Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

620. ODEON AA 79815-19 DAJOS BELA - ODEON 82022 ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ- ΧΑΤΖΗΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΝΊΚΟΣ 1922

Χατζηαποστόλου Νίκος- Dajos Bela- Αθηναϊκή Ορχήστρα ODEON AA 79815-19 / ODEON 82022 Οι ξενύχτηδες (Ταγγό) - Οι απάχηδες (Βαλς) (Μόνο μ' Εσένα) 1922- 78rpm- 12'' και 103/4’’
 
«Ο Νίκος Χατζηαποστόλου (16 Οκτωβρίου 1884 - 9 Αυγούστου 1941) ήταν Έλληνας συνθέτης, αρχιμουσικός και βαθύφωνος. Μαζί με τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη θεωρούνται ως οι βασικοί εκπρόσωποι της ελληνικής οπερέτας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1884 (άλλες πηγές αναφέρουν το 1879, πράγμα το οποίο φαίνεται να είναι λάθος). Από μικρή ηλικία λέγεται ότι τραγουδούσε καντάδες παρέα με το μετέπειτα διάσημο βαρύτονο Γιάννη Αγγελόπουλο στους δρόμους της παλιάς Αθήνας. Συστηματικά μουσική σπούδασε στο Ωδείο Λόττνερ. Αρχικά συνεργάστηκε ως χορωδός στο Ελληνικό Μελόδραμα του Διονυσίου Λαυράγκα. Παράλληλα όμως συνέθετε και τραγούδια.
Πασίγνωστα είναι τα «Κοραλλένια χείλη σου» (σε στίχους Αντ. Χατζηαποστόλου) και το «Θα κόψω ρόδα μυρωμένα» (σε ποίηση Ιωάννη Πολέμη). Ως αρχιμουσικός της ελληνικής οπερέτας περιόδευσε σε διάφορες γειτονικές χώρες. Από το 1912 ως το 1922, υπήρξε διευθυντής της χορωδίας του ναού της Αγίας Ειρήνης των Αθηνών. Τότε συνέθεσε και την τετράφωνη εκκλησιαστική μουσική (λειτουργίες, χερουβικά, ακολουθίες γάμου κ.ά.).
Το 1916, ακολούθησε το δρόμο που άνοιξε ο Σακελλαρίδης και έγραψε την πρώτη του οπερέτα την «Μοντέρνα Καμαριέρα». Συνολικά συνέθεσε γύρω στις 40 τρίπρακτες οπερέτες. Κορυφαία θέση κατέχουν Οι Απάχηδες των Αθηνών. Πρωτοανεβάστηκαν με μεγάλη επιτυχία στις 17 Αυγούστου 1921 στο θέατρο Αλάμπρα. Το λιμπρέτο ήταν του Γιάννη Πρινέα. Παίζονταν επί 3 συνεχόμενα χρόνια και παίζονται ακόμη από την Εθνική Λυρική Σκηνή τακτικά, ενώ έγιναν και ταινία.
Το 1928, μαζί με άλλους, ταξίδεψε στη Βιέννη και διευθύνοντας την εκεί ορχήστρα, ηχογράφησε δίσκους. Σύζυγός του υπήρξε η σοπράνο Μίνα Κυριακού και γιος τους ο Ανδρέας Χατζηαποστόλου, επίσης συνθέτης τραγουδιών.
Η διαφορά της μουσικής του σε σχέση με αυτήν του Σακελλαρίδη, του άλλου «συμβασιλιά» της αθηναϊκής οπερέτας, είναι ότι η δικιά του είναι συνήθως λαϊκότερη, ενώ η υπόθεση των οπερετών του λιγότερο κωμική. Ο Χατζηαποστόλου θεωρείται ως ο συνεχιστής του Νίκου Κόκκινου, παλιού συνθέτη αθηναϊκής καντάδας και καντσονέτας.
Τραγούδια του Νίκου Χατζηαποστόλου, που δεν ανήκουν σε οπερέτες και αγαπήθηκαν πολύ είναι ο «Αγωγιάτης», «Σαν παραμύθι», ο «Κατάδικος» (Αγάπησα ιδού το έγκλημά μου), «Καινούργια αγάπη» (Το αιώνιο το παράπονο), Μια μαργαρίτα, «Στις εκκλησιάς τα σκαλοπάτια», η «Καρδιά της μάνας», το «Μαντήλι», «Το νερωμένο κρασί», «Ο Προδωμένος», «Στον Αργαλειό» κ.α. Τα έργα του, ερμηνεύτηκαν μεταξύ άλλων από τους: Γιάννη Αγγελόπουλο, Τίτο Ξηρέλλη, Πέτρο Επιτροπάκη, Οδυσσέα Λάππα κ.α. Ο Νίκος Χατζηαποστόλου έφυγε στις 9 Αυγούστου του 1941, έχοντας αφήσει πίσω του έργο μεγάλο και αξιόλογο. Στην Πλάκα έχει στηθεί η προτομή του.»
Οι σημερινές ηχογραφήσεις περιλαμβάνουν ορχηστρική εκδοχή του ντουέτου Πρίγκιπα - Τιτίκας «Μόνο μ' εσένα» από την τρίπρακτη οπερέτα «Οι απάχηδες των Αθηνών». Το έργο, σε μουσική Νίκου Χατζηαποστόλου και λιμπρέτο Γιάννη Πρινέα, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 19 Αυγούστου 1921 στο θέατρο «Αλάμπρα» από τον θίασο του Φώτη Σαμαρτζή.
Οι «Απάχηδες των Αθηνών», στη μακρά διαδρομή τους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, γνώρισαν ανεπανάληπτη επιτυχία. Ενδεικτικές της απήχησης της οπερέτας είναι οι δύο κινηματογραφικές μεταφορές της. Η πρώτη γυρίστηκε το 1930 σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γαζιάδη και η δεύτερη το 1950 με σκηνοθέτη τον Ηλία Παρασκευά (οι περισσότερες εικόνες είναι από τις δυο ταινίες). Μαζί με τον «Βαπτιστικό» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη αποτελούν τις δημοφιλέστερες ελληνικές οπερέτες, με διαχρονική παρουσία στο ελληνικό μουσικό θέατρο.
