Χατζηαποστόλου Νίκος- Dajos Bela- Αθηναϊκή
Ορχήστρα ODEON AA 79815-19 / ODEON 82022 Οι ξενύχτηδες
(Ταγγό) - Οι απάχηδες (Βαλς) (Μόνο μ' Εσένα) 1922- 78rpm- 12'' και 103/4’’
«Ο Νίκος Χατζηαποστόλου (16 Οκτωβρίου 1884 - 9 Αυγούστου 1941) ήταν
Έλληνας συνθέτης, αρχιμουσικός και βαθύφωνος. Μαζί με τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη
θεωρούνται ως οι βασικοί εκπρόσωποι της ελληνικής οπερέτας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1884 (άλλες πηγές αναφέρουν το 1879, πράγμα
το οποίο φαίνεται να είναι λάθος). Από μικρή ηλικία λέγεται ότι τραγουδούσε
καντάδες παρέα με το μετέπειτα διάσημο βαρύτονο Γιάννη Αγγελόπουλο στους
δρόμους της παλιάς Αθήνας. Συστηματικά μουσική σπούδασε στο Ωδείο Λόττνερ.
Αρχικά συνεργάστηκε ως χορωδός στο Ελληνικό Μελόδραμα του Διονυσίου Λαυράγκα.
Παράλληλα όμως συνέθετε και τραγούδια.
Πασίγνωστα είναι τα «Κοραλλένια χείλη σου» (σε στίχους Αντ.
Χατζηαποστόλου) και το «Θα κόψω ρόδα μυρωμένα» (σε ποίηση Ιωάννη Πολέμη). Ως
αρχιμουσικός της ελληνικής οπερέτας περιόδευσε σε διάφορες γειτονικές χώρες.
Από το 1912 ως το 1922, υπήρξε διευθυντής της χορωδίας του ναού της Αγίας
Ειρήνης των Αθηνών. Τότε συνέθεσε και την τετράφωνη εκκλησιαστική μουσική
(λειτουργίες, χερουβικά, ακολουθίες γάμου κ.ά.).
Το 1916, ακολούθησε το δρόμο που άνοιξε ο Σακελλαρίδης και έγραψε την
πρώτη του οπερέτα την «Μοντέρνα Καμαριέρα». Συνολικά συνέθεσε γύρω στις 40
τρίπρακτες οπερέτες. Κορυφαία θέση κατέχουν Οι Απάχηδες των Αθηνών.
Πρωτοανεβάστηκαν με μεγάλη επιτυχία στις 17 Αυγούστου 1921 στο θέατρο Αλάμπρα.
Το λιμπρέτο ήταν του Γιάννη Πρινέα. Παίζονταν επί 3 συνεχόμενα χρόνια και
παίζονται ακόμη από την Εθνική Λυρική Σκηνή τακτικά, ενώ έγιναν και ταινία.
Το 1928, μαζί με άλλους, ταξίδεψε στη Βιέννη και διευθύνοντας την
εκεί ορχήστρα, ηχογράφησε δίσκους. Σύζυγός του υπήρξε η σοπράνο Μίνα Κυριακού
και γιος τους ο Ανδρέας Χατζηαποστόλου, επίσης συνθέτης τραγουδιών.
Η διαφορά της μουσικής του σε σχέση με αυτήν του Σακελλαρίδη, του
άλλου «συμβασιλιά» της αθηναϊκής οπερέτας, είναι ότι η δικιά του είναι συνήθως
λαϊκότερη, ενώ η υπόθεση των οπερετών του λιγότερο κωμική. Ο Χατζηαποστόλου
θεωρείται ως ο συνεχιστής του Νίκου Κόκκινου, παλιού συνθέτη αθηναϊκής καντάδας
και καντσονέτας.
Τραγούδια του Νίκου Χατζηαποστόλου, που δεν ανήκουν σε οπερέτες και
αγαπήθηκαν πολύ είναι ο «Αγωγιάτης», «Σαν παραμύθι», ο «Κατάδικος» (Αγάπησα
ιδού το έγκλημά μου), «Καινούργια αγάπη» (Το αιώνιο το παράπονο), Μια
μαργαρίτα, «Στις εκκλησιάς τα σκαλοπάτια», η «Καρδιά της μάνας», το «Μαντήλι»,
«Το νερωμένο κρασί», «Ο Προδωμένος», «Στον Αργαλειό» κ.α. Τα έργα του,
ερμηνεύτηκαν μεταξύ άλλων από τους: Γιάννη Αγγελόπουλο, Τίτο Ξηρέλλη, Πέτρο
Επιτροπάκη, Οδυσσέα Λάππα κ.α. Ο Νίκος Χατζηαποστόλου έφυγε στις 9 Αυγούστου
του 1941, έχοντας αφήσει πίσω του έργο μεγάλο και αξιόλογο. Στην Πλάκα έχει
στηθεί η προτομή του.»
