όπως τα λαϊκά, ού, ου… συγκινιόμουνα πάρα πολύ. Το τραγούδαγα μόνη μου και δεν μ’ ένοιαζε άμα μ’ ακούγανε. Δεν τραγούδαγα για να μ’ ακούσουνε. Τραγούδαγα γιατί το τράβαγ’ η ψυχή μου. Μου άρεσε αυτό το πράγμα τότε» είχε εξομολογηθεί η ίδια σε παλαιότερη συνέντευξή της επιβεβαιώνοντας πως ήταν γεννημένη τραγουδίστρια.
Ήταν ακόμη μωρό όταν η οικογένεια έφυγε για την Αθήνα. Εκεί θα περάσει τα πρώτα μαθητικά της χρόνια και θα φοιτήσει στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο της Κυψέλης καθώς ο πατέρας της θέλει πολύ η μικρή του κόρη να μάθει γράμματα. Ο πόλεμος όμως θα έρθει να ανατρέψει όλα τους τα σχέδια, να φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή τους. Η οικογένειά επιστρέφει στη Νάξο και ο πατέρας αναγκάζεται να δουλεύει στην οικοδομή για να θρέψει τα παιδιά του. Το βιολί όμως δεν το αφήνει. Δίνει το παρών σε όλες τις εκδηλώσεις που τον καλούν.
Το 1951, 20 χρονών κορίτσι, μετακομίζει στην Αθήνα. Είναι η εποχή που το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), αναζητά παραδοσιακούς οργανοπαίχτες απ’ όλη την Ελλάδα για να παίζουν ζωντανά στις εκπομπές του κορυφαίου δασκάλου της παραδοσιακής μουσικής Σίμωνα Καρρά.
Ανάμεσα σε αυτούς που επιλέγονται είναι και ο θείος της, ο λαουτιέρης Δημήτρης Φυρογένης ο οποίος προτείνει την Ειρήνη για να τον συνοδεύει στο τραγούδι: «Εργαζόμουνα σ’ ένα γιατρό εδώ για να του προσέχω το παιδάκι του και να σηκώνω και το τηλέφωνο για τη δουλειά του. Και στη θεία μου, την αδερφή της μητέρας μου, πού ‘χε κάνει δυο – τρία μωρά και ξεθάρρεψα κι ήρθα στην Αθήνα, σαν δικαιολογία δηλαδή γιατί ο πατέρας μου δεν ήθελε να φύγω απ’ το χωριό. Το 1952 βρίσκομαι στην Αθήνα και ακούω στο ΕΙΡ την εκπομπή με τον θείο μου τον Φυρογένη. Ξαφνικά έρχεται η θεία μου (η γυναίκα του), δεν ξέρω πως τα είχανε κανονίσει εγώ δεν ξέρω βέβαια, και λέει ότι ήρθανε και ζητήσανε κορίτσια για χορωδία για να κάνετε εκπομπές στο ραδιόφωνο κι έδωσε το όνομά σου ο θείος σου ο Μήτσος. Ο πατέρας μου ήτανε στο χωριό. Η θεία μου τό ‘ πε αυτό  κι εγώ είχα σκάσει στα γέλια. Μας φαινόντανε περίεργα πράγματα αυτά γιατί έτσι μας είχανε μάθει να ‘χουμε τη ντροπή, τι δουλειά είχα εγώ τώρα εκεί. Μη γελάς μου λέει η θεία μου, εγώ στο λέω αλήθεια. Κι αν το λες αλήθεια της λέω, ερώτησες τον πατέρα μου της λέω; Είχαμε αυτές τις αρχές. Ήτανε αλλιώς οι γονείς τότες. Αν λοιπόν το λες αλήθεια, χωρίς τη γνώμη του πατέρα μου πως θα πάω; Ήμουνα πια στα 20, δεν ήμουνα κανα μωρουδάκι, αλλά εγώ τους το ‘γραψα. Αλλά εγώ εκείνη την ώρα το σκέφτηκα όπως το είπε η θειά μου. Λέω για κάτσε, θα πάω να δω το περιβάλλον κι αν μ’ αρέσει θα συνεχίσω κι αν δεν μ’ αρέσει δεν με πήγε κανείς με το ζόρι... » έχει διηγηθεί η ίδια.
Έτσι, μέσα από τις συχνότητες του ραδιοφώνου ακούγεται για πρώτη φορά στο πανελλήνιο η φωνή που έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα το νησιώτικο τραγούδι.