Η υπόθεση του έργου (που έγιναν κινηματογραφική ταινία) είναι η παρακάτω:
¨Σε μιὰ φτωχικὴ συνοικία τῶν Ἀθηνῶν ζοῦσε ἀπὸ καιρὸ ὁ Κώστας Λαμπέτης, ἕνας νέος ποὺ κανένας δὲν ἐγνώριζε τὴν πραγματική του καταγωγή. Εἶχε μιὰ σοβαρὰ κι’ ὑπερήφανη συμπεριφορά, ποὺ ἀποτελοῦσε ἀντίθεσι στὰ πενιχρά του φορέματα καὶ τὴν ἄθλια ζωή του. Γι’ αὐτὸ ὅλοι οἱ γείτονες ποὺ γνώριζαν καλὰ τὴ φτώχεια του, τὸν φώναζαν κοροϊδευτικὰ «ὁ πρίγκηπας». Ὁ Κώστας πράγματι κατήγετο ἀπὸ ἀριστοκρατικὴ οἰκογένεια, ποὺ ξέπεσε ἀπὸ μοιραῖα ἀτυχήματα, ποὺ τὴν εἶχαν πλήξει. Ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πολὺ μικρὸ παιδί, χωρὶς κανένα πόρον καὶ γι’ αὐτὸ ἀναγκάσθηκε νὰ περνᾷ μιὰ ζωὴ γεμάτη ἀπὸ στερήσεις.
Ὁ Καρούμπας καὶ ὁ Καρκαλέτσος ἦσαν οἱ μοναδικοί του φίλοι. Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο, ποὺ τοῦ ἔδειχναν μιὰ πραγματικὴ ἀδελφικὴ ἀφοσίωσι, ὑπῆρχε κ’ ἕνα ἄλλο ὀρφανὸ πλάσμα σὰν κι’ αὐτόν, ποὺ τὸν ἀγαποῦσε ἀκόμα περισσότερο, ἡ μικρὴ ἀνθοπῶλις Τιτίκα. Ἕνα αἴσθημα ἁγνὸ συνέδεε τὶς δύο αὐτὲς ὑπάρξεις, ὡς τὴν στιγμὴ ποὺ παρουσιάζεται ἄξαφνα μπροστά τους ἡ Βέρα, κόρη πλουσίου ὁμογενοῦς ἄρτι ἐπανελθόντος ἐξ Ἀμερικῆς, γιὰ νὰ τρικυμίσῃ τὴ ψυχὴ τοῦ πρίγκηπα.
Ἡ νεαρὰ νεοαριστοκράτις ἔβγαινε τακτικὰ περίπατο ἔφιππη. Μιὰ μέρα ἀφηνίασε τὸ ἄλογό της καὶ ἀφεύκτως θὰ εὕρισκε τραγικὸν θάνατον, ἐὰν ὁ πρίγκηπας δὲν εὑρίσκετο κατὰ τύχην εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο νὰ τὴ σώσῃ. Αὐτὸ ἦτο ἀρκετὸ νὰ γεννηθῇ στὴ τρυφερὴ καρδιὰ τῆς νεάνιδος ἕνα αἴσθημα γιὰ τὸν μικρὸ ἀλήτη, ὁ ὁποῖος ἐξηφανίσθη ἀπότομα, ἀφοῦ τῆς ἔσωσε τὴν ζωή. Παρ’ ὅλες τὶς ἀναζητήσεις της, ἐστάθη ἀδύνατον πιὰ νὰ ξανασυναντήσῃ ἡ νέα τὸν σωτῆρα της.
Μιὰ μέρα ἄξαφνα παρουσιάζονται δύο ἄγνωστοι νέοι στὸ σπῆτι τοῦ πρίγκηπα κι’ ἐμεταλλευόμενοι τὴ φτώχεια του, τὸν πείθουν ν’ ἀναλάβῃ τὸν ρόλον ἑνὸς δῆθεν πρίγκηπος, γιὰ νὰ ἐξευτελίσουν τὴν ὑπεροπτικότητα ἑνὸς φαντασμένου νεόπλουτου. Ἐκεῖνος... δέχεται καί, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν παρουσιάζουν σὲ κάποια ἐπίσημη ἑορτή, ποὺ διωργάνωσε ὁ νεόπλουτος ἐκεῖνος στὸ πάρκο τοῦ ἀνακτόρου του, ἀναγνωρίζει ὁ πρίγκηπας τὴν νέαν, ποὺ ἔσωσε κάποτε στὴν ἐξοχή..¨.
*Ας δούμε όμως την θεατρική απόδοση του έργου που προηγήθηκε: ¨Με αφορμή τον επικείμενο εορτασμό της συμπλήρωσης 30 χρόνων θεατρικής δράσης του Γιάννη Πρινέα, γράφει για την οπερέτα και το λιμπρέτο της ο Γιάννης Σιδέρης (βλ. εφ. Τα παρασκήνια, Έτος Α', αρ. φ. 49, Σάββατο 22.4.1939, σελ. 5 & 7, Οι Απάχηδες των Αθηνών):
« [...] Το καλοκαίρι του 1915 [πρεμιέρα 22.5.1915], στο θέατρο Λαού έπαιζε ο θίασος του κ. Ζάχου Θάνου, που πιο πριν είχε σημειώσει επιτυχίες με τη "Σκούπα" του ίδιου, που κι εκείνος, όπως και ο κ. Πρινέας, έγραφε και έπαιζε. Και ανέβασε μια ηθογραφία, που είχε αρκετήν επιτυχία με το Λυκούργο Καλαποθάκη, την Ειρήνη Βασιλάκη, που είναι και οι δυο πια μακαρίτες και με τον κ. Ζ. Θάνο και τον κ. Μίμη Ξύδη.
