Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

573. KALIPHON PHONOGRAPH RECORDS D-760 ΠΙΠΕΡΑΚΗΣ ΧΑΡΙΛΑΟΣ- ΜΕΛΚΟΝ ΜΑΡΚΟΣ 1945

Πιπεράκης (Παπαδάκης) Χαρίλαος (Θεός της μουσικής- Μεγάλος Διάβολος- Παγκανίνι της λύρας)- Μελκόν (Αλεμσιριάν) Μάρκος (Ο Μάρκος με το ούτι) KALIPHON PHONOGRAPH RECORDS D-760 Λουσακιανός Συρτός - Ηρακλειώτικος Πηδηχτός 1945- 78rpm- 10''
 
«Ο Χαρίλαος Πιπεράκης (βλέπε ανάρτηση 188 και 482) πιο γνωστός ως Χαρίλαος Κρητικός, γεννήθηκε το 1894 (ή 1895) και μεγάλωσε στην αποκορωνιώτικη ύπαιθρο. Από τον θείο του μάθαινε λύρα και εξασκούνταν στον καφενέ του πατέρα του Γιάννη Πιπεράκη. Σύντομα ο Χαρίλαος έγινε εκπληκτικός λυράρης . Στην ηλικία των 14 ετών θεωρούνταν ένας εξαίρετος λυράρης . Όμως, το κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα στις αρχές του 20 αιώνα οδήγησε και τον νεαρό Πιπεράκη μετανάστη στις ΗΠΑ . Μετανάστη στη χώρα που είχε βιομηχανία πρώτες ύλες αλλά είχε έλλειψη εργατικών χεριών.
Το μεταναστευτικό ρεύμα λοιπόν ακολουθεί και ο Χαρίλαος μόλις 16 ετών! Οι πλειοψηφία των Ελλήνων εργάστηκαν στους σιδηροδρόμους που τότε έφτιαχναν οι Αμερικάνοι. Στην Αμερική ο Χαρίλαος συναντά ένα μωσαϊκό πολιτισμών . Ήταν από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα τόπος διαμονής εκατομμυρίων μεταναστών . Εκεί από τις πρώτες ημέρες ο Χαρίλαος με τη λύρα του, ξυπνά μνήμες στους συμπατριώτες του Κρητικούς. Ο Πιπεράκης άρχισε πέρα από τους Κρητικούς σκοπούς, να εμπλουτίσει το ρεπερτόριο του με τραγούδια από διάφορες περιοχές του ελληνισμού και από περιοχές από μεσογειακές χώρες.
Λέγεται ότι με την ίδια άνεση και τελειότητα που έπαιζε κρητικά απέδιδε  και σφουγγαράδικα ή ταξίμια της ανατολής ή της Αφρικής ή τους γρήγορους ρυθμούς της βαλκανικής, αλλά και ρεμπέτικα και ελαφρά τραγούδια της εποχής ακόμη και τραγούδια των σαλονιών. Έτσι, ο Πιπεράκης ξεσήκωνε όλους τους Έλληνες  αλλά και μετανάστες προερχόμενους από διάφορα γεωγραφικά διαμερίσματα. Ο Χαρίλαος εμφανίζεται στη δισκογραφία της Αμερικής το 1919 ηχογραφώντας δύο συρτούς. Το συρτό Κισσαμίτικο και το συρτό Κρητικό .
Θα εμφανιστεί στη δισκογραφία και ως συνθέτης αλλά και ως παραγωγός. Λίγο αργότερα θα ιδρύσει τη δική του εταιρεία «Φάρος». Στη δισκογραφία εμφανίζεται πότε ως Χαρίλαος, ποτέ ως Χαρίλαος Κρητικός και πότε ως Χαρίλαος Παπαδάκης. Οι δίσκοι του έφταναν μέχρι την Κρήτη όπου επηρέαζαν την ντόπια μουσική, αφού μιλάμε για μια περίοδο που η δισκογραφία της Κρητικής μουσικής δεν είχε ξεκινήσει στην Κρήτη. Έτσι ο Χαρίλαος με τους δίσκους του θα αποτελέσει για τους ντόπιους μουσικούς αντικείμενο μίμησης, επηρεάζοντας το ύφος της  Κρητικής μουσικής μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό.
Ο Χαρίλαος δουλεύει στα καφέ αμάν της Αμερικής που εκεί σύχναζαν άνθρωποι από όλα τα μέρη του κόσμου και από όλες τις κοινωνικές συσσωματώσεις και τάξεις . Όπως εργάτες, χαρτοπαίκτες Νταβατζηδες και άλλοι .Στα καφέ αμάν έπαιζε διάφορα τραγούδια και ρυθμούς ανάλογα με τις ανάγκες .
Οι δημοφιλέστεροι ρυθμοί του ήταν το ζεϊμπέκικο και το χασάπικο για τους άνδρες. Ενώ για τις γυναίκες έπαιζε μέσα στα καφέ αμάν χορούς αντικριστούς όπως είναι  οι καρσιλαμάδες. Έπαιζε βέβαια και διάφορα τσιφτετέλια για τις γυναίκες θαμώνες των καφέ αμάν. Βασικές παραγγελίας στα καφέ αμάν ήταν και οργανικά κομμάτια αλλά και οι αμανέδες . Μέσα σε αυτούς τους χώρους γνωρίστηκε με όλους τους σπουδαίους τραγουδιστές και μουσικούς, όπως την Μαρία Παπαγκίκα την δημοφιλέστερη τραγουδίστρια της εποχής η οποία ήταν ιδιοκτήτρια του καφέ αμάν της Ν Υόρκης με τίτλο το «Παυσίλυπον».