Οι σημερινές ηχογραφήσεις περιλαμβάνουν ορχηστρική εκδοχή του
ντουέτου Πρίγκιπα - Τιτίκας «Μόνο μ' εσένα» από την τρίπρακτη οπερέτα «Οι απάχηδες
των Αθηνών». Το έργο, σε μουσική Νίκου Χατζηαποστόλου και λιμπρέτο Γιάννη
Πρινέα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 19 Αυγούστου 1921 στο θέατρο
«Αλάμπρα» από τον θίασο του Φώτη Σαμαρτζή.
Οι «Απάχηδες των Αθηνών», στη μακρά διαδρομή τους που συνεχίζεται
μέχρι σήμερα, γνώρισαν ανεπανάληπτη επιτυχία. Ενδεικτικές της απήχησης της
οπερέτας είναι οι δύο κινηματογραφικές μεταφορές της. Η πρώτη γυρίστηκε το 1930
σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γαζιάδη και η δεύτερη το 1950 με σκηνοθέτη τον Ηλία
Παρασκευά (οι περισσότερες εικόνες είναι από τις δυο ταινίες). Μαζί με τον
«Βαπτιστικό» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη αποτελούν τις δημοφιλέστερες ελληνικές
οπερέτες, με διαχρονική παρουσία στο ελληνικό μουσικό θέατρο.
Η υπόθεση του έργου (που έγιναν κινηματογραφική ταινία) είναι η παρακάτω:
¨Σε μιὰ φτωχικὴ συνοικία τῶν Ἀθηνῶν ζοῦσε ἀπὸ καιρὸ ὁ Κώστας Λαμπέτης, ἕνας
νέος ποὺ κανένας δὲν ἐγνώριζε τὴν πραγματική του καταγωγή. Εἶχε μιὰ σοβαρὰ κι’
ὑπερήφανη συμπεριφορά, ποὺ ἀποτελοῦσε ἀντίθεσι στὰ πενιχρά του φορέματα καὶ τὴν
ἄθλια ζωή του. Γι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ γείτονες ποὺ γνώριζαν καλὰ τὴ φτώχεια του, τὸν
φώναζαν κοροϊδευτικὰ «ὁ πρίγκηπας». Ὁ Κώστας πράγματι κατήγετο ἀπὸ
ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια, ποὺ ξέπεσε ἀπὸ μοιραῖα ἀτυχήματα, ποὺ τὴν εἶχαν
πλήξει. Ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πολὺ μικρὸ παιδί, χωρὶς κανένα πόρον καὶ γι’ αὐτὸ
ἀναγκάσθηκε νὰ περνᾷ μιὰ ζωὴ γεμάτη ἀπὸ στερήσεις.
Ὁ Καρούμπας καὶ ὁ Καρκαλέτσος ἦσαν οἱ μοναδικοί του φίλοι. Ἀλλὰ ἐκτὸς
ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο, ποὺ τοῦ ἔδειχναν μιὰ πραγματικὴ ἀδελφικὴ ἀφοσίωσι, ὑπῆρχε
κ’ ἕνα ἄλλο ὀρφανὸ πλάσμα σὰν κι’ αὐτόν, ποὺ τὸν ἀγαποῦσε ἀκόμα περισσότερο, ἡ
μικρὴ ἀνθοπῶλις Τιτίκα. Ἕνα αἴσθημα ἁγνὸ συνέδεε τὶς δύο αὐτὲς ὑπάρξεις, ὡς τὴν
στιγμὴ ποὺ παρουσιάζεται ἄξαφνα μπροστά τους ἡ Βέρα, κόρη πλουσίου ὁμογενοῦς
ἄρτι ἐπανελθόντος ἐξ Ἀμερικῆς, γιὰ νὰ τρικυμίσῃ τὴ ψυχὴ τοῦ πρίγκηπα.