Η ηθογραφία ονομαζόταν "Πρίγκηψ Γκάγκαρης", και το λιμπρέτο ήτανε του κ. Πρινέα [η μουσική του Σπυρίδωνος Λεπενιώτη]. Ο κ. Πρινέας, αυτό το καλοκαίρι ήτανε ηθοποιός του θιάσου Κυβέλης, που έπαιζε στο θέατρο το παλιό, που δεν υπάρχει κι αυτό πια.
Κατά το 1880 είχανε καθιερωθεί στο θέατρό μας εκείνα τα έργα που λέγονται "μυθιστορηματικά", τα περιπετειώδη, π.χ. ο "Ιωσίας ο ακτοφύλαξ" ο "Κόμης του Αγίου Γερμανού" και άλλα πολλά.
Λοιπόν στο θέατρον Ορφεύς, κοντά εκεί που είναι το καλοκαιρινό της κ. Ανδρεάδη, έπαιζε ο "Μένανδρος", ο θίασος των αδελφών Ταβουλάρη, πολλά παρόμοια έργα.
Την πρώτη Σεπτεμβρίου του 1880 παίζει κι ένα έργο του Μπούλβερ Λάϋττον, του Λύττωνος όπως λέγανε τότε, του ίδιου συγγραφέα που είχε γράψει το "Ρισελιέ", την περίφημη δημιουργία του Λεκατσά.
Το έργο αυτό λεγότανε "Η Δέσποινα της Λυών" και το είχε μεταφράσει ο Ν. Δαμιράλης, ο συγγραφέας του το έγραψε στα 1838 και ο "Μένανδρος" το έπαιξε δυο φορές. Το έργο έχει και υπότιτλο "Η έρως και έπαρσις". Η "Δέσποινα της Λυών" τυπώθηκε στην "Θεατρική Βιβλιοθήκη" της Πόλης στα 1882.
Ένας πλούσιος περιφρονημένος βάζει ένα φτωχό να παίξει το ρόλο ενός δήθεν πρίγκιπα για να προσελκύσει με τη λάμψη τού τίτλου του την σκληρή που τον περιφρόνησε, την πλούσια που με τα λεφτά του πατέρα της δε λογάριαζε κανένα.
Το έργο θεατρικά είναι πάρα πολύ ωραίο και πολύ ρομαντικό.
Έχοντας λοιπόν στο νου του ο κ. Πρινέας το κοινό τού θεάτρου Λαού, που είχε τότε χαραχτήρα περισσότερο λαϊκό και δημιουργούσε τέτοιες προϋποθέσεις ακόμη και όταν συχνάζανε Αθηναίοι αριστοκράτες, απεφάσισε να διασκευάσει "εις τα καθ' ημάς" αυτό το έργο και από τη "Δέσποινα της Λυών" βγήκε ο "Πρίγκηψ Γκάγκαρης".
Ας μη νομίση όμως κανείς ότι πρόκειται μόνο για μια διασκευή. Το κύριο πρόσωπο του Λάϋττον ήτανε αφορμή μονάχα, ο κ. Πρινέας άφησε τον εαυτόν του ελεύθερο και στηριγμένος στις δυνατότητες του θιάσου που θα το έπαιζε, που ο πρωταγωνιστής του, ο κ. Ζ. Θάνος, έκανε "μάγκες", πλάθει δυο θαυμαστούς τύπους, που δεν υπάρχουν στη "Δέσποινα της Λυών", δυο κωμικούς νέους μέσα σε μια υπόθεση δραματική, καθώς τα συνηθίζανε γενικά τα δράματα τα περιπετειώδη.
Αυτοί οι δυο τύποι λεγόντουσαν Χαρούπης και Φυτίλης.
Στα 1921 ο κ. Πρινέας έρχεται σε συμφωνία με τον μαέστρο κ. Ν. Χατζηαποστόλου, που είχε κάνει λίγο πιο πριν μιας πρώτης γραμμής μεγάλη επιτυχία με τη "Μοντέρνα Καμαριέρα". Ο κ. Ν. Χατζηαποστόλου, άνθρωπος που τις θέλει τις δουλειές του καθαρές και απολύτως φροντισμένες, καθώς το ξέρουν οι θεατρίνοι που παίξανε δικές του οπερέττες με την εποπτεία του, απαιτεί να ξαναγραφτούν οι στίχοι και να βολευθή καλύτερα το λιμπρέττο. Έτσι, παίζονται στας 19 Αυγούστου 1921, στο θέατρο "Αλάμπρα" με τον θίασο Σαμαρτζή οι "Απάχηδες των Αθηνών", το δεύτερο όνομα του "Πρίγκηπα Γκάγκαρη".
Η ελληνική κοινωνία, η μεσαία εκείνη την εποχή, καθώς λέγεται, είχε λεφτά πολλά και ορμούσε και προς το θέατρο και γοητευότανε, όταν έβλεπε ήρωες απάνω στη σκηνή που να είναι απλοί και φτωχοί, αγνοί όμως και λεβέντες, όπως ήταν ή όπως θα ποθούσανε να είναι οι περισσότεροι από αυτούς που αποτελούσαν αυτό το Κοινό.
Από τη διάθεση αυτήν ακριβώς εμπνέεται ο κ. Πρινέας και πλαταίνει το μοτίβο των νεαρών του "απάχηδων" και τους παρουσιάζει καλύτερα. Πέντε είναι οι λαϊκοί τύποι, ο Πρίγκηπας, ο Καρκαλέτσος και ο Καρούμπας (έτσι βαφτίσθηκε ο Χαρούπης και ο Φυτίλης), και ο Μπάρμπα Αντρέας και η αγνή και υπομονετική κοπέλα του λαού, η Τιτίκα. Το κόρο, το αντρικό και το γυναικείο, είναι και αυτό η παρέα τους η ανοιχτόκαρδη, όλοι μαζί, οι "Απάχηδες".
Ο κ. Πρινέας δημιούργησε και δύο τύπους ακόμη, νεόπλουτους, άνθη της εποχής, τον Παραλή και την εύθυμη γεροντοκόρη, την Αρετούσα, που είναι καθαρότατο δημιούργημα ελληνικό.