Γνωρίστηκε με την θρυλική Κούλα  Αντωνοπούλου ή όπως ήταν γνωστή κυρία Κούλα Βλάχου . Με την αξεπέραστη -εβραϊκής καταγωγής ρωμανιώτισσα -Αμαλία Μάτσα ή Αμαλία Βάκκα ή Μπάκα. Με τον Μικρασιάτη  Αχιλλέα Πούλo τραγουδιστή και μουσικό. Γνώρισε τον Τέτο Δημητριάδη κιθαρίστας-τραγουδιστής- δημοσιογραφος -ηθοποιός και συνθέτης. Δούλεψε με τον Επαμεινώνδα Ασημακόπουλο και τον τρανό Γιώργο Κατσαρό . Όλοι οι μουσικοί και τραγουδιστές εκτός από τα καφέ αμάν, δούλευαν κυρίως στα πολλά διάσπαρτα ελληνικά καφενεία που ήταν χώροι συνάντησης των Ελλήνων και όχι μόνον μεταναστών.
Εκτός από τα καφέ αμάν και τα καφενεία ο Χαρίλαος έπαιξε σε διάφορες πόλεις στην Αμερική. Διοργανωτής αυτών των συναυλιών ήταν ο φίλος του Γιώργος Κατσαρός ή Γιώργος Θεολογίτης (από την Ανάφη) όπως ήταν το πραγματικό του όνομα.
Ο Χαρίλαος είχε ένα συγκρότημα που αποτελείτο από δύο τραγουδίστριες, δύο χορεύτριες, ένα κανονάκι ,ένα ούτι και ένα κρουστό, έκλεβε και τις πιο δύσκολες καρδιές.
Ο Πιπεράκης είχε αγάπη στην ανατολίτικη μουσική  την οποία ήξερε έως τα  κατάβαθα της. Συχνά η ορχήστρα του περιλάμβανε και άλλα όργανα όπως κλαρίνο, βιολί, φύσα
(ακορντεόν) κιθάρα . Με όλα αυτά τα όργανα ο Πιπεράκης έπαιζε άπειρους ρυθμούς κ τραγούδια. Ήξερε να αποδίδει το ηχόχρωμα των περιοχών αφού γνώριζε τις μουσικές διαφορές από τόπο σε τόπο . Ο Χαρίλαος γνώρισε και έπαιξε με μουσικούς από την οθωμανική αυτοκρατορία. Όπως Τούρκους, Αρμένιους, Άραβες. Βασικός συνεργάτης του ήταν ο Μάρκος Μέλκόν. Ο Μελκόν παίζει σε όλες σχεδόν τις ηχογραφήσεις του με το ούτι του .Από τα τέλη της 10ετιας του 20 έως τη δεκαετία του 50 συνεργάστηκαν ο Μελκόν και ο Πιπεράκης. Βασικός Λαουτιέρης του ήταν ο Γιώργος Γομπάκης από την επαρχία Σελίνου. Έπαιξαν και ηχογράφησαν την ίδια εποχή με τον Πιπεράκη και άλλοι Κρήτες μετανάστες μουσικοί .
Αυτό όμως που ξεχώρισε τον Πιπεράκη ήταν ότι ξεπέρασε τους ήχους της Κρητικής μουσικής και έπαιξε μελωδίες, τραγούδια και οργανικά απ’όλα τα σημεία του πλανήτη . Οι δίσκοι του απευθύνονταν σε ελληνικό και ξένο κοινό γιατί συγκινούσε όλες τις καρδιές. Στην Αμερική τον αποκάλεσαν Παγκανίνι της λύρας, άλλοι μαύρο διάβολο και άλλοι ως θεό της μουσικής. Έκανε γνωστή σόλο τον κόσμο την κρητική μουσική . Τον Δεκέμβριο του 78 μετά από 70 χρόνια μουσικής παρουσίας έφυγε στον Σαν Φρανσίσκο 85 ετών.» 
«Ο Marko Melkon Alemsherian γεννήθηκε στη Σμύρνη 2 Μαΐου το 1895 από Αρμένηδες γονείς. Σε πολύ νεαρή ηλικία έρχεται σε επαφή με το ούτι. Σε ηλικία 17 ετών για να αποφύγει τη στρατιωτική θητεία βρίσκεται την Αθήνα . Εκεί παίζει επαγγελματικά σε ταβέρνες συνεργαζόμενος με ντόπιους μουσικούς . Μιλάει πολύ καλά την Ελληνική γλώσσα όπως επίσης την Τουρκική και την Αρμενική . Από το 1922 που πήγε στην Αμερική αρχίζει να εμφανίζεται επαγγελματικά στα καμπαρέ και σε coffee houses.