Ἡ νεαρὰ νεοαριστοκράτις ἔβγαινε τακτικὰ περίπατο ἔφιππη. Μιὰ μέρα
ἀφηνίασε τὸ ἄλογό της καὶ ἀφεύκτως θὰ εὕρισκε τραγικὸν θάνατον, ἐὰν ὁ πρίγκηπας
δὲν εὑρίσκετο κατὰ τύχην εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο νὰ τὴ σώσῃ. Αὐτὸ ἦτο ἀρκετὸ νὰ
γεννηθῇ στὴ τρυφερὴ καρδιὰ τῆς νεάνιδος ἕνα αἴσθημα γιὰ τὸν μικρὸ ἀλήτη, ὁ
ὁποῖος ἐξηφανίσθη ἀπότομα, ἀφοῦ τῆς ἔσωσε τὴν ζωή. Παρ’ ὅλες τὶς ἀναζητήσεις
της, ἐστάθη ἀδύνατον πιὰ νὰ ξανασυναντήσῃ ἡ νέα τὸν σωτῆρα της.
Μιὰ μέρα ἄξαφνα παρουσιάζονται δύο ἄγνωστοι νέοι στὸ σπῆτι τοῦ
πρίγκηπα κι’ ἐμεταλλευόμενοι τὴ φτώχεια του, τὸν πείθουν ν’ ἀναλάβῃ τὸν ρόλον
ἑνὸς δῆθεν πρίγκηπος, γιὰ νὰ ἐξευτελίσουν τὴν ὑπεροπτικότητα ἑνὸς φαντασμένου
νεόπλουτου. Ἐκεῖνος... δέχεται καί, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν παρουσιάζουν σὲ κάποια
ἐπίσημη ἑορτή, ποὺ διωργάνωσε ὁ νεόπλουτος ἐκεῖνος στὸ πάρκο τοῦ ἀνακτόρου του,
ἀναγνωρίζει ὁ πρίγκηπας τὴν νέαν, ποὺ ἔσωσε κάποτε στὴν ἐξοχή..¨.
*Ας δούμε όμως την θεατρική απόδοση του έργου που προηγήθηκε: ¨Με
αφορμή τον επικείμενο εορτασμό της συμπλήρωσης 30 χρόνων θεατρικής δράσης του
Γιάννη Πρινέα, γράφει για την οπερέτα και το λιμπρέτο της ο Γιάννης Σιδέρης
(βλ. εφ. Τα παρασκήνια, Έτος Α', αρ. φ. 49, Σάββατο 22.4.1939, σελ. 5 & 7,
Οι Απάχηδες των Αθηνών):
«
[...] Το καλοκαίρι του 1915 [πρεμιέρα 22.5.1915], στο θέατρο Λαού έπαιζε ο
θίασος του κ. Ζάχου Θάνου, που πιο πριν είχε σημειώσει επιτυχίες με τη
"Σκούπα" του ίδιου, που κι εκείνος, όπως και ο κ. Πρινέας, έγραφε και
έπαιζε. Και ανέβασε μια ηθογραφία, που είχε αρκετήν επιτυχία με το Λυκούργο
Καλαποθάκη, την Ειρήνη Βασιλάκη, που είναι και οι δυο πια μακαρίτες και με τον
κ. Ζ. Θάνο και τον κ. Μίμη Ξύδη.
Η
ηθογραφία ονομαζόταν "Πρίγκηψ Γκάγκαρης", και το λιμπρέτο ήτανε του
κ. Πρινέα [η μουσική του Σπυρίδωνος Λεπενιώτη]. Ο κ. Πρινέας, αυτό το καλοκαίρι
ήτανε ηθοποιός του θιάσου Κυβέλης, που έπαιζε στο θέατρο το παλιό, που δεν
υπάρχει κι αυτό πια.
Κατά
το 1880 είχανε καθιερωθεί στο θέατρό μας εκείνα τα έργα που λέγονται
"μυθιστορηματικά", τα περιπετειώδη, π.χ. ο "Ιωσίας ο
ακτοφύλαξ" ο "Κόμης του Αγίου Γερμανού" και άλλα πολλά.
Λοιπόν
στο θέατρον Ορφεύς, κοντά εκεί που είναι το καλοκαιρινό της κ. Ανδρεάδη, έπαιζε
ο "Μένανδρος", ο θίασος των αδελφών Ταβουλάρη, πολλά παρόμοια έργα.
Την
πρώτη Σεπτεμβρίου του 1880 παίζει κι ένα έργο του Μπούλβερ Λάϋττον, του
Λύττωνος όπως λέγανε τότε, του ίδιου συγγραφέα που είχε γράψει το
"Ρισελιέ", την περίφημη δημιουργία του Λεκατσά.