Απάχηδες, βέβαια, όπως υπάρχουν στο Παρίσι, δεν είδε, ευτυχώς, η Αθήνα μας. Με τον όρον αυτό που είναι θεατρικώς αβανταδόρικος, εννοούνται τα μορτάκια τα απλοϊκά και τα έξυπνα, που είναι τίμια και χαρούμενα, σπουργίτια του δρόμου.
Στο βάθος, όμως, αν δεν είναι απάχηδες σαν του Παρισιού, διασώζουν όμως με τη φρασεολογία τους, με τον τόνο της ομιλίας τους και με τους θυμούς τους, έναν τύπο γνήσια αθηναϊκό, που είχε υπάρξει πριν από κάμποσα χρόνια, και που, όταν έφτασε στην υπερβολή του μέσα στη ζωή της παλαιότερης Αθήνας, τον χτύπησε αλύπητα ο διευθυντής της Αστυνομίας, ο Μπαϊραχτάρης, που έμεινε ιστορικός.
Όμως, συμπληρώνοντας τις πληροφορίες μου, θα έπρεπε να σημειώσω το πόσο η μουσική των "Απάχηδων" έχει μιλήσει στην καρδιά του λαού μας˙ γιατί ακριβώς θα έλεγα δεν τελειοποίησε μόνο τους στίχους, αλλά αισθάνθηκε και φανέρωσε τη λαϊκή αυτήν ψυχή μέσα στους τύπους που δημιούργησε ο κ. Πρινέας».
Η παρτιτούρα του τραγουδιού κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Φέξη στην Αθήνα και, όπως και τα περισσότερα τραγούδια της οπερέτας, ηχογραφήθηκε αρκετές φορές στην ελληνική ιστορική δισκογραφία. Ενδεικτικά:
«Μόνον με σένα», Αθηναϊκή Εστουδιαντίνα, Κωνσταντινούπολη, γύρω στα 1921 (Orfeon S. 3313 – 13111). Έχει εντοπιστεί αντίτυπο δίσκου στην ετικέτα του οποίου αναγράφεται ως εκτελεστής η Ελληνική Εστουδιαντίνα.
«Μόνο με σένα», Τέτος Δημητριάδης – Γιώργος Μαραβέας, Νέα Υόρκη, 28 Μαρτίου 1924 (Victor B-29751 – 77477-A).
«Μόνο με σένα», Μαρίκα Παπαγκίκα – Greek Record Co. Orchestra, Σικάγο, 1924 (Greek Record Company 510-B).
«Μόνο με σένα», Γιώργος Βιδάλης, Αθήνα, 1924 (Odeon Go 138 – GA 1078 / A 154124).
«Μόνο μ' εσένα», Χορωδία Ρουμπάνη, Νέα Υόρκη, 11 Iανουαρίου 1929 (OKeh W 206328 – 82525).
«Μόνο μ' εσένα», Ελληνική Ορχήστρα Νέας Υόρκης υπό τη διεύθυνση του Enrico Rossi, Νέα Υόρκη, 1929-1930 (Columbia W 206328 – 56187-F).
«Μόνο με σένα», Εύα Στυλ - Νίκος Γούναρης, Μαντολινάτα υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Βιτάλη, Αμερική, δεκαετία του 1950 (Liberty L 141Α, Apollo S6191 – SY13 και επανέκδοση στο LP "Nick Gounaris sings Greek Melodies", Liberty Record Co. LP-102 και Grecophon GR-102).
Ο σκοπός καταγράφεται και σε άλλες «εθνικές» δισκογραφίες, εκτελεσμένος από ξένες ορχήστρες, σε ηχογραφήσεις που δεν προορίζονταν αποκλειστικά για το ελληνικό κοινό. Η πρακτική αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής των δισκογραφικών εταιρειών, οι οποίες, μέσω των αντιπροσώπων και των τοπικών τους παραρτημάτων, επιδιώκουν την προώθηση επιλεγμένων ηχογραφήσεων σε διαφορετικές αγορές. Στόχος της στρατηγικής αυτής δεν είναι μόνο η κάλυψη των αναγκών επιμέρους τοπικών κοινοτήτων, αλλά και η διαμόρφωση ενός ρεπερτορίου με διεθνή απήχηση, ικανού να λειτουργήσει ως πολιτιστικό προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο.
Σύμφωνα με τους καταλόγους της γερμανικής Odeon, τρεις από αυτές τις ηχογραφήσεις, με τον τίτλο "I Apahides (Apachentanz)", πραγματοποιήθηκαν στις 7 Απρίλιου 1922 στο Βερολίνο από την ορχήστρα του βιολιστή και διευθυντή ορχήστρας Dajos Béla ή Sándor Józsi, ψευδώνυμα του Εβραίου Leon Golzmann (Лев Гольцман) που γεννήθηκε στο Κίεβο της σημερινής Ουκρανίας. Μία κυκλοφόρησε σε δίσκο 27 εκατοστών στην Ελλάδα [Odeon xB[o] 7561 – Gx 169 – X 65111 και Odeon xG 183 – X 65110] και στις ΗΠΑ από την Odeon USA (xB-7561 – 82022-B) με τον τίτλο «Οι απάχηδες» και "Apachides". Πρόκειται για την παρούσα ηχογράφηση, στην ετικέτα της οποίας η ορχήστρα του Dajos Béla αναγράφεται ως «Αθηναϊκή ορχήστρα». Η δεύτερη κυκλοφόρησε σε δίσκο 30 εκατοστών στην Ελλάδα (GXX-3001 – XX 79819), στη Γερμανία [Odeon BL (Germany) xxBo 7562 – ΑΑ 55808 και ΑΑ 79819)], καθώς και στις ΗΠΑ με τις ετικέτες των OKeh και Odeon (3077-Α) με τον τίτλο "Apache Dance".
Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε και για την ιταλική αγορά (Odeon xxBo 7562 – R - N. 55808), με τον τίτλο "Ι Aphaides", προφανώς αναγραμματισμός του "Ι Apahides", και υπότιτλο "Danza degli Apaches". Στην ετικέτα αυτού του δίσκου ο Χατζηποστόλου αναγράφεται ως "Ηadjapostoloi" και η ορχήστρα ως "Celebre Orchestra di Danze Moderne Dajos Béla". Η τρίτη ηχογράφηση κυκλοφόρησε σε δίσκο 25 εκατοστών από το ελληνικό παράρτημα της Odeon (xBe 3036 – GA 1029 / A 154921) και από την Odeon Γερμανίας [Odeon BL (Germany) xBe 3036 – Α 44082].
Στην Αμερική, ηχογραφήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1928 στη Νέα Υόρκη σε διασκευή και διεύθυνση ορχήστρας του Nathaniel Shilkret (γεννημένου ως Natan Schüldkraut), Αμερικανού συνθέτη και μαέστρου με εβραϊκή καταγωγή από το Lviv της σημερινής Ουκρανίας. Παίζει η International Novelty Orchestra με τις αδερφές Θάλεια Σαμπανιέβα και Άννα Κριωνά στα φωνητικά. Σύμφωνα με το DAHR, η ηχογράφηση κυκλοφόρησε για την ελληνική αγορά (Victor CVΕ-47781 – 26-8300, 38-3077 και Orthophonic S-701-Α), για τη διεθνή (Victor V-50010) με τον τίτλο, στα αγγλικά και στα ισπανικά, "Only with you - Waltz (Sólo Contigo - Vals)" και από τη Gramophone Ελβετίας (FM-11).
Ταγκό, βαλς και ¨ευγενικά¨ παιξίματα από τον Dajos Bela. Κάπου παραπάνω φιγουράρει, πρώτο και το όνομα της Σοφίας Βέμπο για να τα συνδέσουμε με την προηγούμενη ανάρτηση. Ο μουσικός κόσμος του ελληνικού ¨ελαφρού¨ τραγουδιού πάρα πολύ μεγάλος, αλλά για να σπάσουμε λίγο τα παραδοσιακά, χρειάζεται να περάσουμε το κατώφλι του. Το ίδιο κάνουμε και με τα ρεμπέτικα, λαϊκά κ.ο.κ  
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

619. HIS MASTER'S VOICE AO 5071 ΒΕΜΠΟ ΣΟΦΙΑ 1952

Βέμπο (Μπέμπου) Σοφία (Έφη) HIS MASTER'S VOICE AO 5071 Το χαστούκι - Είσαι ο παράδεισος κι' η κόλαση μου (Μπιγκίν) 1952- 78rpm- 10''
«Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης κι έζησε στην Κωνσταντινούπολη έως το 1921, όταν η οικογένειά της υποχρεώθηκε να καταφύγει στον Βόλο. Εκδήλωσε το ταλέντο της στο τραγούδι από μικρή ηλικία, αν και δεν έκανε συστηματικές μουσικές σπουδές.
Εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως τραγουδίστρια το 1933 στο κέντρο Αστόρια της Θεσσαλονίκης, με το όνομα Έφη Βέμπο (το όνομα της οικογενείας της ήταν Μπέμπο). Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς πέρασε με επιτυχία στο θεατρικό σανίδι, στην αθηναϊκή επιθεώρηση «Παπαγάλος». Η βαθιά φωνή της με τα θερμά ηχοχρώματα, η καθαρή άρθρωση και η έντονη θεατρική παρουσία την έκαναν αμέσως να ξεχωρίσει, σε σύγκριση με τις λεπτές φωνές και τον επιτηδευμένο τρόπο ερμηνείας που χαρακτήριζαν πολλές τραγουδίστριες της περιόδου.
Τα τραγούδια έπαιζαν κεντρικό ρόλο στις επιθεωρήσεις, που ήταν ο κυριότερος χώρος για την ανάδειξη των νέων «σουξέ», καθώς τα γραμμόφωνα στα σπίτια δεν είχαν μεγάλη διάδοση και δεν είχε εγκαινιαστεί ακόμη το ελληνικό ραδιόφωνο. Συνηθιζόταν μάλιστα στο θέατρο να προβάλλονται πίσω από τον τραγουδιστή οι στίχοι, ώστε να τους μαθαίνει το κοινό και να τραγουδά μαζί του. Έτσι, ήδη με τη λήξη της παράστασης, οι νέες επιτυχίες διαδίδονταν από στόμα σε στόμα!
Ξεκινώντας από την επιθεώρηση «Παπαγάλος», ως… «Τσιγγάνα μαυρομάτα», η Βέμπο με παρότρυνση του ευθυμογράφου και στιχουργού Πωλ Νορ κατάργησε το όνομα Έφη κι επανέφερε το Σοφία.
Αναδείχτηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα σε μία από τις κορυφαίες ερμηνεύτριες όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στη δισκογραφία, από το 1935 στην Κολούμπια. Ερμήνευσε τραγούδια των σπουδαιότερων συνθετών του Μεσοπολέμου καθώς και της μεταπολεμικής περιόδου: Κώστα Γιαννίδη, Μιχάλη Σουγιούλ, Γρηγόρη Κωνσταντινίδη, Χρήστου Χαιρόπουλου, Θεόφραστου Σακελλαρίδη, Ιωσήφ Ριτσιάδη, Μίμη Κατριβάνου, Λεό Ραπίτη, Γιάννη Βέλλα, Μενέλαου Θεοφανίδη, Ακη Σμυρναίου κ.ά.
Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η Βέμπο, χάρη στη δημοτικότητά της, κατόρθωσε να επιβάλει τους δικούς της όρους στο συμβόλαιο με την Κολούμπια, διεκδικώντας να επιλέγει η ίδια το ρεπερτόριό της και ποσοστό 10% επί των πωλήσεων, σε μιαν εποχή που οι άλλοι τραγουδιστές πληρώνονταν εφάπαξ και μόνο για την ηχογράφηση!