Μέχρι το 1928 ηχογραφεί πολλούς δίσκους είτε σαν τραγουδιστής ή παίζοντας ούτι και συνεργάζεται με Αρμένιους μουσικούς κυρίως όπως Kemany Harry Hasekian στο βιολί και Kaspar Janjanian στο τραγούδι. Το 1928 ταξιδεύει για σύντομο χρονικό διάστημα στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να παντρευτεί. Εκεί πιθανότατα συνάντησε και τον Δημήτρη Σέμση.
Γυρνώντας στην Αμερική και αφού πέρασε τη κρίση του 1929 από τα τέλη της δεκαετίας του 30 και μέχρι το τέλος της ζωής του έπαιζε στα μεγάλα νυχτερινά κέντρα της Νέας Υόρκης Port Said, Britania, Egyptian Gardens και Grecian Palace Cafe που ακούγονταν μουσικές της Ανατολής. Αυτό που ήξερε να κάνει πολύ καλά ήταν να ξεσηκώνει το κόσμο με το ρυθμικό του παίξιμο και το τραγούδισμα. Ήταν ένα αστέρι στη νυχτερινή διασκέδαση των clubs της Νέας Υόρκης την εποχή που το “οριεντάλ” στοιχείο μεσουρανούσε. Το κοινό του Αρμένιοι Τούρκοι και Έλληνες της διασποράς καθώς τραγουδούσε και στις τρεις γλώσσες . Οι δίσκοι του γίνονταν ανάρπαστοι καθώς ο ίδιος είχε ενταχθεί στη όλο και περισσότερο αναπτυσσόμενη μουσική βιομηχανία.
Οι απαιτήσεις του αγοραστικού κοινού ήταν τόσο μεγάλες που εταιρείες με μετακινούμενα συνεργεία ταξίδευαν στην Ευρώπη και στην Ασία για να κάνουν παράγωγες που θα ικανοποιούσαν το πολυπολιτισμικό κοινό της Αμερικής.
Η κόρη του αναφέρει χαρακτηριστικά: "...Η σκηνική του παρουσία και η ικανότητά του να
δημιουργεί αυτό που εμείς οι Αρμένιοι λέμε «κέφι», ήταν ιδιαίτερα αξιοσημείωτη. Είχε ιδιαίτερη ικανότητα να μετατρέπει το κέφι του σε τέχνη και αυτό νομίζω ήταν το μεγαλύτερό του ταλέντο. Προφανώς υπάρχουν παίκτες του ουτιού με πιο βαθιά γνώση και μεγαλύτερη δεξιοτεχνία, αλλά κανείς δεν μπορούσε να προκαλέσει τέτοιο γλέντι όπως ο Μελκόν." Ο Μελκόν μπορούσε να ξέρει με το όνομα του κάποιον θαμώνα και ποιο είναι το αγαπημένο του κομμάτι ώστε να το παίξει να τον ευχαριστήσει. Αναφέρει το γεγονός της επίσκεψης στο σπίτι τους του μεγάλου Αρμένιου ουτίστα Udi Hrant ο οποίος έπαιξε και ούτι κατά τη διάρκεια της επίσκεψης «Παίζει πολύ ωραία, έτσι δεν είναι;».
Τότε εκείνος απάντησε: «Εγώ δεν παίζω αυτού του είδους τη μουσική. Εγώ κάνω τους ανθρώπους να χορεύουν» θέλοντας να πει ότι διαχωρίζει το προσωπικό του ύφος από πιο στυλιζαρισμένα και ίσως ελιτίστικα παιξίματα .Ο Μελκόν ήταν στην αντίπερα όχθη από την άποψη που ήθελε τον ουτίστα σολίστ να εκτελεί τη μουσική του. Με τη δήλωση του αυτή ο Μελκόν θέλει να πει ότι τα παίξιμο του Udi Hrant δε μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία κεφιού, να κάνει το κόσμο να χορέψει αρά είναι ελιτίστικο και ακαδημαϊκό.
Ο Μάρκος Μελκόν πέθανε το 1963.»
Δύο από τα κλασσικά κρητικά τραγούδια από τον Χαρίλαο με τον Μελκόν συνοδεία, ηχογραφημένα το 1945. Δύσκολη χρονιά το ’45 στην Κρήτη (στην Ελλάδα), σκεφτόμενοι ότι μόλις εκείνη την χρονιά έφυγαν οι Γερμανοί από τα Χανιά. Οπότε οι ηχογραφήσεις εκείνης της περιόδου, λογικό να γίνονταν στο εξωτερικό και που αλλού από την Αμερική.
Για να έρθω και στα τραγούδια, αυτό που με ξενίζει στις ηχογραφήσεις του Χαρίλαου είναι τα συνοδευτικά όργανα. Στο σημερινό δίσκο, άψογη η λύρα και το παίξιμο της, αλλά ούτι- τραμπούκα- ζίλια δεν μου κάθονται καλά στο αυτί (προσωπική άποψη πάντα). Για παράδειγμα πιο καλά μου κάθεται η διασκευή του Ψαραντώνη στο ¨Λουσακιανό συρτό¨, που με την φωνή του δίνει ψυχή και δεν χρειάζονται ούτε ζίλιες ούτε τραμπούκες.   
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).
 