Το 1955 αποτελεί μια χρονιά – σταθμό για εκείνη καθώς ηχογραφεί τα πρώτα της τραγούδια και παράλληλα παντρεύεται τον Στέλιο Λεγάκη. Η γνωριμία τους θα γίνει με συνοικέσιο και οι δυο τους θα αποκτήσουν τέσσερα παιδιά μεταξύ των οποίων και η γνωστή τραγουδίστρια Ελένη Λεγάκη. Η Ειρήνη αφοσιώνεται στο μεγάλωμα των παιδιών της, η συνέχεια της ενασχόλησής της με το τραγούδι μοιάζει πλέον ως κάτι πολύ μακρινό. «Εγώ είχα το μυαλό μου στα παιδιά μου, στο σπίτι μου. Εγώ που να πάω, εγώ ήμουνα πολύ ταλαιπωρημένη, είχα και τα παιδιά μωρά και το ένα πίσ’ απ’ τ’ άλλο κι ήμουνα εκεί αφοσιωμένη. Μάλιστα κάποια δόση είπα ότι εδώ θα είναι η ζωή η δική μου με τα παιδιά και δε με ενδιαφέρει τι γίνετ’ απ’ έξω» θα εξομολογηθεί η ίδια δεκαετίες αργότερα.

Στο μεταξύ, όμως ο αδελφός της Γιώργος Κονιτόπουλος, που παλεύει να διεισδύσει στα μουσικά πράγματα της Αθήνας, την παροτρύνει να τον ακολουθήσει. Λέγε, λέγε, τελικά τα καταφέρνει: «Ήτανε τότε ο γάμος τ’ αδερφού μου του Κώστα. Και τότες ο Γιώργος κι ο Στάθης (Κουκουλάρης) κι ο Κώστας του θείου του Μήτσου παίζανε εκεί στου Κυραειδή στην οδό Γαλατσίου δίπλα στο σχολείο. Το μισό ήτανε ταβέρνα με βαρέλια και τ’ άλλο μισό ζαχαροπλαστείο, και παίζανε λοιπόν εκεί. Εγώ πήγα με τον άντρα μου και τα παιδιά μου στο γάμο του αδερφού μου στην Αγία Γλυκερία, στο Γαλάτσι. Τελειώνοντας λοιπόν από το γάμο, λέει ο άντρας μου, πάμε λίγο από κει όπου είναι ο Γιώργος; Πάμε του λέω. Ε, και μόλις με είδανε, ξέρανε που πήγαινα και μας ακούγανε απ’ το ραδιόφωνο, ανέβα να πεις δυο τραγούδια, ανέβα να πεις, ανέβηκα. Τα είπα. Και σηκώθηκε κι ακουμπάει το βιολί απάνω στην καρέκλα και λέει, από την άλλη Κυριακή θα είσ’ εδώ. Και με το θάρρος το δικό μου πήρε πρωτοβουλία κι άρχισα και πήγαινα τις Κυριακές, και τα Σάββατα...»
Κάπως έτσι, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει ξεκινά τις συνεργασίες της με τα μαγαζιά. Επόμενος σταθμός της είναι το «Σιντριβάνι» στο τέρμα Αχαρνών ενώ ταυτόχρονα τραγουδά σε γάμους και πανηγύρια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Παράλληλα ηχογραφεί με τον Γιώργο Κονιτόπουλο τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες της. Τα τραγούδια «Αρμενάκι», «Έλα να πάμε σ ένα μέρος», «Στον Αρτεμώνα», «Με κοτσάκια φανερώνω» δεν λείπουν από κανένα ελληνικό γλέντι. Η Ειρήνη Κονιτοπούλου – Λεγάκη έχει γίνει πλέον η φωνή των Κυκλάδων!
Τη δεκαετία του ‘70 προστίθενται στο μουσικό σχήμα τα μικρότερα αδέλφια της, Αγγελική και Βαγγέλη και η κόρη της Ελένη. Είναι πλέον για εκείνη μια δουλειά που έχει εξελιχθεί σε οικογενειακή υπόθεση. Όλοι μαζί συνεχίζουν να εμφανίζονται σε διάφορα μαγαζιά της Αθήνας με τελικό προορισμό το «Αρμενάκι» στο Ρουφ όπου θα τραγουδά από το 1984 μέχρι τον θάνατο του άνδρα του οπότε θα αποχωρήσει οριστικά από το πάλκο.
Η ζωή όμως της επιφυλάσσει τραγικές εκπλήξεις. Μέσα σε μια δεκαετία χάνει ξαφνικά τους δύο γιους της. Τα χτυπήματα αυτά της μοίρας την λυγίζουν: «Από τότε που έχασα τον δεύτερο γιο μου, τα πάντα τα κάνω μηχανικά. Κατάλαβα πως η ζωή δεν έχει νόημα. Απλά ζω γιατί ο Θεός θέλει» θα παραδεχτεί η ίδια.
Κλασικά νησιώτικα τραγούδια, μεγάλες επιτυχίες, από τους αγαπημένους Ειρήνη και Γιώργο Κονιτόπουλο. Να ευχαριστήσω τον Ιδομενέα από Ρέθυμνο, για την εξαιρετική δουλειά στα εξώφυλλα του δίσκου. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).