Το 1938 ήταν για τη Βέμπο η χρονιά της απόλυτης επιτυχίας, καθώς εγκαινίασε στο θέατρο και στη δισκογραφία τη μόδα με τα δημοτικοφανή τραγούδια, με ανάλογη αμφίεση (τσεμπέρι και κλαρωτή φούστα) και μίμηση της χωριάτικης ντοπιολαλιάς. Τα δημοφιλή αυτά τραγούδια πρόσφεραν στο πρόσφατα αστικοποιημένο κοινό, είτε χιουμοριστικά είτε νοσταλγικά, μια ψευδαίσθηση επικοινωνίας με το πνεύμα της εγκαταλελειμμένης πλέον επαρχίας. Την ίδια χρονιά, πραγματοποίησε περιοδεία στην ομογένεια της Πόλης, του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας. Ενώ παράλληλα έκανε και το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο, με την «Προσφυγοπούλα», που γυρίστηκε στα κινηματογραφικά στούντιο της Αιγύπτου, δίπλα στον δημοφιλή ηθοποιό της εποχής Μάνο Φιλιππίδη. Η ηθοποιία της σε συνδυασμό με τα τραγούδια του Γιαννίδη οδήγησαν την ταινία στον αριθμό-ρεκόρ των 25.000 εισιτηρίων, ενώ συνέχισε να προβάλλεται έως και τη δεκαετία του 1950.
Η κήρυξη του πολέμου βρήκε τη Βέμπο στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας τόσο στο μουσικό θέατρο όσο και στη δισκογραφία, που, όπως ήταν φυσικό, επιστρατεύτηκαν αμέσως στο πνεύμα των ημερών. Η τεράστια απήχηση που είχαν τα τραγούδια της στις «πολεμικές επιθεωρήσεις» οδήγησαν τον Αύγουστο του 1941 τους κατακτητές να της απαγορεύσουν την άσκηση θεατρικής δράσης σε όλα τα θέατρα της Ελλάδας και να της αφαιρέσουν την άδεια επαγγέλματος.
Έτσι, τον Οκτώβριο του 1942 αναγκάστηκε να αποδράσει στην Αίγυπτο, όπου έως τον Μάρτιο του 1946 ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα εμψυχώνοντας τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα σε στρατόπεδα, πολεμικά πλοία, νοσοκομεία και προσφυγικούς καταυλισμούς σε όλη τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, ανέβασε επιθεωρήσεις κι έδωσε πολλά ρεσιτάλ, προσφέροντας από τις εισπράξεις στους πρόσφυγες, στους τραυματίες και στις οικογένειες των στρατιωτών.
Με τη θριαμβευτική επιστροφή της στην απελευθερωμένη Ελλάδα, το 1946, σε μια σφυγμομέτρηση της «Καθημερινής» για τον δημοφιλέστερο Έλληνα, η Βέμπο αναδείχτηκε πρώτη με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, τον γνωστό δημοσιογράφο Γεώργιο Βλάχο, και τον τρίτο, τον μαραθωνοδρόμο Στέλιο Κυριακίδη. Τότε ο Αχιλλέας Μαμάκης της απέδωσε τον χαρακτηρισμό «τραγουδίστρια της νίκης» με τον οποίο ταυτίστηκε στο πανελλήνιο!
Την εποχή αυτή έγινε η φωνή των προδομένων Ελλήνων τραγουδώντας στην ομώνυμη επιθεώρηση το «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου», μια καταγγελία για τα ψεύτικα τα λόγια και τις υποσχέσεις των συμμάχων. Ενώ, στη δίνη του Εμφυλίου, και πάλι ένα τραγούδι της Βέμπο (σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη) ήρθε ως δραματική έκκληση για την εθνική συμφιλίωση:
«Τώρα που αίμα αδερφικό το χώμα ιδρώνει / κι Ελλάδα πνίγει την Ελλάδα στα βουνά /έβγα απ’ τον τάφο Θοδωρή Κολοκοτρώνη / κι αδέρφια κάνε όλους τους Έλληνες ξανά!».
Στο ζενίθ της καριέρας της, έπειτα από δύο ρεσιτάλ στη Μασσαλία και στο Παρίσι, η Βέμπο επιβιβάστηκε στο υπερωκεάνιο για τις ΗΠΑ όπου έμεινε για δύο χρόνια, από τον Απρίλιο του 1947 έως τον Ιούνιο του 1949. Το θριαμβευτικό ρεσιτάλ της στο Κάρνεγκι Χολ, τον Μάιο του 1947, ακολούθησε μια μεγάλη περιοδεία σε όλες τις πολιτείες της ομογένειας, ενώ τότε στην Αμερική πραγματοποίησε και την ηχογράφηση 20 τραγουδιών για την εταιρεία Liberty.
Όμως η σωματική και ψυχική κόπωση απ’ αυτή την ξέφρενη πορεία της (15χρονης, έως τότε) καριέρας της οδήγησε τη Βέμπο στην πρώτη μεγάλη κρίση στην υγεία της, ως αποτέλεσμα της σταδιακής εξάρτησης από ηρεμιστικά χάπια και αλκοόλ. Παρόλα αυτά, με την επιστροφή της στην Ελλάδα το 1949, δεν αναπαύτηκε αλλά ξεκίνησε νέα περιοδεία, αυτήν τη φορά στις μονάδες του Εθνικού Στρατού στις εμφύλιες συγκρούσεις στον Γράμμο και στο Βίτσι.
Αμέσως μετά, ακολούθησε μια εξάμηνη περιοδεία σε όλη την Αφρική, με μόνη συνοδεία τον ακορντεονίστα Μένιο Μανωλιτσάκη και τον αδελφό της Ανδρέα, διασχίζοντας με αυτοκίνητο τεράστιες αποστάσεις από την Αίγυπτο και το Σουδάν μέχρι τη Ροδεσία, τη Μοζαμβίκη και τη Νότια Αφρική!
Είχε πλούσια καριέρα στη θεατρική σκηνή και στο τραγούδι μετά τον πόλεμο, κάνοντας τη δεύτερη εμφάνισή της στη μεγάλη οθόνη στη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη.