Το
έργο αυτό λεγότανε "Η Δέσποινα της Λυών" και το είχε μεταφράσει ο Ν.
Δαμιράλης, ο συγγραφέας του το έγραψε στα 1838 και ο "Μένανδρος" το
έπαιξε δυο φορές. Το έργο έχει και υπότιτλο "Η έρως και έπαρσις". Η
"Δέσποινα της Λυών" τυπώθηκε στην "Θεατρική Βιβλιοθήκη" της
Πόλης στα 1882.
Ένας
πλούσιος περιφρονημένος βάζει ένα φτωχό να παίξει το ρόλο ενός δήθεν πρίγκιπα
για να προσελκύσει με τη λάμψη τού τίτλου του την σκληρή που τον περιφρόνησε,
την πλούσια που με τα λεφτά του πατέρα της δε λογάριαζε κανένα. Το έργο
θεατρικά είναι πάρα πολύ ωραίο και πολύ ρομαντικό.
Έχοντας λοιπόν στο
νου του ο κ. Πρινέας το κοινό τού θεάτρου Λαού, που είχε τότε χαραχτήρα
περισσότερο λαϊκό και δημιουργούσε τέτοιες προϋποθέσεις ακόμη και όταν
συχνάζανε Αθηναίοι αριστοκράτες, απεφάσισε να διασκευάσει "εις τα καθ'
ημάς" αυτό το έργο και από τη "Δέσποινα της Λυών" βγήκε ο
"Πρίγκηψ Γκάγκαρης".
Ας
μη νομίση όμως κανείς ότι πρόκειται μόνο για μια διασκευή. Το κύριο πρόσωπο του
Λάϋττον ήτανε αφορμή μονάχα, ο κ. Πρινέας άφησε τον εαυτόν του ελεύθερο και
στηριγμένος στις δυνατότητες του θιάσου που θα το έπαιζε, που ο πρωταγωνιστής
του, ο κ. Ζ. Θάνος, έκανε "μάγκες", πλάθει δυο θαυμαστούς τύπους, που
δεν υπάρχουν στη "Δέσποινα της Λυών", δυο κωμικούς νέους μέσα σε μια
υπόθεση δραματική, καθώς τα συνηθίζανε γενικά τα δράματα τα περιπετειώδη.
Στα
1921 ο κ. Πρινέας έρχεται σε συμφωνία με τον μαέστρο κ. Ν. Χατζηαποστόλου, που
είχε κάνει λίγο πιο πριν μιας πρώτης γραμμής μεγάλη επιτυχία με τη
"Μοντέρνα Καμαριέρα". Ο κ. Ν. Χατζηαποστόλου, άνθρωπος που τις θέλει τις
δουλειές του καθαρές και απολύτως φροντισμένες, καθώς το ξέρουν οι θεατρίνοι
που παίξανε δικές του οπερέττες με την εποπτεία του, απαιτεί να ξαναγραφτούν οι
στίχοι και να βολευθή καλύτερα το λιμπρέττο. Έτσι, παίζονται στας 19 Αυγούστου
1921, στο θέατρο "Αλάμπρα" με τον θίασο Σαμαρτζή οι "Απάχηδες
των Αθηνών", το δεύτερο όνομα του "Πρίγκηπα Γκάγκαρη".
Η ελληνική
κοινωνία, η μεσαία εκείνη την εποχή, καθώς λέγεται, είχε λεφτά πολλά και ορμούσε
και προς το θέατρο και γοητευότανε, όταν έβλεπε ήρωες απάνω στη σκηνή που να
είναι απλοί και φτωχοί, αγνοί όμως και λεβέντες, όπως ήταν ή όπως θα ποθούσανε
να είναι οι περισσότεροι από αυτούς που αποτελούσαν αυτό το Κοινό.
Από
τη διάθεση αυτήν ακριβώς εμπνέεται ο κ. Πρινέας και πλαταίνει το μοτίβο των
νεαρών του "απάχηδων" και τους παρουσιάζει καλύτερα. Πέντε είναι οι
λαϊκοί τύποι, ο Πρίγκηπας, ο Καρκαλέτσος και ο Καρούμπας (έτσι βαφτίσθηκε ο
Χαρούπης και ο Φυτίλης), και ο Μπάρμπα Αντρέας και η αγνή και υπομονετική κοπέλα
του λαού, η Τιτίκα. Το κόρο, το αντρικό και το γυναικείο, είναι και αυτό η
παρέα τους η ανοιχτόκαρδη, όλοι μαζί, οι "Απάχηδες".