 

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

572. FIDELITY 7223 ΣΚΑΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΣΥΡΟΚΑΚΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ- ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ 1962

Σκαλίδης Γιάννης- Συροκάκης (Σιροκάκης) Δημοσθένης- Παπαδάκη (Σκαλίδη) Δέσποινα FIDELITY 7223 Χανιώτικο συρτό - Η μοδιστρούλα (Καλαματιανό) 1962- 45rpm- 7''
«Ο Γιάννης Σκαλίδης (βλέπε ανάρτηση 20, 56, 121, 214, 243, 370, 420, 462 και 507) γεννήθηκε το 1927 και καταγόταν από τη Μικρή Γωνιά του  Δήμου Ρεθύμνου, ζούσε στην Ηλιούπολη Αττικής, στο επάγγελμα ήταν Αστυνομικός και είχε πολύ μεγάλο δισκογραφικό έργο με ηθογραφικό περιεχόμενο, θέματα από τη ζωή της Κρητικής υπαίθρου, σατυρικά, κ.ά.  Σε αρκετές δισκογραφικές δουλειές του τον συνόδευε η σύζυγός του Δέσποινα, αλλά και ο γιος τους Στέλιος.
Ο Γιάννης Σκαλίδης ήταν δάσκαλος της κρητικής λύρας καθώς δίδασκε την τέχνη του αρκετά χρόνια σε Κρητικούς της Αττικής. Ο Γιάννης Σκαλίδης με την σύζυγό του Δέσποινα είχαν δημιουργήσει ένα εξαιρετικό καλλιτεχνικό ζευγάρι στον χώρο της Κρητικής Μουσικής, από τα κορυφαία καλλιτεχνικά ζευγάρια στην Κρήτη, με πολλές επιτυχίες και πολλές εμφανίσεις, ακόμη και στο εξωτερικό, όπου ζούσαν Κρήτες.
Έχει συνεργαστεί με τους Μανουδάκη Βασίλη, Μαράκη Γιάννη, Κλειδουχάκη Ανδρέα, Σιροκάκη Δημοσθένη, Σκαλιώτη Βασίλη (κλαρίνο- βλέπε ανάρτηση 20), Κακουλάκη Φάνη και Κούτρα Ιωάννη (κλαρίνο). Μαράκη Γιάννη και Αποστολάκη Γιώργο.
Δισκογραφικά έχει 7 LP δίσκους, πάνω από 25 σαρανταπεντάρια και πάρα πολλές συμμετοχές σε συλλογές στο ενεργητικό του.
Πέθανε σε τροχαίο το βράδυ της 22ης Αυγούστου 2014, σε ηλικία 87 ετών.»
Στο σημερινό δισκάκι ο εξαιρετικός στο λαούτο Δημοσθένης Συροκάκης ο οποίος έχει συμετοχή δισκογραφικά σε μόλις 3 45άρια, στο σημερινό με τον Σκαλίδη και σε δυο ακόμα με τον Σταματογιάννη (βλέπε ανάρτηση 552). Στο "Χανιώτικο συρτό" το παίξιμο και η φωνή του του πολύ όμορφα θυμίζουν αρκετά δυτική Κρήτη. 
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

571. MUSIC BOX MB 592 ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ- ΞΥΛΟΥΡΗΣ ΝΙΚΟΣ- ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ 1965

Ξυλούρης Γιάννης (Ψαρογιάννης)- Ξυλούρης Νίκος (Ψαρονίκος)- Σταυρακάκης Αθανάσιος MUSIC BOX MB 592 Όλα σου είναι όμορφα (Συρτό) - Απόψε μουσαφίρης σου (Σούστα) 1965- 45rpm- 7''
 