Το καλοκαίρι του 1950 κατόρθωσε επιτέλους να κάνει πραγματικότητα το όνειρο να αποκτήσει τη δική της θεατρική στέγη. Το θέατρο Βέμπο στην οδό Καρόλου εγκαινιάστηκε με την επιθεώρηση «Βίρα τις άγκυρες» των Μίμη Τραϊφόρου – Γιώργου Γιαννακόπουλου, σε μουσική Ιωσήφ Ριτσιάδη. Στην παράσταση αυτή τραγούδησε για πρώτη φορά και το γνωστό «αρχοντορεμπέτικο» «Η ταμπακέρα».
Τα επόμενα χρόνια η δραστηριότητα της Βέμπο επικεντρώθηκε στο ανέβασμα πολυδάπανων φαντασμαγορικών επιθεωρήσεων στο καλοκαιρινό θέατρο και σε χειμερινές-ανοιξιάτικες περιοδείες στην ομογένεια, που κατέβαλαν σταδιακά την υγεία της και κλόνισαν τη φωνή της, οδηγώντας ακόμη και σε απόπειρα αυτοκτονίας το 1954…
Το 1956 πήρε μέρος στην ταινία «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, τραγουδώντας με τον δικό της μοναδικό τρόπο, δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη, τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ντίνος Δημόπουλος μετέφερε στον κινηματογράφο τη θεατρική της επιτυχία «Στουρνάρα 288», όπου πρωταγωνίστησε μαζί με τον Ορέστη Μακρή, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο και τη Σμαρούλα Γιούλη, τραγουδώντας νοσταλγικά το «Να ξαναγύριζαν τα χρόνια τα παλιά». Αυτή ήταν η τρίτη και τελευταία κινηματογραφική ταινία όπου έπαιξε.
Τη χρονιά εκείνη (1957), με τον θάνατο της μητέρας της, παντρεύτηκε τον Μίμη Τραϊφόρο ύστερα από θυελλώδη δεσμό που ξεκίνησε το 1940 στα παρασκήνια της επιθεώρησης «Πολεμική Αθήνα». Η δυναμική σχέση που είχε μαζί του στάθηκε αφετηρία έμπνευσης για πολλά τραγούδια και θεατρικά κομμάτια, αλλά και μόνιμη πηγή έντασης για την έντονη ιδιοσυγκρασία της.
Το 1968 η Βέμπο γιόρτασε τα 35 χρόνια στο τραγούδι με μια μεγάλη αποχαιρετιστήρια συναυλία στο Αλεξάνδρειο Μέλαθρο της Θεσσαλονίκης. Λίγο αργότερα, στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, έδωσε άσυλο σε πολλούς φοιτητές στο διαμέρισμά της στην οδό Στουρνάρα, αποτρέποντας τη σύλληψή τους. Για τη δράση της αυτή τιμήθηκε το 1974 στην πανηγυρική εκδήλωση για την επάνοδο της Δημοκρατίας στο Καλλιμάρμαρο, όπου τραγούδησε: «Παιδιά της Ελλάδας παιδιά / και τα τανκς γονάτισαν κείνη τη βραδιά»… Η εμφάνισή της ήρθε να απαλύνει τις θλιβερές εντυπώσεις από την παρουσία της, λίγα χρόνια πριν, στον ίδιο χώρο, πάνω στις φιέστες των συνταγματαρχών.
Ο θάνατος της Σοφίας Βέμπο, στις 11 Μαρτίου 1978, έκλεισε την αυλαία σε μια ζωή γεμάτη και πολυτάραχη, σε μια καριέρα εκθαμβωτική που άγγιξε τα όρια του μύθου και που την καθιέρωσε στη συνείδηση των Ελλήνων ως την «εθνική τραγουδίστρια της νίκης»!».
Στο σημερινό γραμμοφωνικό δίσκο η Σοφία Βέμπο στο "αρχοντορεμπέτικο", ¨Το χαστούκι¨ του Θεόδωρου Παπαδόπουλου σε στίχους Μ. Τραϊφόρου & Χρ. Γιαννακόπουλου από την επιθεώρηση "Στάρ Ελλάς" του θεάτρου ''Βέμπο'' που ανέβηκε τον Αύγουστο του 1952 από τον θίασο της Βέμπο. 
Από την
ίδια παράσταση το ¨Είσαι ο παράδεισος κι' η κόλαση μου¨, Μπιγκίν του Λεβ σε στίχους Μ. Τραϊφόρου & Χρ. Γιαννακόπουλου. Ο Λεβ (= Ελευθέριος Σπανίδης/Σουχούμι 1922- Αθήνα 1969) ήταν Έλληνας συνθέτης και πιανίστας, γεννημένος στην Γεωργία, που με την ορχήστρα του είχε έντονη παρουσία τη δεκ. του '50 ,κυρίως ,και του '60. Εξαιρετικά και τα δυο τραγούδια, σπάνε λίγο το παραδοσιακό ύφος του ιστολογίου. 
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).




 

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

618. OLYMPIC OE 80180 ΣΗΦΟΓΙΩΡΓΑΚΗΣ ΣΠΥΡΟΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ- ΜΑΡΚΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ 1970

Σηφογιωργάκης Σπύρος- Μαρκογιαννάκης Ιωάννης (Μαρκογιάννης)- Μαρκογιαννάκης Ευάγγελος (Μαρκοβαγγέλης) OLYMPIC OE 80180 Ένας αράπης (Συρτός) - Η χτενίστρα (Μαντινάδες) 1970- 45rpm- 7''
«Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης γεννήθηκε το 1930 στου Αγαλιανού Αγίου Βασιλείου, σε μια αγροτική οικογένεια με πολλά παιδιά. Τα πρώτα του μουσικά ακούσματα τα είχε σε ηλικία 14 ετών, από το Βασίλη το Γρηγοράκη από τις Βρύσες και στη συνέχεια από το Νίκο Σαβοργιανάκη και το Γιώργη Ανυφαντάκη.
Παθιασμένος και αυτοδίδακτος λοιπόν, και όπως ο ίδιος απεκάλυψε σε συνέντευξή του το 2001 στην «Ρ», η πρώτη του λύρα ήταν από …σφάκα και την πλήρωσε ακριβά.