Ο
κ. Πρινέας δημιούργησε και δύο τύπους ακόμη, νεόπλουτους, άνθη της εποχής, τον
Παραλή και την εύθυμη γεροντοκόρη, την Αρετούσα, που είναι καθαρότατο δημιούργημα
ελληνικό.
Απάχηδες,
βέβαια, όπως υπάρχουν στο Παρίσι, δεν είδε, ευτυχώς, η Αθήνα μας. Με τον όρον
αυτό που είναι θεατρικώς αβανταδόρικος, εννοούνται τα μορτάκια τα απλοϊκά και
τα έξυπνα, που είναι τίμια και χαρούμενα, σπουργίτια του δρόμου.
Στο βάθος, όμως, αν
δεν είναι απάχηδες σαν του Παρισιού, διασώζουν όμως με τη φρασεολογία τους, με
τον τόνο της ομιλίας τους και με τους θυμούς τους, έναν τύπο γνήσια αθηναϊκό,
που είχε υπάρξει πριν από κάμποσα χρόνια, και που, όταν έφτασε στην υπερβολή
του μέσα στη ζωή της παλαιότερης Αθήνας, τον χτύπησε αλύπητα ο διευθυντής της
Αστυνομίας, ο Μπαϊραχτάρης, που έμεινε ιστορικός.
Όμως,
συμπληρώνοντας τις πληροφορίες μου, θα έπρεπε να σημειώσω το πόσο η μουσική των
"Απάχηδων" έχει μιλήσει στην καρδιά του λαού μας˙ γιατί ακριβώς θα
έλεγα δεν τελειοποίησε μόνο τους στίχους, αλλά αισθάνθηκε και φανέρωσε τη λαϊκή
αυτήν ψυχή μέσα στους τύπους που δημιούργησε ο κ. Πρινέας».
Η
παρτιτούρα του τραγουδιού κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φέξη στην Αθήνα και,
όπως και τα περισσότερα τραγούδια της οπερέτας, ηχογραφήθηκε αρκετές φορές στην
ελληνική ιστορική δισκογραφία. Ενδεικτικά:
«Μόνον με σένα», Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα,
Κωνσταντινούπολη, γύρω στα 1921 (Orfeon S. 3313 – 13111). Έχει εντοπιστεί
αντίτυπο δίσκου στην ετικέτα του οποίου αναγράφεται ως εκτελεστής η Ελληνική
Εστουδιαντίνα.
«Μόνο με σένα», Τέτος Δημητριάδης – Γιώργος
Μαραβέας, Νέα Υόρκη, 28 Μαρτίου 1924 (Victor B-29751 – 77477-A).
«Μόνο με σένα», Μαρίκα Παπαγκίκα – Greek
Record Co. Orchestra, Σικάγο, 1924 (Greek Record Company 510-B).
«Μόνο με σένα», Γιώργος Βιδάλης, Αθήνα, 1924
(Odeon Go 138 – GA 1078 / A 154124).
«Μόνο μ' εσένα», Χορωδία Ρουμπάνη, Νέα Υόρκη,
11 Iανουαρίου 1929 (OKeh W 206328 – 82525).
«Μόνο μ' εσένα», Ελληνική Ορχήστρα Νέας Υόρκης
υπό τη διεύθυνση του Enrico Rossi, Νέα Υόρκη, 1929-1930 (Columbia W 206328 –
56187-F).
«Μόνο με σένα», Εύα Στυλ - Νίκος Γούναρης,
Μαντολινάτα υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Βιτάλη, Αμερική, δεκαετία του 1950
(Liberty L 141Α, Apollo S6191 – SY13 και επανέκδοση στο LP "Nick Gounaris
sings Greek Melodies", Liberty Record Co. LP-102 και Grecophon GR-102).
Ο σκοπός καταγράφεται και σε άλλες «εθνικές»
δισκογραφίες, εκτελεσμένος από ξένες ορχήστρες, σε ηχογραφήσεις που δεν
προορίζονταν αποκλειστικά για το ελληνικό κοινό. Η πρακτική αυτή εντάσσεται στο
πλαίσιο της πολιτικής των δισκογραφικών εταιρειών, οι οποίες, μέσω των αντιπροσώπων
και των τοπικών τους παραρτημάτων, επιδιώκουν την προώθηση επιλεγμένων
ηχογραφήσεων σε διαφορετικές αγορές. Στόχος της στρατηγικής αυτής δεν είναι
μόνο η κάλυψη των αναγκών επιμέρους τοπικών κοινοτήτων, αλλά και η διαμόρφωση
ενός ρεπερτορίου με διεθνή απήχηση, ικανού να λειτουργήσει ως πολιτιστικό
προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο.