Στο σημερινό δισκάκι (επιστροφή στα Κρητικά), ο Ψαρογιάννης με τον Ψαρονίκο, εναλλάξ σε λύρα και λαούτο και τον Θανάση Σταυρακάκη (βλέπε ανάρτηση 91) να βοηθάει στα φωνητικά. Η σημερινή ανάρτηση για τον Γιάννη Ξυλούρη (Ψαρογιάννη) που πάντα έμπαινε δεύτερο όνομα στις αναφορές των δίσκων και των αναρτήσεων, όπως συμβαίνει πάντα με τους λαουτιέρηδες. Τα ονόματα του Ψαρογιάννη, του Μαρκογιάννη, του Μανιά, του Μαρκοβαγγέλη, του Κουτσουρέλη και πόσων άλλων από τους παλιούς πάντα σε δεύτερη μοίρα. Το λαούτο πάντα σε δεύτερη μοίρα.
Σκαλίζοντας τα LP παραπάνω μια φωτογραφία, εκεί στη δεκαετία του '60 με τον Ψαρογιάννη στη λύρα, λύνει τις απορίες για το σημερινό δισκάκι που παίζει λύρα στη ¨Σούστα¨. 
Τα λόγια του δάσκαλου Ross Daly παρακάτω για τον πρόσφατο χαμό του μεγάλου Ψαρογιάννη. Ακολουθεί μικρό βιογραφικό καθώς περισσότερα θα βρείτε σε παλαιότερες αναρτήσεις.  
«Ο Γιάννης Ξυλούρης (Ψαρογιάννης) υπήρξε από εκείνους τους σπάνιους μουσικούς που δεν αρκέστηκαν στο να διαπρέψουν στο όργανό τους ούτε απλώς να διευρύνουν τις τεχνικές του δυνατότητες, αλλά συνέβαλαν καθοριστικά στο να ορίσουν την ίδια του την ταυτότητα. Το λαούτο, μέσα από το δικό του παίξιμο, απέκτησε φωνή, λόγο και ουσιαστική παρουσία. Έπαψε να είναι συνοδευτικό υπόστρωμα και αναδείχθηκε σε ισότιμο συνομιλητή.
Παράλληλα, υπήρξε σε μεγάλο βαθμό η ανιδιοτελής και συχνά αθέατη κινητήρια δύναμη πίσω από την λαμπρή πορεία του χαρισματικού αδελφού του, Νίκος Ξυλούρης. Η δική του παρουσία δεν διεκδικούσε ποτέ τον πρώτο λόγο, αλλά χωρίς αυτήν ο λόγος των άλλων δύσκολα θα αποκτούσε το ίδιο βάθος και την ίδια εσωτερική συνοχή.
Για περισσότερο από μισό αιώνα, ο Ψαρογιάννης συνόδευσε σχεδόν όλους τους σημαντικούς λυράρηδες της Κρήτης, συμβάλλοντας αποφασιστικά, και πάντοτε με τρόπο μοναδικό, στη διαμόρφωση της ιδιαίτερης μουσικής ταυτότητας του καθενός. Ιδιαίτερης σημασίας υπήρξαν τα χρόνια της συνεργασίας του με τον Κώστα Μουντάκη κατά τα οποία επαναπροσδιόρισε ριζικά τον ρόλο του συνοδευτικού οργάνου στην κρητική μουσική. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, το λαούτο δεν ακολουθούσε απλώς τη λύρα, συνομιλούσε ισότιμα μαζί της.
Την πλούσια αυτή παρακαταθήκη μετέδωσε άμεσα στον ανιψιό του, Γιώργος Ξυλούρης (Ψαρογιώργης), ενώ ταυτόχρονα αποτέλεσε σημείο αναφοράς και έμπνευσης για όλες τις επόμενες γενιές λαουτιέρηδων. Ο Ψαρογιάννης υπήρξε μορφή καταλυτική, όχι μόνο για τη μουσική της Κρήτης, αλλά και για τη σύγχρονη ελληνική μουσική στο σύνολό της, ένας μουσικός που υπηρέτησε την παράδοση χωρίς να την εγκλωβίσει, και που άφησε πίσω του όχι απλώς ένα «ύφος», αλλά έναν νέο τρόπο να ακούς.»
Μέλος της θρυλικής μουσικής οικογένειας των Ξυλούρηδων, αδελφός του αξέχαστου Νικου Ξυλούρη και του Ψαραντώνη, ο Γιάννης Ξυλούρης γεννήθηκε στα Aνώγεια Μυλοποτάμου Pεθύμνου το 1943. Εγγονός του Kαραμουζαντώνη που έγραψε ιστορία με τη λύρα του, αδερφός του Nίκου Ξυλούρη και του Ψαραντώνη, ο Γιάννης Ξυλούρης δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει κι αυτός τον ίδιο δρόμο των άξιων λυράρηδων και τραγουδιστών.
Στα πέντε του χρόνια το 1948, ήρθε σε επαφή με το πρώτο του όργανο το μαντολίνο και στη συνέχεια με το λαούτο και τη λύρα. Μαθητής ακόμα του δημοτικού, ο Γιάννης Ξυλούρης μιλεί με τα παραδοσιακά μουσικά όργανα της πατρίδας του εκείνη τη μυστική γλώσσα που μονάχα όσοι έχουν ένα ιερό πάθος να τους καίει τα σωθικά, μπορούν να μιλήσουν. Δώδεκα χρονών συνοδεύει, με το λαούτο στο χέρι, τον αδερφό του Nίκο.
Δεκατεσσάρων χρονών το 1957, πραγματοποιεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά μαζί με το Nίκο Ξυλούρη. Δεκαεπτά χρονών το 1960, θεωρείται ήδη ένα από τα καλύτερα λαούτα της Kρήτης και οι πιο σπουδαίοι λυράρηδες επιδιώκουν συνεργασία μαζί του. Tο λαούτο του έχει συνοδέψει τους πιο γνωστούς λυράρηδες του νησιού.O Γιάννης Ξυλούρης όμως δεν περιορίστηκε στο λαούτο και στο μαντολίνο, τα δύο όργανα που λάτρεψε από παιδί.
Ανοίχτηκε σε άλλους ορίζοντες, στη λύρα, στο τραγούδι, στη σύνθεση δικών του τραγουδιών. Προικισμένος με μια σπάνια φαντασία και με μια άψογη τεχνική, ο Γιάννης Ξυλούρης άρχισε να συνθέτει σύγχρονα Kρητικά τραγούδια που θα τα ζήλευαν πολλοί καταξιωμένοι και σπουδασμένοι συνθέτες μας.
Γνωρίζοντας καλά τη μουσική του τόπου του ως αυθεντικό ταλέντο, αξιοποιεί το μουσικό και καλλιτεχνικό του ένστικτο και ξεδιπλώνει τη σύνθεση με την ίδια ευκολία που τραγουδά μαντινάδες. 
O Γιάννης Ξυλούρης πατούσε σταθερά στην παράδοση, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να αξιοποιήσει και τις αρετές της έντεχνης μουσικής προκειμένου να συγκροτήσει και να τοποθετήσει σε στέρεες βάσεις την πρότασή του. Έντονη είναι η καλλιτεχνική του παρουσία με πολλές συναυλίες και εμφανίσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Δημιουργική υπήρξε επίσης και η συνεργασία του με διάφορα μουσικά σχήματα από την Ήπειρο, τα νησιά του Aιγαίου, τη Mικρά Aσία και με γνωστούς Έλληνες μουσικοσυνθέτες που καθόρισαν με τη δουλειά τους το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι.
O Γιάννης Ξυλούρης είναι ο καλλιτέχνης που κυριάρχησε στο λαούτο, και έχει να παρουσιάσει μια μοναδική τεχνική, αποτέλεσμα της οποίας, υπήρξε μια πληθώρα έξοχων εκτελέσεων, σε δεκάδες δίσκους, που έχουν τη σφραγίδα της τελειότητας.
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ).
 