« Είχαμε πάει, μικρά παιδιά τότε , με τον παπά- Κωστή Πετυχάκη σε ένα βουνό, στην τοποθεσία «Γούλα», στ’ Αγαλιανού. Εκεί βρήκαμε μια μεγάλη σφάκα, την κόψαμε κα την πήγαμε σε κάποιο Μιχάλη Μιχαλάκη ή «Μαυρούλιος», ο οποίος «κουτσόπαιζε» λύρα, για να μας φτιάξει μια δική μας, συμισακή. Εγώ του αλώνευα ένα ολόκληρο καλοκαίρι και αυτός καθόταν κάτω από μια ελιά και πελεκούσε τη λύρα. Κανόνισε δε και ήταν η λύρα έτοιμη όταν αποαλώνεψα.» Η λύρα βεβαίως ήταν μισή-μισή με τον παπά Κωστή. Την είχαμε κάνει βδομάδες. Όμως ο Κωστής ήταν αριστερόχειρας και έτσι τη βδομάδα που την είχε εκείνος αλλάζαμε την πρώτη χορδή. Κάποια στιγμή μου λέει: «Σπύρο χαλάλι σου η λύρα». Όμως μια λύρα από σφάκα, με καπάκι από τάβλα, κολλημένη με σακίζι, δεν παίζει όπως πρέπει.»
Το 1947 σε ένα πανηγύρι του προτείνει ο Αλέκος Καραβίτης να πάει στην Αθήνα για να του μάθει λύρα. Πηγαίνει πράγματι την Αθήνα, αλλά όμως ο αγώνας και η  βιοπάλη δεν του επιτρέπει τέτοιες πολυτέλειες. Το 1949 επιστρέφει πάλι στο χωριό του όπου εκεί με τη λύρα που είχε μάθει μετά από δικές του προσπάθειες, παίζει σε διάφορες εκδηλώσεις με πασαδόρο του το Σταύρο Παπαδάκη που έπαιζε μαντολίνο.
Το 1951 κατά τη διάρκεια της στρατιώτικής του θητείας είχε την τύχη να γνωρίσει και να παίξει με μεγάλους Μεσσαρίτες οργανοπαίκτες εκείνης της εποχής, όπως τον Σπανάκη, τον Καμπουράκη, τον Φουστάνη, κ.α.
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης τίμησε επάξια την κρητική παραδοσιακή μουσική, διαφυλάττοντας ακέραια τη γνησιότητα και το μεγαλείο της έτσι όπως ονειρεύτηκε και στόχευσε, προσφέροντας τις δικές του δημιουργίες, διακρινόμενος μεταξύ των μεγάλων της Μεγαλονήσου, μεσουρανώντας στο κρητικό μουσικό στερέωμα.
Απεχώρησε από την ενεργό δράση το 1990, και όπως ο ίδιος λέει, του δόθηκε η ευκαιρία σταματώντας τα ταξίδια να μείνει κοντά στην οικογένειά του. Γνώρισε καλύτερα τη γυναίκα και τα παιδιά του. Εξ άλλου όπως υποστήριζε « ο καλλιτέχνης πρέπει να αφήνει τον κόσμο του πριν τον αφήσει εκείνος. Το πάλκο θέλει μαύρα μαλλιά.»
Οι γνωστές αγαπημένες μελωδίες της λύρας του ακούστηκαν σ’ όλο τον κόσμο. Από το Χάλιφαξ του Καναδά μέχρι το Βανκούβερ. Από το Κέιπ-Τάουν μέχρι την Τυνησία. Από το Χόλιγουντ μέχρι τη Νέα Υόρκη. Από το Ελσίνκι της Φιλανδίας μέχρι το Λονδίνο και όλη την Ευρώπη, Ρωσία και Αυστραλία όπου και ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης της Καμπέρα.
Το 1962 σε διαγωνισμό στο Ελσίνκι της Φιλανδίας, απέσπασε το πρώτο παγκόσμιο βραβείο Λαϊκής Παράδοσης, παίζοντας λύρα. Είχε δώσει κατά καιρούς πολλές συνεντεύξεις και είχαν γραφτεί πολλά θετικά σχόλια σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες.
Το 1967 παντρεύτηκε τη Χρυσούλα Ασκοξυλάκη από τους Βώρρους Μεσσαράς Ηρακλείου. Μαζί αποτέλεσαν ένα νέο καλλιτεχνικό ζευγάρι και έγραψαν μια νέα εποχή στο χώρο του κρητικού πενταγράμμου.
Το 1969 εμφανίστηκε στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού «Αλάτι και πιπέρι».
Είχε συνεργασθεί με παραγωγούς κινηματογραφικών ταινιών σε μουσικά κομμάτια όπως στην ταινία "Η Νεράιδα και το Παλικάρι" με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και το "Ευτυχώς χωρίς δουλεειά" με τον Γιάννη Γκιωνάκη, καθώς και στην ταινία «Ζορμπάς» με τον Άντονυ Κουίν και την Ειρήνη Παπά. Συμμετοχή έχει και σε βιντεοταινία του 1988 με τίτλο ¨Τρέλα μου¨ όπου παρουσιάζεται ο κόσμος της αθηναϊκής νύχτας με πλούσια χορευτικά νούμερα, από τσιφτετέλι ως και πεντοζάλη, και επιθεωρησιακές παρεκβάσεις.
Επίσης μεγάλες προσωπικότητες παρευρέθηκαν και παρακολούθησαν συναυλίες του και άλλες εκδηλώσεις, όπως ο Ντε Γκωλ, Ο Κρούτσεφ, Ο Ωνάσης κ.α.
Συνεργάστηκε με πολλούς καταξιωμένους μουσικούς όπως το Γιάννη και Βαγγέλη Μαρκογιαννάκη, το Γιάννη και Γιώργη Μαράκη, το Γιώργη Θυμιατζή, το Σταύρο Παπαδάκη, το Λουκά Παχουντάκη, τον Κωστή Τσουκνάκη, τον Αντώνη Σκευάκη κ.α……
Ο Σπύρος Σηφογιωργάκης απεβίωσε το 2013»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).