Σύμφωνα με τους καταλόγους της γερμανικής Odeon,
τρεις από αυτές τις ηχογραφήσεις, με τον τίτλο "I Apahides
(Apachentanz)", πραγματοποιήθηκαν στις 7 Απρίλιου 1922 στο Βερολίνο από
την ορχήστρα του βιολιστή και διευθυντή ορχήστρας Dajos Béla ή Sándor Józsi,
ψευδώνυμα του Εβραίου Leon Golzmann (Лев Гольцман) που γεννήθηκε στο Κίεβο της
σημερινής Ουκρανίας. Μία κυκλοφόρησε σε δίσκο 27 εκατοστών στην Ελλάδα [Odeon
xB[o] 7561 – Gx 169 – X 65111 και Odeon xG 183 – X 65110] και στις ΗΠΑ από την
Odeon USA (xB-7561 – 82022-B) με τον τίτλο «Οι απάχηδες» και
"Apachides". Πρόκειται για την παρούσα ηχογράφηση, στην ετικέτα της
οποίας η ορχήστρα του Dajos Béla αναγράφεται ως «Αθηναϊκή ορχήστρα». Η δεύτερη
κυκλοφόρησε σε δίσκο 30 εκατοστών στην Ελλάδα (GXX-3001 – XX 79819), στη
Γερμανία [Odeon BL (Germany) xxBo 7562 – ΑΑ 55808 και ΑΑ 79819)], καθώς και
στις ΗΠΑ με τις ετικέτες των OKeh και Odeon (3077-Α) με τον τίτλο "Apache
Dance". Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε και για την ιταλική αγορά (Odeon xxBo
7562 – R - N. 55808), με τον τίτλο "Ι Aphaides", προφανώς
αναγραμματισμός του "Ι Apahides", και υπότιτλο "Danza degli
Apaches". Στην ετικέτα αυτού του δίσκου ο Χατζηποστόλου αναγράφεται ως
"Ηadjapostoloi" και η ορχήστρα ως "Celebre Orchestra di Danze
Moderne Dajos Béla". Η τρίτη ηχογράφηση κυκλοφόρησε σε δίσκο 25 εκατοστών
από το ελληνικό παράρτημα της Odeon (xBe 3036 – GA 1029 / A 154921) και από την
Odeon Γερμανίας [Odeon BL (Germany) xBe 3036 – Α 44082].
Στην Αμερική, ηχογραφήθηκε στις 24 Οκτωβρίου
1928 στη Νέα Υόρκη σε διασκευή και διεύθυνση ορχήστρας του Nathaniel Shilkret
(γεννημένου ως Natan Schüldkraut), Αμερικανού συνθέτη και μαέστρου με εβραϊκή
καταγωγή από το Lviv της σημερινής Ουκρανίας. Παίζει η International Novelty
Orchestra με τις αδερφές Θάλεια Σαμπανιέβα και Άννα Κριωνά στα φωνητικά.
Σύμφωνα με το DAHR, η ηχογράφηση κυκλοφόρησε για την ελληνική αγορά (Victor
CVΕ-47781 – 26-8300, 38-3077 και Orthophonic S-701-Α), για τη διεθνή (Victor
V-50010) με τον τίτλο, στα αγγλικά και στα ισπανικά, "Only with you -
Waltz (Sólo Contigo - Vals)" και από τη Gramophone Ελβετίας (FM-11).
Ταγκό, βαλς και ¨ευγενικά¨ παιξίματα από τον Dajos Bela. Κάπου παραπάνω φιγουράρει, πρώτο και το όνομα της Σοφίας Βέμπο για να τα συνδέσουμε με την προηγούμενη ανάρτηση. Ο μουσικός κόσμος του ελληνικού ¨ελαφρού¨ τραγουδιού πάρα πολύ μεγάλος, αλλά για να σπάσουμε λίγο τα παραδοσιακά, χρειάζεται να περάσουμε το κατώφλι του. Το ίδιο κάνουμε και με τα ρεμπέτικα, λαϊκά κ.ο.κ
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).



