 

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

570. ODEON GA 7973 ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΜΑΡΙΑΝΝΑ- ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ ΖΑΚ 1958

Χατζοπούλου Μαριάννα (Τυφλό αηδόνι- Τυφλή τραγουδίστρια)- Ιακωβίδης (Μπενβενίστε) Ζακ ODEON GA 7973 Ζαχάρω (Συρτό) - Κάνε κότσο τα μαλλιά σου (Καλαματιανό) 1958- 78rpm- 10''
 
«Η Μαριάννα Χατζοπούλου (βλέπε και ανάρτηση 222) γεννήθηκε το 1933 στην Αθήνα. Η καταγωγή της Ναξιώτικη. Από παιδί αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα με την όρασή της.
Σε όλη της τη ζωή «μισόβλεπε». «Μπορεί η όρασή μου να μη με βοηθά να βλέπω καλά, άλλα βλέπω καθαρά τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής μου» είχε πει σε συνέντευξή της η Ναξιώτισσα Μαριάννα Χατζοπούλου που έγινε γνωστή στο πανελλήνιο ως η «τυφλή τραγουδίστρια», λόγω μιας σοβαρότατης πάθησης των ματιών, που συνέβη στη διάρκεια του τοκετού της μητέρας της.
Ξεχώρισε για το χάρισμά της σε ακρόαση του Μίμη Πλέσσα στο Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και στη συνέχεια μαγνήτιζε το κοινό με τις ερμηνείες της μέσα από τις ραδιοσυχνότητες.
Με τη «Ζαφείρα» του σπουδαίου στιχουργού και κυνηγού ταλέντων Χαράλαμπου Βασιλειάδη (Τσάντα) και σε μουσική του Άκη Σμυρναίου, έλαμψε λίγο μετά τα μισά του ’50. Ακολούθησαν μεγάλες επιτυχίες τραγούδια των Χατζιδάκι, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Κοφινιώτη, Μωράκη, Μάνεση, Μαρκέα όπως τα «Φούστα κλαρωτή», «Η μάνα μου με δέρνει», «Κάνε κότσο τα μαλλιά σου», «Τα φύλλα κιτρινίσανε», «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Άλλος σ’ αγάπησε άλλος σε παίρνει», « Τι να το κάνω πως είσαι ωραίος», «Όσα λουλούδια μάδησα», «Δεν μετανιώνω που σ’ αγάπησα πολύ» κ.ά.
Η δημοτικότητά της χτυπούσε κόκκινο. Στους διαγωνισμούς του Ντομινό και άλλων περιοδικών της εποχής το όνομά της βρισκόταν στις πρώτες θέσεις. Ο κόσμος μαγεύονταν απ’ το «τυφλό αηδόνι» όπως την αποκαλούσαν. Εμφανίστηκε στα μεγαλύτερα λαϊκά κέντρα και ερμήνευσε κορυφαίες επιτυχίες. Συμμετείχε μάλιστα στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο» ντυμένη Τσιγγάνα δίπλα στην τραγουδίστρια Λάουρα.
Μάλιστα όπως τόνιζε και η Γιώτα Λύδια στην βιογραφία της, στην Columbia όπου αρχικά την παρουσίασε ο Τσάντας και την απέρριψαν είχε δημιουργηθεί μεγάλος ντόρος με το όλο θέμα, μιας και η Χατζοπούλου αποτελούσε πλέον γερό όπλο της ανταγωνίστριας Odeon. Μάλιστα η Λύδια ντούμπλαρε στιγμές της… ενώ συνήθως συνέβαινε το αντίθετο στην «κόντρα» των δύο εταιρειών.
Η Μαριάννα Χατζοπούλου θα δουλέψει στα καλύτερα λαϊκά στέκια, αλλά και στα πιο ονομαστά κοσμικά κέντρα. Η φυγή της όμως στο εξωτερικό το 1961 και η δίχρονη παραμονή της σε Αυστραλία και Αμερική θα κοστίσουν στην καριέρα της. Στην επιστροφή τα δεδομένα είχαν αλλάξει.
Θα συνεχίσει στο εξωτερικό (Αγγλία, Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Κύπρο, Λίβανο) και θα έχει μια διακριτική παρουσία στη δισκογραφία, σε εταιρείες μικρότερου βεληνεκούς.
Στην ζωή της θα κυριαρχήσει η λατρεία για τη θρησκεία και το Θεό, η οποία θα μετουσιωθεί και σε τραγούδια. Το Φλεβάρη του 2002 θα τραγουδήσει στο χορό των Ιεροψαλτών. Κατά την επιστροφή της στο σπίτι, το αυτοκίνητο στο οποίο μετέβαινε προσέκρουσε σε κολώνα της ΔEH. Υπέστη πολλαπλά κατάγματα και λίγους μήνες αργότερα έχασε τη μάχη.»
«Ο Ζακ Ιακωβίδης γεννήθηκε το 1928 στη Θεσσαλονίκη και ήταν εβραϊκής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν έμπορος, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα πουλώντας οικιακά και γραμμόφωνα. Ο Ιακωβίδης ήταν γιος του περίφημου Μπενβενίστε που μαζί με τον συνέταιρό του, Αμπραβάνελ, πήραν τα δικαιώματα της Odeon Parlophone και έστησαν μία από τις πρώτες κραταιές δισκογραφικές εταιρείες στην προπολεμική Ελλάδα. Ο Ιακωβίδης μεγάλωσε στη γειτονιά της τότε πλατείας Αγάμων, σήμερα πλατεία Αμερικής. Στην κατοχή, όλη η οικογένεια συνελήφθη από τους Γερμανούς και εστάλη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέλσεν. Έζησε σε φριχτές συνθήκες αλλά κατάφερε να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από τρία βασανιστικά χρόνια. Το αστέρι που έφερε στο χέρι του και που δε δίσταζε να το δείχνει μέχρι το τέλος ήταν ντοκουμέντο της προσωπικής του οδύνης στα χρόνια της Κατοχής.
Ο Ζακ Μπενβενίστε, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό, τα δε τραγούδια του ερμηνεύονται από τις σπουδαιότερες φωνές μέχρι και σήμερα.
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήταν το τραγούδι «Αγαπούλα» με τον Φώτη Πολυμέρη. Ακολούθησαν συνεργασίες με τους Κούλα Νικολαΐδου, Νίκο Γούναρη, Τώνη Μαρούδα, Μαριάνα Χατζοπούλου, Ρένα Βλαχοπούλου, Παμέλα, Σοφία Βέμπο, Μαίρη Λίντα, Τζένη Βάνου, Τόλη Βοσκόπουλο, Δάκη και πολλούς άλλους. Ξεχωριστή η συνάντησή του με τον Γιάννη Πάριο, στο τραγούδι «Την αγαπούσα παραδέχομαι», σε στίχους του Πυθαγόρα.
Μερικές από τις αξέχαστες επιτυχίες του είναι τα: «Να το πάρεις το κορίτσι», «Θα ζήσω ελεύθερο πουλί», «Σαν της γαρδένιας τον ανθό», «Είναι μια ώρα δύσκολη, του χωρισμού η ώρα», «Την αγαπούσα, το παραδέχομαι», «Πού να ‘ναι ο ίσκιος σου Θεέ», «Έλα», «Βρέχει, ψιλοβρέχει», «Οι αμαρτίες μου».
Ο Ζακ Ιακωβίδης βραβεύτηκε, ανάμεσα σε άλλα, στα Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του 1962 και του 1966 και κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο της «πρώτης Ολυμπιάδας Τραγουδιού» (1967), καθώς επίσης και το Α΄ βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1978 και το 1992.
Ο Ζακ Ιακωβίδης συνέβαλε στο ελληνικό τραγούδι με πρωτότυπες, για την εποχή του, μελωδίες γράφοντας όχι μόνο ελαφρά τραγούδια, αλλά και ρεμπέτικα, φεστιβαλικά, έντεχνα, ποπ, σατιρικά, δραματικές μπαλάντες, λαϊκά και θεατρικά.
Είχε γράψει μουσική και για δύο ιστορικές τηλεοπτικές σειρές, το «Λούνα Παρκ» του Γιάννη Δαλιανίδη (1976) και τη «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου (1992).Τον Φεβρουάριο του 2011 τιμήθηκε στον Παρνασσό για την προσφορά του στον πολιτισμό από τον Σύλλογο Φίλων της Ελαφράς Μουσικής.
Ο Ζακ Ιακωβίδης απεβίωσε το 2015.»
Φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο ….(εδώ)
 

 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

569. COLUMBIA DG 7094 ΜΕΛΑΓΙΑ ΜΑΓΙΑ- ΜΟΥΖΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ 1954

Μελάγια (Τσιριγώτη) Μάγια (Μελπομένη)- Μουζάκης Γιώργος COLUMBIA DG 7094 Θέλω να τα σπάσω (Φοξ) -Κάνε μου τέτοια (Άλα Πασά μου) 1954- 78rpm- 10''
Η Μάγια Μελάγια (Μελπομένη Τσιριγώτη) γεννήθηκε το 1928 στην Πλάκα της Αθήνας και μεγάλωσε στο Παγκράτι. Υπήρξε σπουδαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια του μεταπολεμικού ελληνικού ελαφρού, λαϊκού και αρχοντορεμπέτικου τραγουδιού, καθώς και ηθοποιός του θεάτρου, ιδιαίτερα της επιθεώρησης, και του κινηματογράφου. Θρυλική ερμηνεύτρια του ελαφρολαϊκού τραγουδιού τα χρόνια του ‘50 και του ‘60 (αλλιώς και αρχοντορεμπέτικου), με επιτυχημένες εμφανίσεις στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Δεν ξεχώρισε μόνο για την κοντράλτο φωνή της, αλλά και για τη σκηνική παρουσία και το μπρίο της. Θεωρήθηκε ένα από τα σύμβολα του σεξ στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Πρωτοβγήκε στο τραγούδι στα 16 της, όταν την άκουσε μία γειτόνισσα να τραγουδά στην αυλή του σπιτιού της κι έπεισε τη μητέρα της να τη στείλει στο βαριετέ «Όασις» του Ζαππείου, που ειδικευόταν στην ανακάλυψη νέων ταλέντων. Μετά από ακρόαση προσελήφθη στο κέντρο με μαέστρο τον Μιχάλη Σουγιούλ κι εμφανιζόταν με το όνομα Μάνια Τσιριγώτη. Ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος ήταν αυτός που της άλλαξε το όνομα σε Μάγια Μελάγια, με το οποίο έγινε γνωστή. Η πρώτη της επιτυχία ήταν το ταγκό «Πώς με μεθάς», σύνθεση του Θεόδωρου Παπαδόπουλου (1947). Τη δεκαετία του ‘50 η καριέρα της απογειώθηκε, με τραγούδια, όπως τα «Θέλω να τα σπάσω», «Αδύνατον να κοιμηθώ», «Είναι αργά», «Άλα της».
Παράλληλα, εμφανίστηκε σε θεατρικές επιθεωρήσεις και σε κινηματογραφικές ταινίες («Τσαρούχι, πιστόλι, παπιγιόν», «Τρεις ντετέκτιβς», «Ραντεβού με τον έρωτα», « Η φτώχεια θέλει καλοπέραση»). Τέτοια ήταν η δημοτικότητά της, ώστε, όταν κάποτε η Κατίνα Παξινού θέλησε να προσεγγίσει με αυτοκίνητο το Θέατρο της Επιδαύρου όπου θα έδινε παράσταση, ο τροχονόμος τη σταμάτησε και όταν αυτή του ανέφερε το όνομά της, εισέπραξε την απάντηση: «Δεν μ' ενδιαφέρει κυρία μου, δεν περνάς ακόμα κι αν είσαι η Μάγια Μελάγια»!
Μετά τον χωρισμό της το 1965 με τον συνθέτη Γιώργο Μουζάκη, του οποίου υπήρξε η μούσα για πολλά χρόνια, έφυγε στην Αμερική, όπου ξεκίνησε νέα καριέρα κι έγινε εξαιρετικά δημοφιλής στην ομογένεια. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Γουλάκο, αλλά μετά το θάνατό του το 1978 επέστρεψε στην Ελλάδα. Ζούσε σ’ ένα διαμέρισμα στην Αγίου Μελετίου και δούλευε κυρίως σε μαγαζιά της επαρχίας.
Το 1981, κατά τη διάρκεια εμφάνισης της στον Πύργο Ηλείας, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και αποσύρθηκε οριστικά από το τραγούδι. Κατά την 50χρονη καλλιτεχνική της παρουσία συνεργάστηκε με πολλούς του χώρου της και κυρίως με τον Μανώλη Χιώτη, ενώ φέρεται να αποτελούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη μούσα του Γιώργου Μουζάκη. Η Μάγια Μελάγια υπήρξε η δασκάλα της Σοφίας Λόρεν στο τραγούδι Τι 'ναι αυτό που το λένε αγάπη που τραγούδησε στην ταινία ¨Το παιδί και το δελφίνι¨ και έγινε διεθνής επιτυχία. Νονός του καλλιτεχνικού της ονόματος ήταν ο Ορέστης Λάσκος.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της ήταν πολύ δύσκολα, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Κι έγιναν ακόμη δυσκολότερα, όταν το 2009 έχασε την καρδιακή της φίλη Σπεράντζα Βρανά και το 2011 τη μοναδική της αδερφή, Στέλλα. Η Μάγια Μελάγια πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου 2014, σε ηλικία 86 ετών.»
«Ο Γιώργος Μουζάκης γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1922 στο Μεταξουργείο. Πρωτοεμφανίστηκε νωρίς στη μουσική, ως τρομπετίστας το 1938 και από το 1940 διατηρούσε δική του ορχήστρα. Το 1946 μπήκε στη δισκογραφία, κυκλοφορώντας τον πρώτο του δίσκο. Σπούδασε στο Ωδείο Αθηνών (1939-1947) και συνέχισε τη μουσική του εκπαίδευση στην Αυστρία και Γερμανία (1952-1954).
Συνέθεσε περισσότερα από 450 τραγούδια και χιλιάδες μελωδίες για παραστάσεις και επιθεώρησης. Συνέδεσε το όνομά του όσο κανένας άλλος συνθέτης με τη χρυσή εποχή της επιθεώρησης τη δεκαετία του ‘50 και γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε, άλλωστε, «ο βασιλιάς της επιθεώρησης».
Μεγάλες επιτυχίες του υπήρξαν τα τραγούδια: «Το Μονοπάτι», «Η Σκλάβα», «Θέλω να τα σπάσω», «Αδυναμία μου», «Ένας φίλος ήρθε από τα παλιά», «Σου σφυρίζω», «Σ αγαπώ σ’ όλες τις γλώσσες», «Βίρα τις άγκυρες», «Δεν πάω σπίτι μου απόψε», «Καλωσόρισες έρωτα» (συμπεριλήφθηκε το 1968 σε δίσκο από τον Φρανκ Σινάτρα), «Μάμπο Μπραζιλέιρο», «Εγώ θα σ’ αγαπώ» και «Έχω απόψε ραντεβού».
Το 1959 συνέθεσε τον «Ύμνο του Παναθηναϊκού» («Σύλλογος μεγάλος...»), σε στίχους Γιώργου Οικονομίδη, με πρώτο ερμηνευτή τον Γιάννη Βογιατζή. Συνέθεσε ακόμα, μία συμφωνία, μία σουίτα και τη λαϊκή όπερα «Ο Μηνάς ο ρέμπελος».
Ο Γιώργος Μουζάκης έγραψε μουσική για πολλές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, από την οποία ξεχωρίζει το «Ακροπόλ» του Παντελή Βούλγαρη (1996). Ήταν ο δημιουργός των τηλεοπτικών εκπομπών «Από τον παππού στον εγγονό» (ΥΕΝΕΔ, 1974) και «Αναμνήσεις, Μελωδίες και Ρυθμοί» (ΕΡΤ, 1979).
Τιμήθηκε δύο φορές με το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης: Το 1967 για το τραγούδι «Καλωσόρισες έρωτα» με ερμηνευτές τον Σώτο Παναγόπουλο και την Άντζελα Ζήλεια και το 1968 με το « Χτύπα καρδιά μου», το οποίο ερμήνευσαν η Μπελίντα και η Άντζελα Ζήλεια.
Το 2002 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του «Γιώργος Μουζάκης: Βίρα τις άγκυρες» σε επιμέλεια Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη. Το 2003 βραβεύτηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, για την προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι.
Ο Γιώργος Μουζάκης πέθανε στην Αθήνα στις 27 Αυγούστου 2005, σε ηλικία 83 ετών.»
Πληροφορίες, φωτογραφίες και το ηχητικό αρχείο …(εδώ).